Στα καλιαρντά μπορεί να σημάνει και την πεολειχία, την πίπα ντε, εκ του μπομπόνα = καραμέλα, γλειφιτζούρι < γαλλικό bonbon.

Αβέλω μπαλόμπα
και νάκα η μπόμπα,
μονάχα τα μπουτ πιασμαντά.

(Μετάφραση: Έχω γίνει χοντρή, και δεν κάνω πια πίπες, μονάχα βάζω συνέχεια χέρι, αποκατέ).

Αθάνατες καλιαρντές επιτυχίες! (από Khan, 14/03/14)

Got a better definition? Add it!

Published

Είδος βουτιάς, όπου ο βουτηχτής πέφτει από μεγάλο ύψος με τα πόδια οκλαδόν, τα χέρια μαζεμένα, και τον κορμό σχετικά κουρνιαστό. Σηκώνει πάρα πολύ νερό, γι' αυτό άλλωστε και ονομάστηκε έτσι, καθώς μετά το πέρας ο χώρος θυμίζει βομβαρδισμένο τοπίο. Για μια πλήρη καταλογογράφηση των βουτιών, δες το χότζειο πατσά.

- Καλά τι μπόμπα ήταν αυτή, λούτσα μας έκανε!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εκτός από τους άλλους ορισμούς, σημαίνει και το πολύ βαρύ φαγητό. Συνήθως το λέμε για εξαιρετικά χοληστερινούχα εδέσματα, αλλά και φαγητά που γενικά πέφτουν βαριά στο στομάχι, όπως πχ το στιφάδο. Έχοντας φάει κάτι απ' αυτά νιώθεις πράγματι σα να έχεις μια μπόμπα μέσα σου έτοιμη να εκραγεί.

- Ωραίο το φαγητό σου μωρό, αλλά ειδικεύεσαι στις μπόμπες βλέπω...
- Έλα μωρέεε, μόνο λίγο μπέικο είχε μέσα, τυράκι, μαγιονέζα, λίγη κρεμούλα και δύο αυγουλάκια...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πολύ καλά, τέλεια.

Περάσαμε «μπόμπα» και έπεσε και πάρα πολύ γέλιο [...]. (από το διαδίκτυο)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το νοθευμένο ποτό.

- Καλά το ουίσκι χθες ήταν σκέτη μπόμπα...
- Εμένα μου λες... την έβγαλα όλο το βράδυ αγκαλιά με τη χέστρα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είδος κουρέματος. Έχει ακριβώς την ίδια σημασία με το γουλί. Χρησιμοποιείται κυρίως στην νότια Ελλάδα (σχεδόν άγνωστο από την Λάρισα και πάνω).

- Είδες τον Χρήστο; Μπόμπα κουρεύτηκε.
- Πωω πως έγινε έτσι ο μαλάκας...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified