1. Όταν κερδίζεις στο πάμε στοίχημα (αντίθετο του στον κουβά)

  2. Γενικά όταν βγαίνεις νικητής από μια κατάσταση, όπως όταν ρίχνεις μια γκόμενα, παίρνεις ένα μπόνους κτλ.

  3. Σε ακραίες περιπτώσεις έχει ακουστεί από δυσκοίλιο άνθρωπο όταν κατάφερε τελικά να πάει τουαλέτα.

  1. - Χτες πήγα ταμείο με τη Μίλαν και τη Γαλατά.

  2. - Παίξε γαύρο, Μπάρτσα και Γιούβε και θα πας συστημένος στο ταμείο.

  3. - Χτες πήγα ταμείο με τη Μαρία.

  4. - Με πήγαν ταμείο αυτά τα χάπια για το χέσιμο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η μεταγραφή παίκτη ποδοσφαίρου, ο οποίος έρχεται για να «σπάσει τα τσιμέντα», κοινώς μια πολύ ακριβή και ηχηρή μεταγραφή που μαζεύει όλο τον κόσμο στο γήπεδο.

Συνήθως αυτός ο παίκτης είναι εντεκαδάτος, δηλαδή παίζει κατευθείαν στην αρχική εντεκάδα.

  1. Ρε, πάρτε το χαμπάρι, η ομάδα θέλει δυο τσιμεντάτες μεταγράφες για να στρώσει.

  2. Ο πρόεδρος θα φέρει τσιμεντάτη παιχτούρα το καλοκαίρι.

Δες και -άτος.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Από το στρατό ως προσφώνηση ενός φαντάρου (ανεξαρτήτου ύψους).

  2. Η γκόμενα, ο δεσμός εν γένει.

- Πού 'σαι ψηλέ;
- Εδώ μωρέ, μαλακίες...

- Το βράδυ θα σκάσεις με την ψηλή;
- Μάλλον ναι.

ή εναλλακτικά

- Το βράδυ θα είσαι ψηλός;
- Μάλλον ναι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συνηθίζεται για να περιγράψει κακόφημα μέρη, μέρη όπου συχνάζει ο υπόκοσμος, πορνεία, στριπτιτζάδικα κτλ.

Επίσης για να δηλώσει ότι η ποιότητα ενός κέντρου διασκέδασης είναι πολύ χαμηλή.

  1. - Για πού είσαι σήμερα;
    - Έχει μπάτσελορ ένας φίλος και... καταλαβαίνεις...
    - Κατάλαβα, θα κυλιστείτε στη λάσπη.

  2. - Πάμε Σιρόκο το βράδυ;
    - Όχι ρε, αυτό είναι σκέτη λάσπη.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συντόμευση για το γνωστό ποτό Jagermeister (Jager).

Αν και η αρχική προέλευση της λέξης παραμένει άγνωστη, εικάζεται ότι ειπώθηκε από κάποιον εξαιρετικά μεθυσμένο ο οποίος δεν μπορούσε να αρθρώσει σωστά τη λέξη γιαγκερμάϊστερ.

  1. - Τι πίνεις;
    - Βότκα γκέιγκα.

  2. - Να πάρουμε ένα καλιμπού (μπουκάλι) γκέιγκα να γίνουμε;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αναφέρεται απο «δυνατούς» πότες, για τους οποίους οτιδήποτε πέραν του ουίσκυ, βότκα είναι απλά, νερό με γεύση.

- Τι πίνεις μωρό μου;
- Μαλιμπού μπανάνα.
- Κατάλαβα... νερό με γεύση.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παίρνω την κατάσταση στα χέρια μου.

Κάνω αυτά για τα οποία είμαι γνωστός, αυτα που περιμένει ο κόσμος να κάνω.

  1. (Δίνοντας ένα 50ρικο στον μετρ):
    - Κάνε τα δικά σου (συνοδευόμενο με κλείσιμο ματιού).

  2. (Για φίλη που ανέβηκε να χορέψει στο τραπέζι):
    - Η Βίκυ κάνει τα δικά της πάλι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που θέλει επειγόντως να ενεργηθεί, να πάει τουαλέτα, να κάνει το χοντρό του (βλ. κάνω το χοντρό μου)

- Ουφ, αυτό το βρώμικο με πείραξε. Είμαι λίγο χεζμπολάχ τώρα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μια κατάσταση που είναι αποτυχημένη, βαρετή. χάσιμο χρόνου κλπ.

- Τι έλεγε το πάρτυ χτες;
- Κηδεία....

We put the \'fun\' in \'funeral\'! (από patsis, 07/09/12)

Got a better definition? Add it!

Published

Χρησιμοποιείται για να δηλώσει μια επιτυχία ή πιθανή επιτυχία με το αντίθετο φύλο.

  1. - Χτες είχα πάει Villa και ήταν φουλ θέμα.
    - Και; Έγινες;

  2. - Σ' αυτό το γυμναστήριο που πάω έχει πολλά καλά γκομενάκια.
    - Έγινες με καμία;
    - Μπα, όχι ακόμα.
    - Ρε, εκεί πάει και η μάνα μου!
    - Εκείνη έγινε;

Ρεφρέν: ...για σένα θα πεφτα και στη φωτιά, πες μου το σ\' αγαπώ, να σου το πω και εγώ, έλα να ΓΙΝΟΥΜΕ με μια ματιά. Στο 1:00 και σε πολλά ακόμα σημεία. (από Galadriel, 20/02/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified