Λογοπαίγνιο από το αντιλαμβάνομαι και το αντιλαβού της προσευχής (αντιλαβού, σώσον και διαφύλαξον...). Βέβαια και το αντιλαβού της προσευχής από το ίδιο ρήμα είναι, αλλά μάλλον ο παλιός κουτσαβάκης δεν το ήξερε. Παρά ταύτα, ο παλιός κουτσαβάκης είχε μια τάση να αντλεί από τη λόγια γλώσσα υλικό για την αργκό του, συνήθως με κάποιες παραφθορές είτε στη γραμματική (π.χ. Ρε δεν έχεις μύτη; Δεν αντιλήβεσαι;) είτε στη σύνταξη και τη σημασία (π.χ. το οποίον, βλ. παρακάτω).

Συνήθως λέγεται με σκοπό να λήξει η συζήτηση και να έχει πει αυτός που το λέει την τελευταία κουβέντα.

Παλιό μάγκικο.

-Το οποίον, μανδάμ, ο Νώντας είναι κύριος και τέτοιες δουλειές δεν κάνει. Αντιλαβού;

-Ναι Νώντα μου.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο βλάχος, ο άξεστος, ο ορεσίβιος, ο καρατσόπανος.

Άσε ρε που θα κάτσω να ασχοληθώ με τον κάθε κατσικογάμη, όλη μέρα στο καφενείο και γυρίζει σπίτι του μόνο για να δείρει τη γυναίκα του!

(από Ο ΑΛΛΟΣ, 09/07/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έχουμε πρώτα διαβάσει τον άλλο ορισμό; Ωραία!

Σε παρόμοιο πνεύμα, «εγώ» είμαι επίσης το αυτοκίνητό μου. Κι εσύ το δικό σου, και ούτω καθεξής.

Λέγεται από τον οποιονδήποτε, όχι μόνο από άτομα με ιδιαίτερο μεράκι για τα αυτοκίνητα. Συνήθως όμως σε συμφραζόμενα σχετικά με το παρκάρισμα.

  1. Φτάνω σπίτι μου με το αυτοκίνητο. Κάνω βόλτες να βρω θέση. Και πριν καλά καλά κλείσω σαρανταπέντε λεπτά, τσουπ! να τος ο θέσαρος! Παρκάρω, και όταν έχω σχεδόν τελειώσει, με πλευρίζει ένας άλλος (δηλαδή ένα άλλο αυτοκίνητο) που επίσης ψάχνει θέση, δεν ξέρει αν παρκάρω ή ξεπαρκάρω, και με ρωτάει: «Έρχεστε ή φεύγετε;»
    Εγώ φυσικά έχω σκοπό να φύγω. Από το αυτοκίνητο. Αν όμως του πω «φεύγω» και αντ' αυτού φύγω, έχει όλα τα δίκια να με βρίζει μετά. Γιατί του είχα πει ότι θα φύγω, δηλαδή ότι θα φύγει το αυτοκίνητο.

  2. Βγαίνουμε από κάπου με ένα φίλο, που θα με πάει σπίτι μου με το αμάξι. Ψάχνουμε πού το έχει παρκάρει.
    -Πού είσαι;
    -Πού είμαι, ε; Χμμμ, για να θυμηθώ...

  3. (Και εκτός παρκαρισιακών συνθηκών):
    -Τι κάνει ρε μαλάκα ο κόκκινος! (αυτός με το κόκκινο)

Δικόγραφο (από Ο ΑΛΛΟΣ, 12/07/09)(από Ο ΑΛΛΟΣ, 12/07/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μεταφορικά.

  1. Έγινα κυριολεκτικά παπί από τον ιδρώτα.

  2. Το σπίτι ήταν κυριολεκτικά μουνί.

  3. Το άτομο κυριολεκτικά δεν υπάρχει.

βλ. και δίκαιο, πλάκα κάνω

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

WARNING: Λόγοι πληρότητας μας αναγκάζουν να περιλάβουμε στο παρόν λήμμα και λέξεις που δεν είναι καθαρά (ή και καθόλου) σλανγκ. ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΤΟ ΛΗΜΜΑ ΜΕ ΔΙΚΗ ΣΑΣ ΕΥΘΥΝΗ.

Η ευχή (του Θεού) και ο πούτσος είναι δύο σημεία που ορίζουν μία ευθεία. Η ευθεία αυτή αναπαριστά την κλίμακα ισχυρότητας μιας ομάδας εκφράσεων, που χρησιμοποιούνται σε δύο κύριες δέσμες συμφραζομένων: ως συνοδευτικά ερωτήσεων, π.χ. πού στην ευχή/πού στον πούτσο, και ως επιφωνηματικές εκφράσεις/λάιτ κατάρες.

Α. Συνοδευτικά ερωτήσεων:

Η κλίμακα από το λιγότερο προς το περισσότερο συναισθηματικά φορτισμένο έχει ως κάτωθι.

i. Πού στην ευχή, πού στο καλό.

ii. Πού στα κομμάτια.

iii. Πού στην οργή.

iv. Πού στον κόρακα, πού στο λύκο.

v. Πού στο διάβολο (διάολο/διάλο), πού διάβολο (διάολο/διάλο).

vi. Πού στον πούτσο.

Όλα τα ανωτέρω συνδυάζονται και με άλλες ερωτήσεις, όπως ποιος, τι, γιατί κλπ..

Β. Επιφωνηματικές εκφράσεις/Λάιτ κατάρες:

Λέμε «ά(ει) στην οργή, στο διάβολο» κλπ. έτσι γενικά, στον αέρα, για να εκφράσουμε είτε οργή είτε έκπληξη είτε και θαυμασμό. Επίσης τα λέμε προς συγκεκριμένο άνθρωπο, διαολοστέλνοντάς τον. Η κλίμακα συναισθηματικής φόρτισης είναι η ίδια, μόνο που ο πούτσος εδώ δε χρησιμοποιείται (αντίθετα από τη γενική του συνήθεια να χρησιμοποιείται παντού και πάντα).

Άμα βαριέστε τα σεντόνια, μπορείτε να σταματήσετε εδώ.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

  1. Όλο αυτό το πλέγμα εκφράσεων έχει εξυφανθεί γύρω από μία κεντρική, την οργή: Πού στην οργή...; Εννοείται η οργή του Θεού.

Η ευχή, του Θεού πάλι, είναι ένας ευφημισμός για την οργή. Θέλω να σε στείλω στην οργή του Θεού, αλλά την τελευταία στιγμή συγκρατούμαι. (Κάνω να σε καταραστώ μα πάλι σε λυπούμαι, κατά το municipal song). Το ίδιο είναι και το καλό (πού στο καλό...;).

Ο διάβολος πάλι, είναι προορισμός ακόμη χειρότερος από την οργή του Θεού. Εδώ θέλω να σε καταραστώ και όχι μόνο δε συγκρατούμαι, αλλά υπερθεματίζω κιόλας.

Αλλά όχι, θα συγκρατηθώ. Λίγο όμως: άει στον κόρακα! Αυτή είναι μια έκφραση ευφημισμού για το άει στο διάολο, που την έλεγαν ήδη από την αρχαιότητα (προ Διαόλου δηλαδή!): ἔρρ' ἐς κόρακα. Το ίδιο περίπου είναι και ο λύκος, ο οποίος επιπλέον αντιπροσωπεύει και μία πραγματική απειλή, ως ζώο επικίνδυνο και, κατά περίπτωση, έως και ανθρωποφάγο.

Άλλοι, πιο άμεσα κατανοητοί ευφημισμοί για το διάβολο είναι ο διάτανος και ο διάδρομος (πού στο διάτανο, άει στο διάδρομο).

Τα τσακίδια, τα γκρεμίδια και τα κομμάτια είναι γενικώς ευφημισμοί, όχι αντί κάποιας συγκεκριμένα από τις υπόλοιπες εκφράσεις. Όμως τα μεν κομμάτια, ως υπαρκτή λέξη που δε σημαίνει τίποτε το κακό, είναι πολύ πιο ήπια από τα άλλα δύο, που έχουν μια βιαιότητα στη μορφή και την έννοιά τους.

Τα γαμίδια δεν μπορούμε βέβαια να τα πούμε ευφημισμό. Είναι επιτατικότερη, ακόμη πιο έντονη και βίαιη και εκφραστική, παραλλαγή των προηγούμενων. Συνεπώς, η ευθεία γραμμή που λέγαμε στην αρχή ότι εκφράζει την κλίμακα έντασης των εκφράσεων, ενώ ισχύει σε συγχρονικό επίπεδο, αν τη δούμε στη διαχρονία της (στο πώς γεννήθηκε η κάθε φράση) κάνει πολλά μπρος πίσω: το ένα είναι επιτατικό του άλλου, που είναι ευφημισμός του παράλλου, και πάει λέγοντας.

Τέλος, έχουμε τον πούτσο. Αυτός δεν κολλάει πουθενά. Οι λόγοι που έχει ενταχθεί κι αυτός στο πλέγμα είναι κατά τη γνώμη μου δύο: αφενός, η γενική τάση να τον βάζουμε παντού (ιδίως όσοι δεν τον βάζουμε αρκετά συχνά εκεί όπου κυρίως θα θέλαμε, οπότε ξεδίνουμε με τα λόγια). Και αφετέρου, μία παρανόηση που προκαλούν οι πολλοί ευφημισμοί: παλιά, όταν θέλανε να πούνε «διάβολος» και αντ' αυτού λέγανε κάτι άλλο, δεν το έκαναν επειδή η λέξη είναι άσεμνη αλλά πιο πολύ από ένα θρησκόληπτο/προληπτικό φόβο του ίδιου του διαβόλου. Όσο αυτές οι αντιλήψεις υποχωρούν, το «σόκιν» μετατοπίζεται από τα διαβολικά προς τα άσεμνα. Και τα κατεξοχήν άσεμνα είναι βέβαια τα σεξουαλικά. Δηλαδή ο άλλος θεώρησε ότι η λέξη που εννοείς αλλά δε λες θα πρέπει να είναι πολύ σόκιν, τουλάχιστον ένας πούτσος. Ή, αλλιώς, θέλησε να βρει κάτι πολύ βαρύ να πει, ο διάβολος όμως είχε αλαφρύνει από την εποχή των γιαγιάδων μας, οπότε τι είναι σήμερα βαρύ; ο πούτσος.

  1. Οι παραλλαγές της λέξης διάβολος, όσο πιο κοντά είναι στην κανονική της μορφή, τόσο πιο ήπιες είναι: πιο ήπιο είναι το πού διάβολο, πιο βαρύ το πού διάολο, ακόμη πιο βαρύ το πού διάλο. Δηλαδή, όπως γίνεται συνήθως, η κοινότερη λέξη φέρει μικρότερο συναισθηματικό φορτίο από τη σλανγκοπρεπέστερη.

Παραδόξως, το αντίθετο συμβαίνει με τη σύνταξη: η πλήρης σύνταξη πού στο διάβολο ακούγεται βαρύτερη από την ελλειπτική πού διάβολο. Ίσως επειδή οι περισσότερες λέξεις ακούγονται εμφατικότερες, ενώ οι λιγότερες περνάνε και λίγο απαρατήρητες.

  1. Αντί ποιος (στο) διά[β(ο)]λο λέμε και ποιος διά(β)ολος.

  2. Οι ερωτήσεις πού στην οργή κλπ. εκφράζουν, κατά την κλίμακα που τις βάλαμε, μία γκάμα συναισθημάτων από απλή απορία (τι στο καλό είναι αυτό;) έως οργή και αγανάκτηση (πού στον πούτσο είσαι τόσες μέρες;).

— Παρακαλώ πολύ, μήπως ξέρετε πού στον πούτσο είναι η οδός Αμασείας;
— Τρίτο στενό αριστερά.
— Ευχαριστώ πολύ, καλημέρα σας.
— Να πάτε στην ευχή του Θεού.

Δες και τι στον πούτσο;

Παράβαλε την σχετική έκφραση.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εκτός από τα ήδη γραμμένα, σημαίνει ακόμη:

Α.

  1. Αποκτώ κάτι υποσκελίζοντας άλλον που το εποφθαλμιούσε.

  2. Αποκτώ κάτι από κάποιον που δεν ήθελε να μου το δώσει.

  3. Κλέβω.

  4. Κάνω οικονομικές καταχρήσεις. (Στη συγκεκριμένη περίπτωση χρησιμοποιείται με πραγματικό ή εννοούμενο αντικείμενο τη λέξη λεφτά).

Β.

  1. Ξοδεύω, σπαταλώ (γενικά).

  2. Ξοδεύω, σπαταλώ χρήματα ή περιουσιακά στοιχεία που έχω φάει (με την έννοια Α2 ή Α4) από άλλον.

Α.

  1. Όταν ήμασταν φοιτητές, θυμάμαι που πηγαίναμε στα δισκάδικα και, όταν βρίσκαμε κάποιο δίσκο που τον θέλαμε οπωσδήποτε αλλά δεν είχαμε φράγκα, τον κρύβαμε σε κανένα άσχετο ράφι, π.χ. από ψυχεδέλεια στα σκυλάδικα, για να μη μας τον φάει κανείς μέχρι να ξανάρθουμε με φράγκα. Εκεί θα τον έβρισκε μόνο κάποιος που δεν ενδιαφέρεται.

  2. Σ' έβαζα στο σπίτι μου, σε είχα γι' αδερφό μου,
    σου έδινα τα ρούχα, τα λεφτά και τ' αυτοκίνητό μου (ναι, τ' αυτοκίνητό μου),
    εσύ όμως πήγες να μου φας και το κορίτσι το δικό μου.

(Ποίηση Ν. Καρβέλα - το πλήρες άσμα εδώ.)

  1. Εμείς τρώμε τα λάχανα, τσιμπούμε τις παντόφλες
    για να μας βλέπουν ταχτικά της φυλακής οι πόρτες.

(Ευ. Παπάζογλου, «Οι λαχανάδες» [το γνωστό «Κάτω στα Λεμονάδικα»]. Λάχανα = πορτοφόλια.)

  1. Γύρω σαΐνια κανάγιες
    τρώνε με δέκα μασέλες,
    θέλουν βρεμένη σανίδα
    και τους φερόμαστε και ευγενικά.

(Γ. Μηλιώκας, «Να δεις που κάποτε θα μας πούνε και μαλάκες».)

Β.

  1. Πουλήσαμε την τράτα μας, φάγαμε τα λεφτά μας,
    δραχμή δεν αποτάξαμε για τα γεράματά μας.

(Δημώδες)

Γιατί στον άλλονε ντουνιά λεφτά δε θα περνάνε.
Τα 'χουν, τα λιβανίζουνε! Δεν ξέρουν να τα φάνε;

(Μ. Βαμβακάρης, «Όσοι έχουνε πολλά λεφτά».)

  1. Μου 'φαγες όλα τα δαχτυλίδια
    και κοιμάμαι τώρα στα σανίδια.

(Ποιανού είναι αυτό;)

Ευ. Παπάζογλου, "Λαχανάδες". Τραγουδά ο Κ. Ρούκουνας. Τραγούδι - σλανγκωρυχείο. (από Ο ΑΛΛΟΣ, 05/07/09)και για όσους δεν κατάλαβαν... (από joe909, 12/10/11)

Του Μητσάκη

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ικανός, επιτήδειος, καταφερτζής σε κάτι, κατά τρόπον ώστε να προκαλεί το θαυμασμό, τσίφτης. Αυτός ο θαυμασμός, σε συνδυασμό με την ακουστική της λέξης, φέρνουν την έννοιά της κοντά σ' αυτήν του μάγκα. Ωστόσο, πρόκειται για σύμπτωση.

Η λέξη προέρχεται από το ιτ. maggiore / αγγλ. major = ταγματάρχης.

Το θηλυκό είναι μαγκιόρα ή μαγκιόρισσα. Σημαίνει το ίδιο.

Παράγωγο επίθετο: μαγκιόρικος, -η, -ο. Εδώ η σημασία έχει συμπέσει τελείως με αυτήν του μάγκικος.

  1. Γεια σου ρε Γιάννη Αραμπατζή
    που 'σαι μαγκιόρος τεκετζής.

(Μ. Βαμβακάρης: «Κάν' τονε Σταύρο»)

  1. Τι έκανε ρε το άτομο; Από δω τα 'φερε, από κει τα 'φερε, από κει που τους είχε φάει τα φράγκα στο τέλος τους έκανε να του ζητάνε και συγγνώμη! Είναι μαγκιόρος ο πούστης!

  2. -Αυτά τα δήθεν μαγκιόρικα, «άμα λάχει» και «δικέ μου» και δεγκζερωτί, όχι εδώ μέσα.
    -Καλά ρε πατέρα, δεν είπαμε και τίποτα!

Μαγ(κ)ιόρκα (από GATZMAN, 15/07/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η αγάπη του κόσμου μού δίνει δύναμη. Έτσι, κατόπιν εκκλήσεων του κοινού, τι να κάνω, τον καταχωρίζω τον ορισμό (προς θεού όχι το λήμμα)! Αμ' έλα που δεν έχω να προσθέσω και πολλά παραπάνω απ' όσα είπα στο σχόλιο του άλλου ορισμού! Πάμε λοιπόν τα ίδια (στο τέλος και στο παράδειγμα μόνο πρωτοτυπώ λίγο):

Η θείτσα ορίζεται όχι μόνο από την εμφάνιση και την ηλικία, αλλά σε μεγάλο βαθμό και από την ιδεολογία που εκφράζει: η θείτσα είναι το προπύργιο του συντηρητισμού... ή μάλλον όχι, ποιο προπύργιο; Η θείτσα θα ήθελε να είναι το προπύργιο, αλλά τελικά εκφράζει ένα συντηρητισμό, τον οποίο δεν μπορεί να υπερασπισθεί παρά μόνο με σαθρά επιχειρήματα τύπου «α πα πα», «τς τς τς», «πού φτάσαμε» κ.λπ., ελπίζοντας ότι θα βρεθεί κάνας άλλος να τον υπερασπιστεί καλύτερα. Αλλιώς αφήνεται στην τύχη της, δηλαδή στο να παρακολουθεί στωικά την κατρακύλα της κοινωνίας μας.

Η θείτσα:

  • Φοβάται τους Αλβανούς, τους μαλλιάδες και τους οδηγούς δικύκλων (όχι γιατί είναι επικίνδυνοι οδηγοί, αλλά για την ηθική τους).
  • Λυπάται τους 25+ ανύπαντρους.
  • Καταδικάζει τις πορνόψυχες κοπέλες που αφήνουν ακάλυπτα τα μπράτσα και τους αστραγάλους τους και μακιγιάρονται.
  • Θα φοβόταν και θα σιχαινόταν τους ομοφυλόφιλους, αλλά τη σώζει το ότι στο βάθος της ψυχής της δεν έχει αποδεχθεί ότι αυτοί όντως υπάρχουν.
  • Θεωρεί τεντυμποϊσμό το να τρέχει ένα παιδί στην πλατεία για να πιάσει την μπάλα.
  • Θεωρεί ως προσωπική επίθεση εναντίον της το να ακούει κάποιος οποιαδήποτε μουσική, εκτός από Αττίκ.
  • Είναι κατά της χειραφέτησης των γυναικών.
  • ...και άλλα ανάλογα.

    Η θείτσα δεν είναι το ακριβές θηλυκό αντίστοιχο του μπάρμπα, αλλά μάλλον του θείτσου (σπάνια αλλά υπαρκτή λέξη). Οι αντιλήψεις της, η φρασεολογία της, η αισθητική της (π.χ. σεμεδάκι στην τηλεόραση, καλύμματα pied de poule στα έπιπλα, πάρα πολλά κρύσταλλα και πορσελάνες μικρής αξίας μεγάλης ηλικίας εντελώς ολοκαίνουργα), τα προσφιλή της αντικείμενα και ό,τι άλλο προσιδιάζει στον ανθρωπότυπό της χαρακτηρίζονται θείτσικα.

  1. -Λοιπόν, πώς ήταν οι διακοπές; Είχαμε κάνα ευχάριστο;
    -Όχι Ιωάννα, ΔΕΝ ΕΙΧΑΜΕ ΚΑΝΕΝΑ ευχάριστο! Άμα γαμήσω, θα σε ενημερώσω.
    -Καλά... Εγώ φταίω που ενδιαφέρομαι σα φίλη σου. Μείνε μαγκούφης να δω τι θα καταλάβεις.
    -Ρε Ιωάννα, Χριστέ μου να πούμε! Από πότε έγινες θείτσα;

  2. -Νεαρέ, σε παρακαλώ να χαμηλώσεις αυτή τη φρικτή μουσική αμέσως.
    -Μα ποιον ενοχλώ; Εφτά το απόγευμα είναι.
    -Νεαρέ, θα ήθελα να ξέρεις ότι εδώ είναι μία αξιοπρεπής πολυκατοικία. Όλοι οι ένοικοι έχουν αγανακτήσει με τα σούρτα φέρτα που βλέπουν στο διαμέρισμά σου. -Δεν κατάλαβα, θα σας δώσω λογαριασμό ποιος μπαίνει σπίτι μου;
    -Εδώ δεν είχαμε παλιά ναρκομανείς, ούτε πρόστυχες γυναίκες...
    -Ε άει στο διάολο ρε θείτσα να πούμε! Δεν πας να πεθάνεις λέω γω, που κάθομαι και σ' ακούω κιόλας!

  3. -Έλα ρε φίλε που μου σκας και με το γυαλί το θείτσικο!
    -Τι θείτσικο ρε μαλάκα; Το στρογγυλό γυαλί μου το Λέννον; Μην τσακωθούμε τώρα!
    -Ναι, καλά. Πριν τον Λέννον οι γιαγιάδες τα φοράγανε, μετά τα έβαλε ο Λέννον και μετά τα βάλανε όλοι.
    -Πλάκα μού κάνεις; Αυτά ήτανε πριν μισό αιώνα!
    -Ε α γεια σου! Κι ο Λέννον πριν μισό αιώνα ήτανε, εσύ τώρα τον θυμήθηκες;

βλ. και θειόκα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μονάδα μέτρησης της φούντας. Μια μπάμια ήταν ένα αλουμινόχαρτο ή νάιλον φακελάκι με μια σχετικά μικρή ποσότητα φούντας, που υποτίθεται ότι ήταν ζυγισμένη και έκανε ακριβώς όσο πρέπει. Άλλοι έδιναν μπάμιες του διχίλιαρου, άλλοι του ταλήρου κ.ο.κ. Βέβαια η σχέση τιμής - ποσότητας στην πραγματικότητα εξαρτιόταν αποκλειστικά από τη σχέση πελάτη - εμπόρου.

Τις μπάμιες δεν τις έφερναν μόνο τα βαποράκια, τις έβρισκες και επιτόπου, κυρίως σε καταυλισμούς Γύφτων. Δεν χρειαζόταν να τους ξέρεις, ούτε να έχει προηγηθεί συνεννόηση. Απλά, θα σε γελούσανε. Και ήταν και καρφωμένα στέκια. Άρα, μία ασύμφορη λύση, μόνο για περιπτώσεις ανάγκης.

Δεν ξέρω αν όλα αυτά γίνονται ακόμη.

Δεν ξαναπάω στους Γύφτους. Καλύτερα να μην πιω, παρά όλη τη λαχτάρα που τράβηξα στο πιο καρφωμένο στέκι της Αττικής, για δυο μπάμιες που τις πλήρωσα χρυσές κι ήταν και Αλβανία.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όχι πως θα διενοούμην ποτέ να διορθώσω την ΕιρωΝικ, που έχει ήδη φτιάξει το ομώνυμο λήμμα. Αλλά, μιας και σκέφτηκα να ψάξω αν μια φράση που μου 'ρθε στο νου έχει καταχωρηθεί, και δεν τη βρήκα 100% όπως την έψαχνα, είπα να την προσθέσω, εν πάση ταπεινότητι.

Λοιπόν: το απειλητικό «κανόνισε», είτε σκέτο είτε ως «κανόνισε να...», σημαίνει στην πραγματικότητα «κανόνισε να μην» ...κάνεις αυτό που φοβάμαι, γιατί τότε... Π.χ. στη φράση «κανόνισε να της τα πεις όλα» σημαίνει «μην τολμήσεις και της τα πεις όλα».

-Λοιπόν, όπως είπαμε: αύριο έντεκα πλατεία, στο κάτω περίπτερο.
-Ναι.
-Κανόνισε να με στήσεις κάνα σαραντάλεπτο.
-Αφού δεν αργώ ρε μαλάκα ποτέ, κόφ' το τώρα! Μια φορά έτυχε και το 'κανες θέμα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified