Ηλίθιος, ανόητος στη ντοπιολαλιά της περιοχής των Ιωαννίνων. Προέρχεται από τη λέξη ταγάρι, αλλά άγνωστο παραμένει το γιατί αυτό σηματοδοτεί τον ανόητο.

- Να, βλέπεις, δεν παίρνει μπρος το καβουρδιστήρι!
- Αφού ρε ταγάρα έχεις κλειστό το διακόπτη!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κοινώς ο άνθρωπος που ακολουθεί ένα είδος μόδας δογματικά με υπερβολικό φανατισμό. Για άλλους υπερβολικά trendy.

- Κοίτα τον Γιώργο φοράει γυαλιά ηλίου ενώ έχει συννεφιά!
- Θεέ μου, τι ταγαράς που είναι!

Got a better definition? Add it!

Published