Χαρακτηρισμός κατάστασης που περιγράφει κατάσταση υπερβολικής δουλειάς.

Σήμερα δούλευα σέρβις είχαμε 23 παρέες, μπρεικντανς χορεύαμε όλοι οι σερβιτόροι

Got a better definition? Add it!

Published

Το αποτέλεσμα μετράει. Μπορεί η Μπαρτσελόνα να είχε 5 δοκάρια αλλά να έχασε από τη Χετάφε με στραβόκλωτσιά.Τα δοκάρια δε τα με μέτρησε κανένας διαιτητής.

Άσε πέρασα το μάθημα με 5.3. Δε πειράζει το πλεκτό μετράει

Got a better definition? Add it!

Published

Επιτυγχάνω με τρομερό και επίδοξο τρόπο τον στόχο μου, σαν να κατουράω - αλλά με στύλ - και αναφωνώ την παραπάνω φράση για δώσω έμφαση στην επιτυχία μου.

Γνωρίζω κάτι πάρα πολύ καλά (κάποια τέχνη, κάποιο άθλημα κλπ) και δε χάνω την ευκαιρία να το αποδεικνύω.

Συνηθίζεται να συνοδεύεται από άλλες λέξεις όπως χρονικά επιρρήματα ως επί το πλείστον.

-Σήμερα έπαιξα διπλό την γιουβέντους, άσσο τη μονακό και Under 3.5 την ρεάλ. - Και; Βγήκε; -Ναι ρε, αφού όλο καλλιγραφίες θα φτιάχνω

Got a better definition? Add it!

Published

Τα χρήματα στην διαδικτυακή στοιχηματική αργκό. Ακολουθείται συνήθως από το "έχω". Είναι συν-αναφορά στη φράση "Πυροβολάω" ένα σημείο. Ενίοτε έρχεται και σαν ερώτηση "Έχεις σφαίρες;"

Σήμερα παίζει ο ΠΑΟΚ, έχεις σφαίρες να το πυροβολήσουμε; Θα το φόρτωνα ένα κατοστάρικο στο Χ αλλά δεν έχω σφαίρες

Got a better definition? Add it!

Published

Επιτυγχάνω σκοπό ο οποίος φάνταζε ακατόρθωτος. Συνήθως αναφέρεται για επιτυχία στον τζόγο (στοίχημα, χαρτιά κλπ.) Αναφέρεται και σαν επιφώνημα αυτοεπιβεβαίωσης χωρίς το ρήμα (βρήκα, βρίσκω)

Παίζω χτες μια τριάδα με τρία ευρώ πήρα 80. Πάλι κόκαλα βρήκα

Got a better definition? Add it!

Published

Χαρακτηρισμός για προσδιορισμό γκόμενας. Λέγεται για να δώσουμε έμφαση στην περιγραφή μιας κοπέλας η οποία είναι ελκυστική από πίσω, αλλά αποκρουστική από μπροστά. Θυμίζει τον μαγνήτη που από τη μία μεριά τραβάει, και από την άλλη σε διώχνει.

Πως σε φαίνεται η Ντίνα; Καλό γκομενάκι, με ωραίο κώλο αλλά λίγο μαγνήτης είναι. Έχεις δει μύτη που έχει; Σα καρφί είναι

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέξη που χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει κατάσταση παταγώδους αποτυχίας ή κατάστασης η οποία είναι μη υποφερτή. Ενίοτε χρησιμοποιείται και στον πληθυντικό αριθμό.

1) Χτες παίξαμε άσσο τη γιουβέντους με τον ολυμπιακό, έπιασε και άλτερ ο Roberto, 0-1 λιποθυμήσαμε

2) Πολύ βρωμιάρης αυτός. Τον φιλοξένησα μια μέρα σπίτι, και όταν έβγαλε τα παπούτσια του με λιποθύμησε

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ορισμός που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε κάποιον ο οποίος προφητεύει και πέφτει έξω σαν Ιεχωβάς. Το χρησιμοποιούμε κυρίως για προβλέψεις αγώνων ποδοσφαίρου.

- Ο Ηρακλής παιδιά δε χάνει, να ξέρετε, έχει πολύ καλή άμυνα. Φορτώστε το.

...μετά από το ματς και ενώ ο Ηρακλής έχει χάσει 3-0....
- Πολύ καλή άμυνα ο Ηρακλής ρε. 3-0. Μεγάλο μάτι είσαι ρε κουφάλα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο έκδηλης μέθης άνθρωπος ο οποίος σαρώνει τα πάντα στο διάβα του.

- Χτες πήγαμε για μπύρες με τον Τάκη και έγινε τέροριστ. Έπασε 2 stand και την τζαμαρία και δεν κατάλαβε τίποτα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εκφράζομαι αισχρά προς το πρόσωπο κάποιου. Καθυβρίζω κάποιον ασύστολα. Η επίκληση στην αυθεντία είναι στο όνομα του Αντρέα Ακάματου ή αλλιώς Ακάλυπτου.

- Κοίτα να δεις Αντρέα, μπορεί να με ξεφτίλισε αλλά δε μπορώ να φερθώ σαν αλήτης.
- Ρε πες της εκεί κάνα βαρύ ρεμπέτικο να ξεκουμπιστεί να φύγει.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified