Το λέμε όταν ζητάμε από πριν συγγνώμη για κάτι που θα πούμε που μπορεί να είναι άκομψο, ή να μην συμφωνεί με αυτό που πιστεύει ο άλλος και οι περισσότεροι. Όχι και πολύ συγγνώμη δηλαδή, γιατί συνήθως θέλουμε να την πούμε σε κάποιον και να διαφωνήσουμε έντονα και λέμε το σόρι για ξεκάρφωμα.

  1. Σόρι κιόλας για το θάρρος, αλλά με αυτή τη νοοτροπία δεν θα πετύχεις και πολύ στη σχέση σου.

  2. Κάποιες φορούσαν τζην με φούστα μέχρι τον κ..., σόρι κιόλας αλλά αυτό λέγεται άλλα ντ' άλλα κουτρουβάλα της Παρασκευής το γάλα!

  3. Σόρι κιόλας αλλά η ταινία είναι ο ορισμός του υπερεκτιμημένου! Βραβείο για μια ταινία που την γυρίζω κι εγώ που λέει ο λόγος;!

  4. - Μωρό μου σόρι κιόλας αλλά με πόσους έχεις πάει;
    - ...
    - Γιατί δε μιλάς;
    - Μετράω...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η κλασική παραγγελία στα σουβλάκια. Το απόλα είναι πλέον μία λέξη όπως το παρόλο, το μολονότι κτλ. Ή όπως λέμε πουτανασγιός.

Πιάσε μια με απόλα ρε μάστορα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μια μυρωδιά όπως η αριστερίλα, αλλά πιο δυνατή.

  1. Πήγα να ανοίξω το άρθρο του, αλλά απέπνεε κομμουνίλα και το ξανάκλεισα.

  2. Όλη η κομμουνίλα του 1980 έχει μετακομίσει στον ΣΥΡΙΖΑ τώρα.

  3. Άσε να μπει και κανάς πατριώτης στη Βουλή, γιατί έχουμε πήξει στην κομμουνίλα.

Κομ-μουνίλα (από Khan, 30/10/13)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το άγριο μπινελίκωμα, το άγριο βρισίδι με το οποίο περιλούζεις κάποιον.

  1. Προσπάθησα να διαβάσω και τα σχόλια, αλλά δεν άντεξα τόσο σκατοψύχι και κάπου σταμάτησα.

  2. Από το πολύ σκατοψύχι που του έριξαν, ο γέρος δεν μπορούσε να λιώσει στον τάφο του.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όταν μας τρώει ο κώλος μας κυριολεκτικά, ή όταν μας τρώει ο κώλος μας μεταφορικά και θέλουμε να αποτολμήσουμε κάτι, και δεν καθόμαστε στα αυγά μας.

Πήρε το πτυχίο, πήρε και το Μάστερ, τώρα γιατί την έχει πιάσει κωλοφαγούρα να πάει και στην Αγγλία να σπουδάσει, δεν μπορώ να καταλάβω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτό που είναι πολύ καύλα, καυλέ.

Το μωρό φορούσε μια άσπρη μπότα καυλέξ μέχρι πάνω από το γόνατο και κουνιότανε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η πρέζα, η ζουζού.

Ψάχνει για τη ζούζα του, να στανιάρει.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified