Γυναικείο χτένισμα. Παρατηρείται συχνά σε περιοχές όπως το Κεφαλάρι και η Γλυφάδα, σε κοπέλες που κυκλοφορούν με πολλά βραχιόλια, φόρμα και πιστωτική κάρτα και φιλιούνται με όλους τους φίλους και τις φίλες τους αντί να πουν «γεια».

Χρόνος προετοιμασίας: άγνωστο.

Συνώνυμα: μαλλί κουνουπίδι

-Τώρα αυτή με το μαλλί αραχνοφωλιά νομίζει ότι είναι όμορφη;

Got a better definition? Add it!

Published

Ακρωνύμιο της πρότασης "πίπα-κώλο χωρίς ανάσα". Χρησιμοποιείται είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά, εννοώντας έντονη δυσφορία και δυσκολία.

Σχετικά: πίπα-κώλο

-Πω ρε τι έβαλε ο παλαβός; Θέματα ήταν αυτά; Μας πήγε ομαδικώς ΠΙΚΩΧΑ...

Got a better definition? Add it!

Published

  1. Ο Ιησούς Χριστός

  2. Κάποιος που η εμφάνισή του θυμίζει τον Ιησού Χριστό. Είναι αξύριστος, έχει μακρυά μαλλιά μέχρι τον ώμο και πολύ πιθανό είναι παρθένος.

- Ρε μαλάκα... Πως κυκλοφορείς έτσι σα τον τζίζας; Περιμένεις να σταυρώσεις ποτέ γκόμενα έτσι; Κουρέψου ρε μαλάκα. Ξυρίσου. Έλεος.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρησιμοποιείται με προστακτική και δηλώνει έντονα σε κάποιον να φύγει.

Συνώνυμα: αμόλα

Ποιος είσαι συ που 'ρθες εδώ; Σε μας να κάνεις πλάκα; Άντε σπάσε ρε μαλάκα! Σπάσε!

(από Cunning Linguist, 14/04/08)

Σε άλλες γλώσσες: scram, fuck off (αγγλικά), schleich di (αυστριακά), casse-toi (γαλλικά), hau ab, verpiss dich (γερμανικά)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χημείο / χυμείο:

  1. Περιγράφει μια κατάσταση όπου συναναστρέφεται πολύς κόσμος με διαφορετικές νοοτροπίες και κουλτούρες.

  2. Ο χώρος όπου φυλάει κάποιος τα ναρκωτικά του.

1.- Τι λέει η νέα δουλειά;
- Άστα... εντελώς χημείο η φάση. Τουλάχιστον τα γκομενάκια είναι καλά.

  1. - Ρε μαλάκα μάζεψε το χημείο, θα μπει η μάνα σου και θα πάει ταμπλάς!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όρος μεταξύ gamers που περιγράφει τη συντονισμένη και γρήγορη επίθεση που σκοπό έχει να κατατροπώσει τον αντίπαλο προτού προλάβει να φτιάξει καν βασικές μονάδες. Προέρχεται από το αγγλικό rush.

Το ρήμα είναι ρασάρω, δηλαδή κάνω ρασάκι.

Δεν είχα ελπίδα. Άργησα για λίγο, με πήρε η γυναίκα στο τηλέφωνο και δεν έπαιζα συγκεντρωμένος... Μου έκανε ρασάκι και τέλος...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Ασυντόνιστη επίθεση οχλαγωγίας.
  2. Δημοφιλής τακτική άσχετων σε FPS παιχνίδια.

Σχετικά: ρασάκι

Έλα μωρέ, φοβάσαι τα νιούμπια; Ένα ντου τα έχουμε.

ΜΑΛΛΟΝ ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΤΟ ΝΤΟΥ ON CAMERA ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΧΡΙΣΤΟΠΑΝΑΓΙΔΙΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΠΟΧΩΝ ΑΠΟ ΤΟ 04.30 ΚΑΙ ΜΕΤΑ!  (από xalikoutis, 19/06/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το σπέρμα που εκκρίνεται σε μεγάλες σχετικά ποσότητες κατά τον οργασμό του άντρα. Το ψωλόχυμα.

- Έλα ρε, τη γάμησες;;;
- Ναι ρε...
- Και τα φλόκια;;;
- Όλα στη μάπα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τα κασέρια.

Τα φλόκια.

-Η Μαρία τα τρώει τα κασέρια;
-Ναι ρε, γουστάρει τα αλμυρά!

Got a better definition? Add it!

Published

Η Lαϊκή Aγορά. Χρησιμοποιείται ιδιαίτερα προς ενημέρωση ηλιθίων που πληρώνουν υπέρογκα ποσά για ρούχα.

- Πήγα και πήρα με 200 μόνο ευρώ ένα τζηνάκι από τη νέα σειρά Calvin Klein!
- Από που το πήρες 200 μόνο ευρώ κοπέλα μου;
- Από ένα μαγαζί στο κέντρο... Γιατί;
- Ε γιατί LA κάνει μόνο 10.
- Τι, Αμερική;
- Λαϊκή Αγορά βρε ζώον.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified