Selected tags

Further tags

Η μαλακία, το τρομπάρισμα, η χειροτεχνία και χειράντλησις,η δια χειρός ηδυπαθής προστριβή του ερωτικού σωλήνος υπο την προυπόθεση οτι επιτελείται απο τον ερωτικό σύντροφο,με πλήρη ερασιτεχνισμό και τεμπελιά και δε συνοδεύεται απο περαιτέρω ερωτικές περιπτύξεις.

Χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια στείρα, απαθή ερωτική πράξη και προδίδει την έλλειψη θέλησης του ερωτικού συντρόφου που την επιτελεί, να προχωρίσει περαιτέρω το μπαλαμούτι.Εφαρμόζεται κυρίως στην αρχή και τα πρώτα ραντεβού μιας σχέσης και παραλληλίζεται ως προς τη δυσαρέσκεια του δέκτη με την αερόπιπα

-Τί έγινε ρε μαλάκα με το Ποπάκι, έβαλες; -Μπά, αρχίδια...Με τα χίλια ζόρια μου έκανε μια πεοχειραψία -Ούτε λίγο στοματάκι η καριόλα; -Γάμησέ τα..

Got a better definition? Add it!

Published

Τα φλόκια της Ψωλής, συνονθύλευμα σπερματοζωαρίων, σπέρμα, χύσια.

Η Ζέτα χθές στο αμάξι ενώ μου έπαιζε κλαρίνο της κρατούσα το κεφάλι και όταν τελείωσα πνίγηκε μαλάκα μου.. Τα χρειάστηκα. Εβηχε η καργιόλα και μου το σοβάτισε το αμάξι με ψωλοφλόκια.

Got a better definition? Add it!

Published

Όταν το πουλί σου πηγαίνει δεξιά η αριστερά και όχι ευθεία.Το παθαίνει η πλειοψηφιά των ανδρών.λεζάντα εικόνας

-Το πέος μου δεν πάει ευθεία μόνο στραβά. -Μάλλον πάσχεις από στραβοτσουτσουνισμό.

Got a better definition? Add it!

Published

Τσιόκος = Το πέος

Παράδειγμα: Τι θα μκάνς ρε; Θα μου αποφτώϊς τον τσιόκο μου!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το νέο trend στα ίντερνετς, το λεγόμενο mangina (σύντμηση των αγγλικών λέξεων: man+vagina),
όπου άνδρες μαγκώνουν το πουλί τους ανάμεσα στα πόδια τους και το κάνουνε μουνάκι.
Ό,τι πρέπει για σνάπτσατ και ίνσταγκραμ δηλαδή.

- Κυρία Μαρία, έχω ένα καλό κι ένα κακό νέο για το γιό σας. Από που να αρχίσω;
- Από το κακό..
- Ο γιός σας ο Δημητράκης, ανέβασε χθες φωτο στο facebook να κάνει mangina..
- ΟΟΟΟΧΙΙΙΙΙΙ, ο γιόκας μου να κάνει πουτσομούνι;; Δε μπορεί, δεν είναι δυνατόν.. Και ποιό είναι το καλό νεό;
- Έγινε viral, χαχαχχχχ!!

Στα παρακάτω λινκς μπορείτε να δείτε φωτο με νεανίες που έτυχε να γεννηθούν τη λάθος εποχή,
και κάνουν μουνάκι, ένας-ένας ή παρέες ολόκληρες. Σε σπίτια, σε βουνά, σε θάλασσες και βουνά:
http://luben.tv/stream/86199
http://www.lifo.gr/viral/is_viral/109077

mangina

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Νεολογισμός που γεννήθηκε στο Τοξοβολείο Πεντέλης, κατεξοχήν τόπο πουλομέτρησης, με μονάδες τις τοξευτικές επιδόσεις, οι οποίες αναπόδραστα αντικατοπτρίζουν και το μέγεθος του πέους, ακόμα και των θηλέων συμμετεχουσών. Προκύπτει από πάντρεμα της "ισοπαλίας" και του "ισοφαρίζω", με εύλογο το διπλασιασμό τού "λ"...

Για παράδειγμα:

- Πώς πήγε η μονομαχία, Δεινότερε; - Ισοφαλλία!...

Got a better definition? Add it!

Published

Προέρχεται από τη σύγχυση δύο λέξεων, ψωλή + θολούρα.

Είναι η κατάσταση στην οποία εισέρχεται ο έλλην άντρας όταν μετά από χαρχάλεμα πουτσοπαπαροπεριοχής μυρίζει τη παπαρίλα του.

Και όπως έξυνα το παπάρι, μου 'ρθε φίλε η ψωλούρα, κόντεψα να πεθάνω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γαϊπανά ονομάζεται το πέος στην Ποντιακή διάλεκτο.

Έχει προστάτη και πονάει η γαϊπανά του.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όταν κάποιος δεν έχει εξασφαλίσει αυτά που χρειάζεται για να ζήσει, βρίσκεται σε τραγική κατάσταση οικονομική και γενικά, όμως ζητά τη διασκέδαση και την απόλαυση και τις θεωρεί πιο σημαντικές από την επιβίωση. Είναι μια κατάσταση σαν να λέμε ψωμί-τυρί δεν είχαμε, λουλούδια για τ' αρχίδια μας, στον πούτσο μου λουλούδια, κολόνια για τ' αρχίδια μας, εδώ καράβια χάνονται βαρκούλες αρμενίζουνε, εδώ ο κόσμος καίγεται και το μουνί χτενίζεται. Όλες αυτές οι παροιμίες μιλάνε πιο πολύ για περιττές πολυτέλειες, ενώ η δική μας παροιμία μιλάει πιο άμεσα για την προτίμηση της απόλαυσης που τη θεωρούμε πιο σημαντική από τα βασικά της επιβίωσης.

-Εδώ δεν έχει το κράτος να πληρώσει μισθούς και συντάξεις και πάμε και δίνουμε εκατομμύρια για να παίρνουμε οπλικά συστήματα να την μπαίνουμε στους Τούρκους.
-Ψωμί τυρί δεν είχαμε, χοντρή ψωλή γυρεύαμε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όστις μονίμως ψωλαρμενίζει υπό την γενετήσια ορμή τση κάτω κεφαλής του, γράφοντας στον ζμπόυτσο τόυ το μέλλον του κι άλλα σοβαρά πράγματα.

- μην περιμένετε να τελειώσει πανεπιστήμιο αυτός ο ψωλάρμπεης. (Δημήτρης Τσαφαράς, Λαγκαδινό Λεξικό, Εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη, 2013, σ. 231).

Τοπική σλανγκιά από την ορεινή Αρκαδία.

Εκ του ψωλαρά και του γαμοσλανγκοτέτοιου μπέης (< τουρκ. bey, "άρχοντας").

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified