Μία λέξη χωρίς αρχή και τέλος. Λίγοι ξέρουν την πραγματική της σημασία αφού πρώτα έχουν ξεπετάξει το λεξικό του Μπάμπη {σ.σ. Μπαμπινιώτης}.

Επίσης όποιος προσπαθήσει να το γκουγκλάρει θα δει κάτι σε «σηραγγοειδής όραση», «σηραγγοειδής μορφή» και άλλα τέτοια ωραία πράματα.

Την αγαπήσαμε από την απαράμιλλης ομορφιάς φάρσα του Φουσέκη σε έναν γεράκο που περίμενε την γυναίκα του με το ΚΤΕΛ.

...{παρλαπίπες}...
-Θα φάει πολλή ώρα δηλαδή... για να ξέρω και γω... τι ώρααα...
-Κοιτάξτε... εξαρτάται... εσείς.. .να σας πω κάτι... με σηραγγοειδή τον περιμένετε;;
-Δεν σε ακούω καλάαα!!
-ΜΕ ΣΗΡΑΓΓΟΕΙΔΗ ΤΟΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕΤΕ;;;
-Εγώ τον περιμένω στις Λιβανατες... γιατί... την γυναίκα μου έχει μέσα...

Ό,τι να 'ναι δηλαδή φίλοι μου!!!

(από zervinho, 08/09/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η μετάφραση του εγγλέζικου fuck buddy. Δηλαδή όταν ένας άντρας και μια γυναίκα παραμυθιάζουν ολόκληρη την παρέα ότι και καλά είναι κολλητοί και όταν μείνουν μόνοι τους αρχίζουν τα ντιριντάχτα και τις γουτσουγουτσουνιές.

- Αυτός που με χαιρέτησε είναι κολλητός της Αφροδίτης.
- Κολλητός ή πισωκολλητός;
- Κολλητός νομίζω... δεν ξέρω αν πηδιούνται κιόλας...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μια λέξη που φτιάχτηκε και ανδρώθηκε στα ρεμπετάδικα, στα ουζερί και γενικότερα σε μέρη όπου μπουζούκια, βιολιά και πολλών ειδών κρουστά έδιναν μια μουσική χροιά στους δρόμους της Αθήνας, μερικά χρόνια μετά τη κατοχή, οπότε και οι ανατολίτικοι ρυθμοί εισέβαλαν με βία στο μουσικό προσκήνιο.

Μες στης πόλης το χαμάμ ένα χαρέμι κολυμπά
Αραπάκια το φυλάνε, στον Αλή Πασά το πάνε
Ντιριντάχτα, ντιρι-ντιριντάχτα...

Διατάζει τη φρουρά του, να το φέρουνε μπροστά του
να το βάλει να χορέψει και μπουζούκι να τού παίξει
Ντιριντάχτα, ντιρι-ντιριντάχτα...

Έτσι την περνάνε όλοι οι πασάδες στο ντουνιά
με χορό και με τραγούδι, μ’ αγκαλιές και με φιλιά
Ντιριντάχτα, ντιρι-ντιριντάχτα...

Στην Περσία το χασίσι το πουλάν με την οκά
Στην Αθήνα δεν το βρίσκεις, ούτε και για μυρουδιά
Ντιριντάχτα, ντιρι-ντιριντάχτα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μια φράση που έχουμε αγαπήσει από τσακωμούς ζευγαριών (συνήθως έχουν ξεπεράσει τα 25 χρόνια γάμου, όχι και τόσο ευτυχισμένου όπως όλα δείχνουν) ή ακόμα όταν ένας σπασαρχίδης προσπαθεί να επέμβει στην σοβαρή (λεεεεεεεμε τώρα) συζήτηση της παρέας. Προσωπικά αποτελεί βασική φράση του καθημερινού μου λεξιλογίου.

  1. (Κλασσικός τσακωμός αντρόγυνου μετά το βραδινό φαγητό) Άντρας: - 25 χρόνια σου λέω ότι με πειράζει να καθαρίζεις την μεριά σου όταν ακόμα τρώω εγώ. Άσε που ποτέ σου δεν έμαθες να κάνεις μια λαχανόπιτα σαν της μάνας μου. Ούτε προσπάθησες καν! Όλο τα νερόβραστά σου τρώμε, λες και είμαστε σε νοσοκομείο!
    Γυναίκα: - Και εσύ κάμεις πράγματα που δεν τα μπορώ. Αλλά δεν στα λέω.
    Άντρας: - Τι να πεις καί εσυ καημένη; Που σε πήρα από το χωριό σου και βγάζεις και άχνα.

  2. - Τι λες ρε κεφτέ; Ο κώλος της Λίζας είναι ότι πιο όμορφο έχει φτιάξει ο Παντοδύναμος! - Εγώ προτιμώ της Κατερίνας. - Τρομπάρεις ρε; Πιο ωραίος είναι ο δικός μου.
    (Βλάκας): - Ννννααα σας πω και γω την γνώμη μου ρε .... παιδιά; - Τι να πεις και εσύ καημένη; Έχεις γνώμη και για κώλους τώρα. Χούφτωσε τον δικό σου καλύτερα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η αποπνιχτική μυρωδιά ξινισμένου τυριού συνοδευόμενη από κιτρινισμένο νερό και τρίμματα φέτας από το χωριό (κάπου στην Ήπειρο... όχι απλά Ηπείρου) στο 3ο ράφι του παλιού ψυγείου Miele της γιαγιάς, με γεύση πιο πικρή απο το φετέισον του μπάρμπα-Θωμά που έχει την καλύβα απέναντι από το εκκλησάκι του χωριού... (γνωστή ως η καλύβα του μπάρμπα-Θωμά). Επίσης οι πιο γραφικοί παππούδες του χωριού λένε έτσι την αλμύρα που βάζουν την φέτα για να μην χαλάσει...(δεν τα καταφέρνουν και πολύ φαίνεται).

(Ο Γιάννης και η γκόμενα του μόλις φτάσανε στο παλιό σπίτι στο χωριό... η γκόμενα έχει πάρει φρέσκο γιαούρτι και αγγούρια για να φτιάξει μάσκα για το πρόσωπο)

-Αγάπη μου που να βάλω τα πράγματα που πήραμε...;
-Στο ψυγείο αφού πρώτα το ανοίξεις και το βάλεις στην πρίζα.
-Μπλιαξ... εδώ μέσα μυρίζει απαίσια... ο πατέρας σου πριν πεθάνει δεν τελείωσε όλο το τυρί που είχε φτιάξει...
-Ναιιιι... τρελαινόταν να ανοίγει το ψυγείο και να τον πνίγει η σαλαμούρα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified