Σ' ευχαριστώ πολύ Dryhammer που έδωσες υπόσταση στον ισχνό ορισμό!
Είστε σίγουροι ότι το AX είναι classified ως σαξόραλο;
Το απίστευτο καφριλίκι αγαπάμε να μισούμε (love to hate) σε κλισέ όπως : Δέκα λόγοι που αγαπάμε να μισούμε το τάδε...
Χαίρε Ξεροσφύρη. Το σκληρό, κατραμωμένο σκοινί αναφέρεται σε πολλές πηγές ως όργανο μαστίγωσης κατά της τουρκοκρατία /21, πχ «με ένα στρόπο κατραμωμένο μου έκαναν τα κρέατα μαύρα σαν του τσικαλιού τον κώλο», αφήγηση θύματος πειρατείας στο Αιγαίο του 16/17ου αιώνα.
Να συμπληρώσουμε στα ανωτέρω ρηθέντα ότι ένας απλός και εύχρηστος μπούσουλας διάκρισης μεταξύ βλάχων και αρβανιτών, είναι το πώς αποκαλούν οι μανάδες το γάλα:
- Αν το λένε λάπτε, είναι Βλάχοι
- Αν το λένε κλιούμιστ, πρόκειται για Αρβανίτες
Aπλά. Εύκολα. Αποτελεσματικά.
Απο τον πατέρα μου, ήξερα τον όρο «χεσαμόλη, η» που, κυριολεκτικά, σήμαινε ένα αχταρμά από διάφορες ποικιλίες και ποιότητες σκατών, μέ διάφορες χρήσεις. Από το «χέσαμ(ε) όλοι»
πχ
Περιγραφή συνταγής
- Βάλαμε κόλιανδρο, μαιντανό, πιπέρι καγιέν, μπαχάρι, ...
- Βάλε και χεσαμόλη από πάνω.
Στη γυναίκα ή στον ταβερνιάρη
-Φέρε και λίγη χεσαμόλη να πιώ τό ούζο μου. (ενν ταραμοσαλάτα ή αλλη αλοιφή)
-Πονάνε τα κόκκαλά μου
-Τρίψου με χεσαμόλη να σου περάσουν κλπ κλπ
Παρόμοια και «η χυσαμόλη» αλλά τότε η οικιακή σλάνγκ ήταν πιό πολύ κοπρική παρά σεξουαλική
Στα παλιά βαπόρια, η κουβέρτα ήταν στρωμένη με ξύλο (για να μή γλιστρά) όπως και στα καράβια. Τά ξύλα αυτά ήταν εμποτισμένα με κατράμι (πίσσα από ρητίνη) για προστασία από σαράκια-σάπισμα (όπως οι ξύλινοι στύλοι της ΔΕΗ και οι παλιές ξύλινες στέγες κάτω από το κεραμίδι. Πρβλ το καρα-γιαπί τότε που οι σκελετοί των σπιτιών ήταν από εμποτισμένο με κατράμι ξύλο). Πολλές δουλειές γινόταν από τους ναύτες καθισμένους στην κουβέρτα οπότε ο κώλος μαύριζε. Ακόμα εμπότιζαν τότε και σκοινιά με κατράμι για αντοχή και αδιαβροχοποίηση όπως και ρούχα (ρετσίνι - ρετσινάδα - νιτσεράδα). Το κατράμι καταργήθηκε καθότι κάργα καρκινογόνο.
«Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ' ανάβει»
Το περίμενα αυτό, δεν έβαλα το λίνκι χεχε...
Πάντως ο στίχος πρέπει να είναι «ερωτευμενάκι στο κατώφλι μου αργά μεσάνυχτα Σαββάτο» και μάλλον το έλεγε η Αλεξίου.
Έξοχο.
Όχι αυτό, άλλο το μεθυσμενάκι. Μου φαίνεται ότι εκείνος ο στίχος είχε μπαλκόνι μέσα. Δεν καλοθυμάμαι, είπαμε.
Κι ύστερα το βραδάκι ερωτευμενάκι στα καπηλειά... μπα δεν θυμάμαι κάτι τέτοιο.
Εχω την εντύπωση ότι η λέξη έχει χρησιμοποιηθεί πολύ παλιότερα (70/80ζ) σε στίχο από τον Λευτ. Παπαδόπουλο, ο οποίος έχει και το μεθυσμενάκι. Θυμάται κανείς τπτ;
Σωστή προφορά όπως στο τραγούδι: Ερωτευ-ου-μεεεε-νάααα-κι...
Χααααααχαχαχα!
Να συμπληρώσουμε στα ανωτέρω ρηθέντα ότι ένας απλός και εύχρηστος μπούσουλας διάκρισης μεταξύ βλάχων και αρβανιτών, είναι το πώς αποκαλούν οι μανάδες το γάλα:
- Αν το λένε λάπτε, είναι Βλάχοι
- Αν το λένε κλιούμιστ, πρόκειται για Αρβανίτες
Προφανώς.
Βλ. και γαμιστερός.
Απλώς κοπιπάστωσα από το σάιτ του Ν. Σαραντάκου, θεωρώντας ότι ο Γιάννης- Γιάννος πρέπει να πάρει την θέση που του αρμόζει δίπλα στον Θανάση.
Να σημειώσουμε βέβαια, ότι η σωστή ορθογραφία είναι με -ι-, δλδ μιξοπαρθένα.
Η λέξη μιξοπάρθενος είναι αρχαία και τη χρησιμοποιούσαν τότε για να περιγράψουν τέρατα σαν την Έχιδνα, που ήταν η μισή γυναίκα και η άλλη μισή φίδι. Half-maiden τη μεταφράζει το LSJ.
Σήμερα βρίσκεις τη λέξη στο μειξοπαρθένα στο ΛΚΝ, ενώ στο ΛΝΕΓ σε στέλνει από τη μιξοπαρθένα στη μειξοπαρθένα. Το διαδίκτυο, όπως και οι αρχαίοι, από τα δύο προτιμά το απλούστερο.
Η σημασία, βέβαια, έχει αλλάξει:
μειξοπαρθένα κ. μιξοπαρθένα (η) {χωρ. γεν. πληθ.} (ειρων.) η γυναίκα που υποκρίνεται ότι δεν διαθέτει σεξουαλικές εμπειρίες εκδηλώνοντας σεμνότυφη συμπεριφορά. Επίσης μειξοπάρθενος κ. μιξοπάρθενος [αρχ.]. (ΛΝΕΓ)
μειξοπαρθένα η [miksoparθéna] O26 : γυναίκα που είναι παρθένα από καθαρά ανατομική άποψη αλλά με σεξουαλικές εμπειρίες τις οποίες προσπαθεί να αποκρύψει. [< μειξοπάρθενος μεταπλ. κατά το λαϊκό παρθένα] (ΛΚΝ)
Ο εθνικός σταρ Ανδρέας Ευαγγελόπουλος πάντως χρησιμοποιεί πάντως σε άζμα το τρώω μιλφέιγ ως υπονοούμενο για αυτούς που τους αρέσουν τα ξινά, τ. την τρίζει την όπισθεν.
Απο πού να βγαίν' η λέξη όμως;... (Απ' τον Χούλιο Ιγκλέσιας πού άμα λάχει είναι και χαβαλές τύπος;)
Με την ίδια έννοια μπορεί να χρησιμοποιηθεί και το (γενικότερο) χαλάστρα.
Επιβεβαιώνω. Το πραγματικό παράδειγμα που άκουσα μόλις:
[I]- Επειδή με χλεύασες πριν...
- Δε σε χλεύασα ρε φίλε, έκανα χουλιαμά.[/I]
Παρεμφερές κ με το « άλλος κερνάει & άλλος πίνει » !
Έχουμε στο Δ.Π. και τη λέξη τσούρδα που δίνει ένα χτύπημα στην έκφραση «μπαμπάτσικη και τσούρδα». Μήπως συνδέεται με την τσούρδα το τσούρδελο; (Όχι ότι ξέρω τι σημαίνει τσούρδα, αλλά αν ξέρει κανείς...)