Προέρχεται από τον δενδρόβιο δηλητηριώδη βάτραχο νταλάκι (βλ. φώτο), ο οποίος ζει στην Κεντρική Μακεδονία. Είναι σπάνιο φαινόμενο να τον καταπιεί κατά λάθος μία αγελάδα κατά την βόσκηση χόρτων, επειδή ζει επάνω στα δέντρα. Αλλά όταν αυτό συμβεί δηλητηριάζεται, πρήζεται ολόκληρη και επέρχεται ο θάνατος.

Γενικότερα σημαίνει το υπερβολικό πρήξιμο στην κοιλιά.

Ω, ρε φούστη μου, έφαγα ένα κατσίκι μόνος μου, ήπια και μια κάσα μπύρες, νταλάκιασα μιλάμε...

νταλάκι (από panos334, 01/06/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

1. Τριφασικό γαμήσι: Ο νοών νοείτω, και δε θα μπω στον κόπο, να αναλύσω από ποιες «φάσεις» μπορείς να τον δώσεις σε μια γυναίκα! Να βοηθήσω λίγο ακόμα, αν γινόταν και απ’ τα αυτιά τότε θα μιλούσαμε σαφώς για τέταρτη φάση! (συνώνυμο: τρία στα τρία)

2. Τριφασικό μουνί: Τριφασικό μουνί χωρις να κάνει τριφασικό γαμήσι (βλέπε λήμμα) γίνεται; Εγκρίνω και επαυξανω τον ορισμο του συνάδελφου, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι ένα μουνί δεν έχει μόνο διακοσμητική αξία αλλά και χρηστική! Έτσι νομίζω ότι είναι ολοκληρωμένος ο ορισμός...

- Αυτή που γνώρισες χτες στο μπαρ χτες, σου έκανε και πίπα;
- Εδώ σου λένε γαμήσι τριφασικό έπεσε, εσύ πίπα με ρωτάς αν με έκανε… τι μαλάκας είσαι!

- Τριφασικό μουνί σε λέω, τι ματάρες, τι κωλάρα, τι βυζάρες και στο κρεβάτι, ότι γίνεται το κάνει...

(από Khan, 04/02/15)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σκοπευτικός ορισμός απόδοσης σε μια σεξουαλική συνεύρεση. 1 βαθμός για κάθε εύστοχη βολή σε διαφορετική τρύπα. Με άριστα φυσικά το τρία!

Συνώνυμο: τριφασικό (γαμήσι)

- Τι έγινε χτες με την άλλην;
- Τρία στα τρία!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ξεσκίζω κάποιο καλό μουνάκι με όλα τα απαραίτητα μέτρα κρασάκια, αναμμένα κεράκια, λαδάκια, κ.λπ. και αφού έχει προηγηθεί ένα πλήρες πρόγραμμα προκαταρκτικών: γλειφομούνια, τσιμπούκια, 69, μασάζ και τα ρέστα.

- Αυτό το μουνάκι το χειρουργώ άνετα...

gender trouble (από xalikoutis, 22/04/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το κρεβάτι μέσα σε γαμηστρώνα.

Τα επαγγελματικά είναι μεταλλικής κατασκευής, ανθεκτικά σε κραδασμούς και μεγάλα σε διαστάσεις, ώστε να καλύπτουν κάθε είδους και μορφής επέμβασης.

Ένα καλό χειρουργικό τραπέζι, θα πάρεις ρε, 69, αεροπλανικά, ασκήσεις κάμα σούτρα, παρτούζες, όλα να βγαίνουν εκεί πάνω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο χώρος του μπίχτινγκ, σπορ κατά το οποίο απαιτείται υλικοτεχνικός εξοπλισμός, λίγα φράγκα και άφθονος χρόνος.

Τα εργαλεία που χρειάζονται συνήθως είναι

  • ντύσιμο ιταλικής προέλευσης,
  • 2λιτρο υπερτροφοδοτούμενο γερμανικής κατασκευής, και
  • ιδιωτικός χώρος για να μπει το χειρουργικό τραπέζι.

    Κύριοι στόχοι είναι νεανίδες από τον χώρο του μόντελινγκ, tραγουδιστριάκια, wannabe ηθοποιοί, χορεύτριες κ.ο.κ., καθώς επίσης και noname μουνάκια, αρκεί να έχουν σασί διαστημικό.

Οι μαιτρ του είδους καταφέρνουν να πλήξουν στρατηγικούς στόχους με ελάχιστα μέσα.

- Χτες πήγα εκείνο το μοντελάκι που σου έλεγα στο σπίτι και το χειρούργησα.
- Άξιος! Άξιος! Άρχοντα του μπίχτινγκ!

Παραπονιέται, ότι αυτός που τραβιολογιέται, της κάνει νερά και 'γω της είπα «άμα δεν γουστάρεις τέτοια, να μην ψωνίζεις από τον χώρο του μπίχτινγκ».

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Υπερθετικός του μαλάκα.

Απ'το λατινογενές grande που σημαίνει μέγας.

Βλέπε και λήμμα μαλέφας

  1. - Έκαψε τον κινητήρα απ'το καινούριο το τογιότα που πήρε, επειδή δεν άλλαξε λάδια.
    - Αφού στο'πα είναι γκράντε μαλάκας.

  2. - Της πέταξε ένα φορτηγό λουλούδια, μπας και γαμήσει, αλλά τίποτα.
    - Από γκράντε μαλάκα, τι περίμενες...

(από Galadriel, 12/10/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μαλ (μαλάκας) + έφας (ελέφας/ελέφαντας).

Συνώνυμο του γκράντε μαλάκα σε light edition.

Συνήθως χρησιμοποιείται απευθυνόμενοι σε φίλο, για να χρυσώσουμε το χάπι.

- Πάνο, να κάνουμε ένα ντου στα μουνιά που κάθονται εδώ δίπλα;
- Τι λες ρε μαλέφα, κοίτα απέναντι εκείνες τις βροντομούνες.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αξιαγάμητη κορασίδα ή γυναίκα, με μάτι που ψάχνει διακαώς εις άγραν νέων καβλοϊστοριών (όταν λέμε «μάτι» εννοούμε βελτιωμένη έκδοση του πακέτου ανιχνευτών που είχε ο Κυνηγός: θερμική δίοπτρα, υπέρυθρες, ακτίνες Χ/Ψ/Ζ, ανιχνευτές στύσης, κ.λπ., κ.λπ.).

Αναγνωρίζεται εύκολα από την δίψα της για πούτσο και από το γεγονός ότι ασχολούνται μόνο με άντρες που έχουν πολλά και βαρέα ένσημα στον χώρο του μπίχτινγκ.

Κάποιος άλλος θρύλος λέει, πως το όνομα τους το πήραν από τις αστραπές και βροντές που βγάζει το μουνί τους λίγα εκατοστά πριν ακουμπήσει το πουτσοκέφαλο πάνω στα μουνόχειλα.

-Πάνο, να κάνουμε ένα ντου στα μουνιά που κάθονται εδώ δίπλα;
-Τι λες ρε μαλέφα, κοίτα απέναντι εκείνες τις βροντομούνες.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο εκτελών χρέη ψυχολόγου / λογοθεραπευτή, συνοδού και security, χωρίς να της ακουμπάει ούτε το χεράκι όμως. Συνήθως γλοιώδης τύπος που τον εκμεταλλεύεται κάποια γυναίκα προκειμένου να της ανορθώνει το ηθικό της και να αποδείξει ότι την προτιμούν οι άντρες.

Και τι έγινε που συνοδεύεται ρε, δεν τον βλέπεις, γκομενοφύλακας είναι ο μαλάκας, όρμα την στ' αυτιά!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified