Εφήμερη, μετεμφυλιακή σλανγκιά του 1950, με την οποία χαρακτηρίζονταν οι εξόριστοι που ψήφισαν την Δημοκρατική Παράταξη, δηλαδή το αριστερό πολιτικό σχήμα που κατέβηκε στην τότε εκλογική αναμέτρηση, και το οποίο διαδέχτηκε η ΕΔΑ στις εκλογές του 1951.

«Ήμασταν 5 όλοι από ένα Νομό. Είχαν ψηφίσει ένας Φιλελεύθερους, ένας ΕΠΕΚ και τρεις ΔΠ, ο λοχαγός τους κάλεσε και τους πέντε και ρώτησε

«Ποιος ψήφισε Φιλελεύθερους;» Βγήκε αυτός που είχε ψηφίσει και τον έδιωξε.

Ύστερα «Ποιος ψήφισε ΕΠΕΚ;» Βγήκε ακόμα ένας.

«Δεν βρήκες κανένα εθνικό κόμμα να ψηφίσεις βρε γαιδούρι;»

«Μα είχα υπηρετήσει στο γιατρό Αρβανιτάκη που μου έσωσε την αδελφή».

«Φύγε κάθαρμα. Στο πειθαρχείο»

Και ύστερα παρέλαβε εμάς τους τρεις: Με βρισιές και κλωτσιές και μας έστειλε στη γραμμή που συγκέντρωναν τους «Δέλτα – Πίτες». Τριάντα κλείστηκαν στο πειθαρχείο και 150-160 υποβιβάστηκαν στην γ κατηγορία».

εδώ

Οσο για τ’ αποτελέσματα που έδωσε το «Αναμορφωτικό» τους σύστημα πάνω στις χιλιάδες των κρατουμένων, το απέδωσαν με την ψήφο τους ανάγλυφα οι «Δελτα-πίτες» στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1950.

Ολα τα παιδιά αυτά, που ζητωκραύγαζαν πότε υπέρ του Βασιλόπουλου κι άλλοτε υπέρ του Μπαϊρακτάρη, [...] τα παιδιά αυτά της ΕΠΟΝ και της Εθνικής Αντίστασης, που κάτω από άγρια βασανιστήρια είχαν κάνει τη δήλωση μετανοίας [...] Ψήφισαν όλα τη Δημοκρατική Παράταξη – το σύνθημα της ομάδας κρατουμένων – και τίναξαν τη Μακρόνησο και το σύστημά της στον αέρα.

εκεί

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μέλος της αφρόκρεμας του στρατεύματος. Κατά βάσιν ένας λεπτολόγος χειρώναξ με εκρηκτική ιδιοσυγκρασία.

Περί την ετυμολογία μη με ζορίζετε για θα πέσετε να παίρνετε μέχρι να δείτε τον Χριστό φαντάρο.

Την ώρα που για την πλειονότητα των στρατιωτών η θητεία δεν είναι παρά απίστευτες ώρες μοναξιάς και ανίας, υπάρχουν και σώματα που δεν σε αφήνουν να βαρεθείς ούτε λεπτό.

Ούτε και να ξεκουραστείς φυσικά, καθώς μιλάμε για την ελίτ των ειδικοδυναμιτών της οικουμένης!

δώθε

Στο πλαίσιο του εορτασμού της διάθεσης του League of Legends στη Βραζιλία, ο Ειδικοδυναμίτης Γκάνγκπλανκ κατευθύνει την επίθεση μέσα στην άγρια ζούγκλα, εξοπλισμένος με ένα μοντέρνο πιστόλι, μια ζόρικη χατζάρα και ένα μουράτο μπερέ μάχης.

κείθε

στρατιώτης αντέδρασε όταν ένας ειδικοδυναμίτης τον αποκάλεσε ζώο.

σαπέρα

[...]το κοιμητήριο του ναού[...]τα χρώματα της ελληνικής σημαίας[...]αμέτρητες πορσελάνινες φωτογραφίες με συγκινητικά στιχάκια και κοντά τους τα διακριτικά ενός νεαρού ειδικοδυναμίτη[...]

ολούθε

Got a better definition? Add it!

Published

Χωροφύλακας. Ληστρική σλανγκιά της δεκαετίας του 1920 (νταξ, συν πλην), αγνώστου στον γράφοντα ετύμου. Λόγω όμως που ο τελευταίος αρέσκεται στη μαθηματική σκέψη, προτιμά να το σκέφτεται κάπως έτσι, αφού 5Χ5=25.

Πέραν των μαλακιών όμως, όποιος ξέρει τίποτις ετυμολογικώς σοβαρόν ας καταθέσει τον οβολόν του στα σχόλια εδώ από κάτου.

Οι ληστές κατεξευτέλιζαν τους νόμους, τα εκτελεστικά όργανα της πολιτείας, δηλαδή τους χωροφύλακες, αλλά και αυτό το ίδιο το κράτος. Γι αυτό και οι "εικοσιπενταράδες", ή "σακαράκες" ή "καραβανάδες" ή "σταυρωτήδες" ή "σπαθάδες" όπως αποκαλούσαν τους χωροφύλακες [...] βασάνιζαν για ψύλλου πήδημα τους χωρικούς και τους κτηνοτρόφους [...]

Οι χωροφύλακες δεν σταμάτησαν να πυροβολούν μέχρι που οι σφαίρες τους τελείωσαν, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα οι ληστές να διαφύγουν [...] Ύστερα από λίγο [...] οι άντρες του καταδιωκτικού αποσπάσματος άκουσαν κάποιον να τους φωνάζει: "Μπορεί, ωρέ εικοσιπενταράδες, να πάρετε τις κάπες και τα τσαρούχια μας αλλά τα κεφάλια μας δεν θα τα πάρετε ποτέ!"

Βασ. Τζανακάρης Οι λήσταρχοι. Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν. Εκδ. Μεταίχμιο 2015.

Got a better definition? Add it!

Published

Είμαι σε μαύρη μελαγχολία, έχω τα ψυχολογικά μου χάλια, είμαι να με κλαίνε οι ρέγγες.

Για φάσεις που πιάνουμε εντελώς πάτο, τα μαύρα πανιά κάνουνε άμα λάχει και για σάβανο, όπως μας λέει το πρώτο παράδειγμα.

Τώρα για λάθος ιστιοφορίες, γκρεμοτσακίσματα από βράχους, ονοματοδοσίες θαλασσών και άλλα τέτοια άσχετα, να πα ν' ανοίξετε καμιά Ελληνική Μυθολογία και μη μού ζαλίζετε τον έρωτα, άντε μπράβο.

  1. Τ’ ακούει ο άλλος βασιλέας, πως του τάδε βασιλέα η δυχατέρα έκαμε ένα σιμιγδαλένιο και τον πήρε άντρα, το μαθαίνει κι η δυχατέρα του αυτουνού, και πέφτει στα μαύρα πανιά να πεθάνει. Ήθελε αυτή το Σιμιγδαλένιο για άντρα. ώρα καλή

  2. Την προηγούμενη εβδομάδα ήμουν στα μαύρα πανιά: «την κάψαμε την αριστερά» και μαζί τη χώρα σκεφτόμουν. Δε θα ξανασηκώσουμε κεφάλι… στην

  3. καλησπερα κοριτσια! πριν απο μια ωρα περιπου γυρισα απο την εξεταση doppler και αυτη την στιγμη ειμαι στα μαυρα πανια! πρύμνη σου

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο καλός κύριος Jack Daniels, με μια πινελιά βιβλικού σλανγιωτατισμού.

Και Ιακωβο Δανιηλ εχουμε για τους πιο απαιτητικους!!! χιπς!!!

Είμαστε οι: Ιάκωβος Δανιήλ 33 χρονών Οδοντοτεχνίτης, Γιάννης Ουωκίδης 33 χρονών Ζογκλέρ, Βαλεντίνος 33 χρονών Ασφαλιστής, Δημήτρης Μπίνης 33 χρονών Σφουγγαράς, Haig (είναι ξένος μετανάστης και γράφει μόνο για τη Χ.Α.) 33 χρονών Χρηματιστής, Γκράους ο διάσημος 33 χρονών Μοντέλο και Γκ. Λεφίντις (της μεγάλης των «πλάβι» σχολής) 33 και αυτός, Μπασκετμπολίστας. χικ!!!

Ρε παιδιά, με όλο το σεβασμό δηλαδή, τι σημαίνουν οι στίχοι?

Πιά είναι η "αλήθεια" που χάσκει? Ότι την θέλουμε να καεί απο τα δάκρυα μας? Ότι μας λείπει?

Νομίζω πρέπει να ανανεώσω την γνωριμία μου με τον εκλεκτό κύριο από το Tennessee ονόματι Ιάκωβος Δανιήλ και να ξαναδοκιμάσω, μπας και καταλάβω. πες τα χρυσόστομε

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τώρα αυτό σλανγκ το λες δεν το λες, μα μιλάει για έναν κόσμο διάφανο.

Είναι η κλασική ευχή που ανταλάσσουν οι πωρωμένοι ψαροντουφεκάδες. Αυτοί που φωτογραφίζονται και βιντεώνονται με την ψαριά ανά χείρας στα ιντερνέτια και στα περιοδικά του χώρου. Αχρείου και Παρεισάκτιδος γίγνονται παίδες δύο. Πρεσβύτερος μεν Φατσομπούκης, νεότερος δε Τούμπης.

Σημαίνει απλά πως το σημαντικότερο κομμάτι της βουτιάς είναι η ανάδυση. Πως το καλύτερο ψάρι το πουλάνε στα ψαράδικα. Πως είναι καλύτερα να τα σκάσεις παρά να σε βρούνε σφηνωμένο σε τίποτα χάλαρα.

Στοιχειώδη πράγματα δηλαδή. Κοινώς αποδεκτά.

Επί των οποίων τη συμφωνία τους έχουν κωδικοποιήσει με την επινόηση μιας κοινά αποδεκτής ευχής.

Και μετά πνίγονται.

μπραβο μπραβο παιδια παρα πολυ καλη δουλεια καλες αναδυσεις εδώ

KAΛΟ ΠΑΣΧΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΚΑΙ ΚΑΛΕΣ ΑΝΑΔΥΣΕΙΣ εκεί

Ωραιο βιντεο .. βοηθαει παντως πολυ να εχεις στη πλατη σου τον ηλιο στο καρτερι ... παντα τετοια ! Καλες αναδυσεις!!! αλλού

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

(Το λήμμα δεν θα μπορούσε να γραφτεί χωρίς την καθοριστική συμβολή του Δύτη των Νιπτήρων, που εδώ, στο σχόλιο 7, έριξε στο τραπέζι τη λέξη που έλειπε, βάζοντάς με στον σωστό δρόμο. Δεν γνωρίζω τον άνθρωπο προσωπικά, όμως τον ευχαριστώ θερμά για τη βοήθεια. Αυτονόητες είναι οι ευχαριστίες μου και προς τον σύσσλανγκο sarant που είχε την καλοσύνη να φιλοξενήσει την απορία μου στο ιστολόγιό του).

Η λέξη καλτανκανάτι σημαίνει ανάριχτο φόρεμα του πανωφοριού στις πλάτες, χωρίς να περαστούν τα μανίκια, αλλέως αναπεταρίκι. Ο Ηλίας Πετρόπουλος καταγράφει τη λέξη ως τροπικό επίρρημα (καλτακανά), συνδέοντάς την εσφαλμένα με το τουρκ. kaltak = πόρνη. Εν τούτοις, η λέξη διασώζεται με την μορφή που λημματογραφείται εδώ ήδη από το 1835. Σε σχόλιό μου εδώ είχα διατυπώσει παλιότερα τις ενστικτώδεις επιφυλάξεις μου σχετικά με την Πετροπούλεια ετυμολογία, μαντεύοντας σωστά τη μισή αλήθεια (νταξ, τα μισά). Την υπόλοιπη τη χρωστάω στον ως άνω Λαβαμπό Βουτηχτησί Εφέντη.

Το λεπόν: Η (καρα-ρετρό, εξαφανισμένη πλέον) λέξη προέρχεται από παραφθορά του τουρκ. kartal kanat / kartal kanadı = φτερό αετού, και παραπέμπει ευθέως στην εικόνα 2 φτερών που ανεμίζουν πίσω από τον φέροντα το ένδυμα. Πρόκειται για τούρκικο ιδιωματισμό που σημαίνει ακριβώς αυτόν τον τρόπο φορέματος του παλτού / πανωφοριού / επενδύτη.

Τη μετάφραση των παραδειγμάτων την έκανα με τα χεράκια μου, άρα μάλλον φέρω και τη σχετική ευθύνη γμτ.

ΚΑΛΤΑΝΚΑΝΑΤΙ (το βάλσιμον του επανωφοριού όχι με τα μανίκια περασμένα. Ο Γαζής εσημείωσεν ομώνυμον λέξιν το Αναπεταρίκι: δεν την ήκουσα).

Σκαρλάτος Βυζάντιος εδώ

Η πόρνη, για να ανταπεξέλθει στο κρύο (μην ξεχνάτε πως ήταν σχεδόν γυμνή) καθότανε σε μιά καρέκλα, καβάλα στο μαγκάλι, με ανοιχτά τα σκέλια, ρίχνοντας μια πατατούκα στη ράχη της. Γιαυτό, όταν βλέπουμε κάποιον με ανάριχτο παλτό λέμε: το φόρεσε καλτακανά.

Ο Ηλίας Πετρόπουλος τα κάνει ετυμολογικώς πουτάνα όλα, στο Μπουρδέλο, εκδ. γράμματα.

20-30 kişilik bir göçmen kafilesi başında bulunan bu ihtiyar, omuzlarına kartal kanadı attığı paltosu ve elindeki asası ile bir yolcudan çok doğu mitolojisindeki yarı tanrı kabile reislerine benziyordu. (Αυτός ο γέρος ο επικεφαλής μιας ομάδας 20-30 προσφύγων, με το παλτό ανάριχτο στους ώμους και το ραβδί στο χέρι, έμοιαζε περισσότερο με ημίθεο αρχηγό φυλής της ανατολίτικης μυθολογίας παρά με ταξιδιώτη).

εδώ

Sekiz köşe kasket vardı başında, ayakkabılarının topukları basılıydı, palto omuzlarında kartal-kanat, sarkık bıyıkları fırça gibiydi [...](Στο κεφάλι φορούσε μια οκτάγωνη τραγιάσκα, τα τακούνια των παπουτσιών του ήταν φαγωμένα, το παλτό ανάριχτο στους ώμους, τα κρεμαστά μουστάκια του σαν βούρτσα [...]

εκεί

Παραπέρα το kartal kanat ως παλιό οθωμανικό ένδυμα, που ακόμα παραπέρα περιγράφεται ως μπολερό με μανίκια που μοιάζουν με φτερά αετού.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

(Όχι, δεν το είχαμε). Κοινότατη έκφραση που σημαίνει πως κάποιο συγκεκριμένο θέμα δεν πρέπει να το θίγουμε καθότι ενοχλεί, πονάει, τσούζει, σφάζει, μας φέρνει σε δύσκολη θέση τεσπα. Καυτή πατάτα ένα πράμα.

Απ' όσο καταλαβαίνω τούρκικο πρέπει να είναι, καθ' όσον έχουμε (νταξ, όχι εμείς, οι γειτόνοι) την ευρέως γουγλιζόμενη έκφραση içi cız etmek = κάνει τζιζ το μέσα μου = θλίβομαι, στεναχωριέμαι, πονάει η καρδιά μου.

Στον Μπάμπη που διαθέτω γιόκ. Ο Τριαντά το 'χει ως παιδική έκφραση με μιά ψιλοανορθογραφία στην ετυμό (είπαμε, στα τούρκικα άλλο το -ı- κι άλλο το -i-, να προσέχετε βρε χαϊβάνια όταν μιλάω).

Nöbetçi voltasını sürdürüyor. Bakmadan. Konuşmadan. Cigarasını bizim hücrenin önüne geldiğinde yere attı. Ayağıyla ezdi. Etimde söndürülmüş gibi cızz etti yüreğim. (Ο σκοπός συνεχίζει τη βόλτα του. Χωρίς να κοιτάζει. Χωρίς να μιλάει. Φτάνοντας μπροστά στο κελί μας πέταξε το τσιγάρο του στο πάτωμα. Το πάτησε με το πόδι του. Πόνεσε η καρδιά μου, σαν να το είχε σβήσει πάνω μου).

Χαρμάνης κομμουνιστής, κρατούμενος επί χούντας Εβρέν λιγουρεύεται νύκτωρ το τσιγάρο του φρουρού. Ιστορία με καλό τέλος από το αυτοβιογραφικό En Uzun Eylül του Sinan Oza, καλή του ώρα. Εκδ. Amaç, 1989.

Η Ελισώ για φυλακές και εξορίες άκουγε, το μέσα της τζιζ έκαμνε, καλά που ο Χρηστάκης της πότε πότε ένα τηλέφωνο την έκαμνε, καλά είμαι, μην ανησυχείτε, την έλεγε, κομμάτι ηρέμιζε, η καρδιά της στη θέση της πήγαινε άμμα, για πολύ λίγο.

Τα ρωμέικα της Πόλης ως γλωσσική γέφυρα. Δημ. Τσαλίδης Ο τουρκόσπορος (γιόκ τζάνιμ 2), εκδ. Νεφέλη.

ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΜΕ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΡΑΦΟΝΤΑΙ, ΟΥΤΕ ΛΕΓΟΝΤΑΙ, ΕΠΕΙΔΗ ΚΑΝΟΥΝ 'ΤΖΙΖ'!!!

Ένα θέμα που κάνει τζιζ...Διαβάστε το πριν αποσυρθεί!!!
Ο προπονητής αξίας [...] για να έρθει θα ζητήσει μεταγραφές ουσίας,δυστυχώς αυτο κανει τζιζ.

Από το νέτι.

Got a better definition? Add it!

Published

Πυροσβεστική αργκό για την μικροεστία φωτιάς που συνεχίζει να καίει μετά την κατάσβεση της πυρκαγιάς και που μπορεί να αναζωπυρωθεί με κάποιο φύσημα του αέρα. Γαμώ το καντήλι του, που λένε και στο χωργιό μου.

Ζωάκια που έτρεχαν να σωθούν με φλεγόμενη γούνα, κόσμος που έψαχνε με φακούς μέσα σε καμμένα αυτοκίνητα μήπως βρει κάποιον δικό του άνθρωπο, νεκρό ή ζωντανό, άτομα που έπεφταν στη θάλασσα για να σωθούν [...] η λέξη «καντηλάκια» για τις εστίες φωτιάς που δεν έλεγαν να σβήσουν [...]

εδώ

Είναι-δεν είναι ένα μέτρο. Ρίχνει νερό με το λάστιχο στους θάμνους που μισοκαίγονται ακόμα ανάμεσα σε καρβουνιασμένα δέντρα και καμένα παιχνίδια - εδώ ήταν κάποτε η αυλή του σπιτιού του.

Είναι απολύτως συγκεντρωμένος, σχεδόν βλοσυρός, και δεν ρίχνει δεύτερη ματιά όταν καταλαβαίνει πως τον κοιτάζουν.

Εδώ και ώρες δεν έχει σταματήσει να σβήνει μικρά «καντηλάκια» φωτιάς παρόλο τον καπνό και την αφόρητη ζέστη.

εκεί

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κατά το γίνομαι Λούης.

Κάνω την πάπια, σφυράω αδιάφορα, κάνω τον παλαβό, τον Κινέζο. Ρετρό σλανγκιά του '30, της οποίας ωστόσο έχει καταγραφεί μια χρήση το 2006 (κρυφοκοιτάξτε στο α' παράδειγμα με προσοχή μη σας έρθει καμιά αδέσποτη).

  1. Ικανοποιώντας ερωτήματα αναγνωστών αναφέρουμε ποιος ήταν ο Μοσκιός, τον οποίο χρησιμοποίησε προχτές η Αλέκα Παπαρήγα, λέγοντας «Η ΝΔ κάνει τον Μοσκιό»: Στις 6/1/1931, στην Καλλιθέα, έγινε ένα φρικιαστικό έγκλημα που συντάραξε το πανελλήνιο. Η Αρτεμις Κάστρου και η κόρη της Φούλα Αθανασοπούλου, με τη βοήθεια του ανιψιού τους Μοσκιού, σκότωσαν τον Μήτσο Αθανασόπουλο, σύζυγο της Φούλας. [...]
    Οι δύο γυναίκες δικάστηκαν [...] Στο δικαστήριο κλήθηκε και ο ανιψιός τους Μοσκιός, που βοήθησε τη Φούλα και την Κάστρου να δολοφονήσουν τον Αθανασόπουλο. Ομως σε όλη τη διάρκεια της δίκης δεν είπε λέξη. Η παροιμιώδης «σιωπή» του στο δικαστήριο, καταγράφηκε στη συνέχεια ως λαϊκή ρήση. «Κάνεις τον Μοσκιό», έλεγε ο κόσμος. εδώ

  2. Το 1932 ο Ιάκωβος Μοντανάρης έγραψε ένα τραγούδι που πούλησε 250.000 δίσκους [...] Ο τίτλος του ήταν "Κακούργα πεθερά" [...] μουσική απόδοση της πιό πολύκροτης αστυνομικής υπόθεσης [...] μιά ολόκληρη χώρα ασχολούνταν επί δύο χρόνια με αυτό το έγκλημα [...] ο μικρός Μοσκιός, ένα παιδάκι μειωμένης αντίληψης [...] γιά πολλά χρόνια η φράση "κάνει τον Μοσκιό" σήμαινε "παριστάνει τον τρελό".

Δημ. Καμπουράκης "Μιά σταγόνα Ιστορία. Μέρος Τρίτο" εκδ. Πατάκη 2013

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified