Ο ατσούμπαλος και συνάμα υπέρβαρος άνθρωπος (ασχέτου φύλου), που σου πατάει το πόδι στις πιο άκαιρες στιγμές. Στο λεωφορείο, στο τρόλλεϋ, στην ουρά μιας υπηρεσίας κ.α.

Κι ενώ χάζευα τη μικρούλα στη διπλανή θέση, μου ρίχνει μια πατημασιά ένας ποδοστρωτήρας...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ανθρωπόμορφο ον ενδεδυμένο με γούνα ζώου, που ανεξήγητα κατοικεί στο άστυ αντί για τις βουνοπλαγιές της Πίνδου. Συνήθως απαντάται σε θηλυκό...

- Τι τά' θελα εγώ τα μέγαρα μουσικής;; Ίσα με 50 γουνίσιες είχε εκεί.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Θαυμάζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη επισυνάπτοντας και την ενθαρρυντική ατάκα: «Φτου σου! Είσαι Θεός / Θεά!».

- Έβλεπα το κουστούμι, τη γραβάτα και καθρεφτυνόμουν. Κούκλος ρε ήμουν.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Νυχτερινό κέντρο διασκέδασης, που σερβίρει ιδιαίτερα αμφισβητούμενης ποιότητας αλκοόλ. Την επόμενη μέρα δεν προλαβαίνεις να δεις το χάρο με τα μάτια σου, γιατί ξυπνάς τυφλός.

Μη μιλάς δυνατά... Πήγαμε χθες σ'ένα χαροστάσιο... και τώρα είμαι χάλια.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ξαφνικό παραλήρημα φλυαρίας από μέχρι πρότινος διακοσμητικής συμπαρουσιάστριας τηλεοπτικού σόου.
Χρησιμοποιείται ευρύτερα και εντός παρέας ατόμων, όταν μία μη-αντιληπτή και αμίλητη παρουσία, αρχίζει ξαφνικά έναν καταιγισμό σχολίων.

Επί δύο ώρες η Μαίρη ούτε που ξέραμε αν ήταν ζωντανή. Και μετά το γύρισε σε γλαστρίδα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η μυστική συμφωνία των φίλων σου να σου τα πρήξουν για κάποιο θέμα στο οποίο διαφωνούν κάθετα μαζί σου.
Συνώνυμο : σύμπρηξη

- ΟK ρε παιδιά, σταματήστε την κοινοπρηξία... Θα την παρατήσω τη γκόμενα αφού δε σας κάνει...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μαγαζί στο οποίο θα βρείτε πληθώρα ετερόκλητων ειδών, όπως βίδες, μπουλόνια, βενζίνη, υλικά οικοδομών, φωτοβολίδες, τρόφιμα κ.α.

- Στο τέλος η Άννα ρώτησε τον μαγαζάτορα πού είναι οι σερβιέτες, γιατί σ' αυτό το μπαχάλικο δεν έβρισκε τίποτα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ημερομηνία διεκπεραίωσης συγκεκριμένης υποχρέωσης σε παρελθοντικό μέλλοντα. Πρόκειται για «ληγμένη προθεσμία» οπότε το συναίσθημα που την διέπει είναι, αναπόφευκτα, δυσφορία για την αδυναμία εκπλήρωσής της.

Πάει η προχθεσμία για τη δόση του αυτοκινήτου... δύο μέρες... Με βλέπω από αύριο στο περπάτημα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Επετειακή ημερομηνία γενεθλίων γυναίκας, κυρίως παντρεμένης/δεσμευμένης. Όρος που «απαγορεύει διά ροπάλου» στον σύζυγο/σύντροφο να αμελήσει την συγκεκριμένη ημερομηνία. Είναι «κοσμοϊστορικής σημασίας» και συνάμα μεγάλης επικινδυνότητας σε περίπτωση που ο ατυχής συμβεί να ξεχάσει.

Ο πιο εύκολος τρόπος για να θυμάσαι τα γυνέθλια της γυναίκας σου, είναι να τα ξεχάσεις μια φορά...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γυναικεία ορμόνη η οποία εκκρίνεται υπό συγκεκριμένες συνθήκες και προκαλεί σύνδρομο ακατάπαυστης ομιλίας μετά γκρίνιας και ποικίλων σχολίων. Επιστήμονες πιστεύουν ότι αν βρεθεί τρόπος περιορισμού της μουρμουρόνης, ο μέσος όρος ζωής των ανδρών θα αυξηθεί άμεσα κατά 15-20 χρόνια.

Αμάν ρε Τασία, πάλι μουρμουρόνη τρέχει στο αίμα σου;;; άσε τη γκρίνια να φάω σαν άνθρωπος...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified