Συναφώς με έτερο ορισμό, κατά τον οποίο μπαλάκι είναι το τέρμα ή γκολ στο ποδόσφαιρο, στην σεξοσλάνγκ είναι η επιτυχής περάτωση της σεξουαλικής πράξης με εκσπερμάτιση. Χρησιμοποιείται ως μονάδα μέτρησης του πόσες εκσπερματίσεις είχε ένας άντρας κατά τη συνεύρεσή του με μια γυναίκα. Ιδιαίτερα χρησιμοποιείται στην μπουρδελοσλάνγκ για να χαρακτηρίσει ευμενώς μια τάνα που επέτρεψε στον πελάτη της περισσότερα του ενός μπαλάκια, αγγλιστί extraball.

Επίσης, μπαλάκια στον πληθυντικό είναι τα αρχίδια.

  1. Με μια κατάθεση στο πλαστικό τέλειωσε το πρώτο μπαλάκι.

  2. Ανοίγω αυτό το θέμα για τα κορίτσια που γλύφουν μπαλάκια σε μπουρδέλα.Δυστυχώς είναι πολύ μικρό το ποσοστό των κοριτσιών που προσφέρει αυτήν την θεάρεστη υπηρεσία στους πελάτες.Για μένα προσωπικά γυναίκα που δεν καραμελώνει 'καρυδάκια' είναι άκυρη. (Εδώ για ενήλικες).

Got a better definition? Add it!

Published

Σε ελληνικά λεφτά, ένα μύριο.

Σχετικό και το εκατόμπαλο.

Προέρχεται από τους λαϊκούς που πληρώνουν πάντα χαρτί οπότε το μπαλάκι είναι κυριολεκτικά ένα χοντρό ρολό πιασμένο με λαστιχάκι.

Με τα ευρώ χάθηκε λίγο η μπάλα. Ο καθένας εννοεί ό,τι θέλει, από χιλιάρικα μέχρι μύρια και έγκειται στη διακριτική ευχέρεια του συνομιλητή η αναγνώριση της τάξης μεγέθους. Ειδικά οι κάγκουρες εννοούν κατοστάρικα.

- Πόσο τη χτύπησες τη Μερσεντέ ρε Βαγγέλη;
- Τρία μπαλάκια φίλε, από λαζογερμανό!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γνωστό και ως τέρμα ή γκολ αλλά στο πιο μόρτικο.

Πιθανότατα προέρχεται από το ομώνυμο επιτραπέζιο παιχνίδι των άλλοτε κραταιών σφαιριστηρίων.

Λόγω του κοινού πελατολογίου (target group) των σφαιριστηρίων και των γηπέδων ο όρος σύντομα μεταπήδησε στο πραγματικό ποδόσφαιρο αφού ως γνωστόν στο ποδοσφαιροχώρο ο κάθε «φίλαθλος» ταυτίζει την προσωπικότητα του με την ομάδα του.

Ο υποστηρικτής της νικήτριας αναφέρει ως μπαλάκια τα γκολ που έριξε η ομάδα του –σαν να έβαλε ο ίδιος– τόσο για να υποτιμήσει τον αντίπαλό και την ομάδα του όσο και για να υπάρξει κοινή κωδικοποίηση με το παιχνίδι στο οποίο θα αναμετρηθούν αργότερα για να βγάλουν τα σπασμένα τους.

Μπορεί να σταθεί μόνο του ή σε συνδυασμό με άλλα λήμματα όπως το ρούφηξε ή το τσίμπησε το μπαλάκι.

  1. Τι γίνεται αδερφέ; Πόσα μπαλάκια θα σας ρίξουμε την Κυριακή;

  2. Δεν έχετε ελπίδες με τον ΠΑΟΚ. Σας έχει ταρίφα δύο μπαλάκια.

  3. Αυτός ο τερματοφύλακας ρουφάει τα μπαλάκια σαν τα φιστίκια.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γνωστό και ως ποδοσφαιράκι (από «μπάλα», υποκ. «μπαλάκι»). Παιχνίδι του χώρου των άλλοτε κραταιών σφαιριστηρίων, όπου στεγάζονταν οι δημιουργικές ανησυχίες νέων και των τέντυ-μπόιδων της γενιάς του μεταπολέμου, αλλά και των επομένων, μέχρι την εποχή της επανάστασης των ηλεκτρονικών παιχνιδιών.

Είναι επιτραπέζια προσομοίωση ποδοσφαίρου, παίζεται από 2 ή 4 παίχτες. Την αναμέτρησης προηγείται διαπραγμάτευση των αντιπάλων (ατόμων ή ομάδων) σχετικά με τους όρους του στοιχήματος, αν θα μετρήσουν τα γκολ από τις δυάδες ή από τις πεντάδες, αν θα επιτρέπονται τα φουρφούρια καθώς και πόσες «μάρκες» θα παιχτούν.

Στη συνέχεια ζητάμε μάρκες από το ταμείο, βάζουμε το δεκάρικο (μετέπειτα εικοσάρικο, πενηντάρικο, κατοστάρικο) στην εγκοπή, τραβάμε το λεβιέ, πέφτουν 5 μπαλάκια στο συρτάρι και ξεκινάει το παιχνίδι.

Ο αγωνιστικός χώρος είναι νοβοπανιζέ, ξύλινοι ήταν αρχικά οι ποδοσφαιριστές που αργότερα έγιναν και αυτοί, όπως όλα, πλαστικοί. Το τερέν κάτω από κάθε ποδοσφαιριστή είναι εμφανώς φθαρμένο, ιδίως κάτω από το σέντερ φορ, λόγω του «σφιξίματος» της μπάλας. Φθορά όμως της επιφάνειας δεν υπάρχει κάτω από τα μπανιστήρια, αφού απαγορεύεται ρητά το γκολ από αυτά.

Ενίοτε το κατάστημα απαγορεύει το «σφίξιμο» για να μη χαλάσει το μηχάνημα, αλλά κανένας δεν μπορεί να αντισταθεί στον πειρασμό επίτευξης ενός γκολ συνοδευμένου από τον χαρακτηριστικό δυνατό κρότο.

Το σκορ δεν το κρατάει κανένας. Σημασία έχει πόσα μπαλάκια «φεύγει» η προπορευόμενη ομάδα, πχ: «δύο φεύγω», ενώ η ισοπαλία λέγεται «όλα».

Στο τέλος ο νικητής καλεί περιπαιχτικά τον ηττημένο να πάει «στο ταμείο», όντας φυσικά καταϊδρωμένος, αφού το «άθλημα» απαιτεί σωματική κίνηση.

— Πάμε μια κόντρα στο μπαλάκι;
— Πάλι θέλεις να χάσεις;
— Γιατί ρε μάγκα πότε ξαναέχασα;
— Καλά ρε, χθες δεν έχασες ένα κατοστάρικο;
— Χμ!! Αφού έπαιζε πίσω ο άσχετος ρε εσύ. Πάει δύο κατοστάρικα οι πέντε μάρκες;
— Κατάστημα, πιάσε πέντε μάρκες. Βρήκαμε θύμα.

ποιος είναι για μια κόντρα; (από Stravon, 12/06/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

(Ναυτικό): Αγγαρεία, συχνάκις κακοβούλως διανεμηθείσα για πήξιμο. Χρησιμοποιείται ενεργητικώς ως: χώνω/ρίχνω μπαλάκι και παθητικώς ως: τρώω μπαλάκι.

Παράγωγα: Μπαλακοχώστης, μπαλακοφάγος, τρελό μπαλάκι, τενίστας, Γουίμπλεντον (υπηρεσία όπου βρίθουν τα μπαλάκια) κτλ.

Συνώνυμα: Χώσιμο, χώστης, χοσέ κουέρβο, χοσάδας, πήξιμο, πηξ λα μουν (και δυο χορεύουν), τρέξιμο, τρέξιμο στα 100 γκίγκα-πήξελ, τσουνάμι (έφαγα), κ.τ.λ.

Να μην συγχέεται με το «μ' έχουν κάνει μπαλάκι» (του Δημοσίου), από το οποίο μάλλον προέρχεται το ανωτέρω λήμμα, διότι αναφέρεται σε διοικούμενο που τον στέλνουν από τον Άννα στον Καϊάφα, λόγω (δήθεν) αναρμοδιότητος, παρά για σκόπιμο πήξιμο.

-Άσε, πήγα σα μαλάκας στη Β.Ε.Ν. (Βάση Ελικοπτέρων Ναυτικού) κι έχω φάει τρελλό μπαλάκι φίλος ! 3-1 με παίζει ...
-Εμ, αφού μου ονειρευόσουνα οτι θα' παιζες καθημερινή εξόδου, για να κάνεις τα μπανάκια σου στο Σχινιά. Στα' χα πεί εγώ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified