Selected tags

Further tags

Μειωτικός χαρακτηρισμός για τις συζητήσεις στην τηλεόραση, είτε τραπεζάτες είτε σε παραθύρια με παραθυρομαχίες ή απλή παραθυρομουρμούρα, οι οποίες σύμφωνα με τους χρησιμοποιούντες την έκφραση αποτελούν καθαρή αδολεσχία, δεν οδηγούν πουθενά και δεν είναι δραματικά καλύτερες από αντίστοιχες σε καφενέδες και καφρενεία.

  1. Σε κάθε σοβαρή Σοβιετία το 4% θα είχε ήδη εκπαιδεύσει το 32% και δεν θα το άφηνε να παίρνει σβάρνα τους τηλεκαφενέδες ρίχνοντας νερό στον μύλο της αντίδρασης. Πού είναι το Κόμμα; (Από το Φέισμπουκ).
  2. ΣΤΟΝ ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΟ ΤΗΛΕΚΑΦΕΝΕ ΝΑ ΣΥΝΕΝΩΝΟΝΤΑΙ ΤΡΕΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΕΣ-ΟΜΑΔΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΝ ΤΟΝ ΣΥΡΙΖΑ. (Εδώ).
  3. Το παραπάνω συνιστά παραθυράτο σχόλιο της δημοσιογραφίας του τηλεκαφενέ και της πολιτικής ΜΕGA-προστυχιάς. (Ρεσάλτο).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μουρμουρίζω, φλυαρώ ψιθυριστά, ενδεχομένως διαβάλλω, σουχλίζω.

Ηχομιμητική λέξη, το πιθανότερο.
Από Ανατολική Κρήτη, το περισσότερο.
Αρκετά μαμαδίστικο γιατί αναφέρεται πιο συχνά στην ανώφελη μουρμούρα των παιδιών.

Ίντα πάλι κιουκιουρίζετε; Μήμπας θαρρείτε πως δε γροικώ λω!

Ούλο το μεσήμερι εκάθουντονε τα κοπέλια στα σκαλιά και κιουκιουρίζανε και μου παίξανε το νευρικό μου σύστημα, μέχρι που επήγα από το απάνω αυλιδάκι και των-ε επέταξα ένα γκουβά νερό, μα όπως σου το λέω!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Φλυαρώ, πολυλογώ, φαφλατίζω. Ηχομιμητικό της καθομιλουμένης.

Κοντινά: παπαρολογώ, μπούρου-μπούρου, αβέλω νάψες

Παλιά έβλεπα σαν μανιακή σειρές στο pc, τώρα με το παιδί δεν προλαβαίνω αλλά κάθε βράδυ βλέπουμε στην τιβι και του λέω τί γίνεται και τρελαίνεται! Για το δε τηλέφωνο, άμα τύχει να μπλαμπλαδίζω με φίλη (λίγο σπάνιο) αποκοιμιέται ενώ με βλέπει!

εδώ


Τόση ώρα μπλαμπλαδίζω χωρίς να έχω καταλήξει σε έναν απόλυτο ορισμό για την έννοια αυτής "της απόλυτης αγάπης".

εδώ


η ιστορια εχει ως εξις''ασ παιανιας με γιογκα διαφορων ειδων διαλογισμο και ολα τα απαραιτητα για να δημιουργηθει το απαραιτητο αισθημα του ανθρωπου που τελικα βρισκει τον θεο μεσα του εξω του και οπου αλλου.Αφου μας τελειωνει η γιογκα του διαλογισμου του σκετου χωρις ασκηση δηλαδη μπαινει στην αιθουσα μια θεοπνευστη κυρατσα να μιλησει οπως ειπε για τα προ βληματα χωρου του ασραμ,γιναμε πολλοι και δεν μας χωραει ο τοπος!!!!!αφου μπλαμπλαδιζε τις απειρες μπουρδες δια το οτι ο χωρος ειναι δια ολους τους πιστους κτλ(στο ονομα βεβαια καποιας κυριας η και περισοτερων απο δαυτους)αρχισε να πιεζει αφορητα για τον πληστηριασμο ενως κοσμηματος απο δωρεα μια αλλης λειψης στο μυαλο το οποιο πωληθηκε σε κυριο προβληματικο στην τιμη των 3000 ευρω μονο αυτο το διπλανο οικοπεδο που ηθελαν να αγορασουν για να απλωθουν στοιχιζε βεβαια κατιτις παραπανω αλλα οπως λεει και η παριμοια 'φασουλι φασουλι γεμιζει το σακουλι'και απο οτι φανταζομαι θα γεμισε συντομα...μια και ειναι και χορτοφαγοι οι ανθρωποι...εως εξω σε φτανουν προσπαθοντας να σου πουλησουν μεχρι και λαχανικα οχι για τα χρηματα βρε παιδια αλλα για την οικολογια ρε γαμωτο....

εδώ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που μιλάει πολύ, ο ευφραδής.

Βαρεθήκαμε πια τους πολιτικούς που είναι στωμύλοι στα παράθυρα, αλλά δεν κάνουν τίποτα για την κοινωνία, όταν αναλαμβάνουν θέση!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Οι λεγόμενες περικοκλάδες, οι περιστροφές. Όταν θέλουμε να πούμε κάτι δύσκολο σε κάποιον και το πάμε μέσω Λαμίας.

- Μωρό μου ξέρεις, κάπως είμαι τελευταία...
- Δηλαδή;
- Να μωρέ δε φταις εσύ, εγώ φταίω...
- Τι λες μωρή;
- Περνάω φάση τώρα τελευταία...
- Ότι;
- Θέλω λίγο να σκεφτώ...
- Άσ'τα κορδελάκια ρε Λίλιαν!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο φλύαρος, αυτός που μιλάει πολύ χωρίς να λέει τίποτα το ουσιαστικό, εκ του μπλαμπλά που αποτελεί ηχομιμητική λέξη, η οποία δηλώνει την συνομιλία. Ενίοτε δηλώνει και τον κομπορρήμονα, τον καυχησιάρη. Επίσης, όσους εξ επαγγέλματος καταφεύγουν σε ατέρμονη αναπαραγωγή ξύλινης γλώσσας, καθώς οι πολιτικοί και οι δημοσιομπλαμπλάδες.

Trivium: Ο μπλαμπλάς ήταν επίσης «παιχνιδάκι που είχε κυκλοφορήσει από την AS γύρω στο 1995. Ήταν μια μικρή συσκευούλα σε μέγεθος παλάμης που ήταν στην ουσία ένα μίνι μαγνητοφωνάκι. Μπορούσε να ηχογραφήσει λίγα δευτερόλεπτα και μετά να τα επαναλαμβάνει. Είχε ένα μεγάλο μεγάφωνο, δύο κουμπιά (ένα για να ξεκινήσει η ηχογράφηση και ένα για να παίξει η ηχογράφηση) και στο πλάι μια ροδέλα ρύθμισης της έντασης του ήχου». (Δες).

  1. Για να δούμε, θα ακούσουμε κάτι συγκεκριμένο ή θα είναι και πάλι μια σούπα από μπόλικους μπλαμπλάδες και ακατανόητα ιδεολογήματα... (Εδώ).

  2. Ο άσχετος δημοκράτης μπλαμπλάς. (Εδώ).

  3. αφιερωμενο σε όλους τους γαμιάδες μπλαμπλάδες (Εδώ).

Και μπλαμπλάκιας. Στο 1.53. Μυδασίστ: Σφυρίζων. (από Khan, 21/01/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο δημοσιογράφος ή δημοσιοκάφρος, κυρίως ο τηλεοπτικός τοιούτος, ως αναληταράς αναλισκόμενος σε μπλαμπλά σε τηλεοπτικά παραθύρια. Εν ολίγοις αυτός που μιλάει για πολλά χωρίς να λέει τίποτα ουσιαστικό, καταφεύγοντας συχνά σε μηντιακούς τουκανισμούς.

  1. Επίσης, τα Δελτία Ειδήσεων, ΔΕΝ έχουν… ειδήσεις, πια. ΔΕΝ αφορούν γεγονότα, κατά 90%- για να είμαι και λαρτζ. Κύκλοι και περιβάλλοντα, είτε της ελληνικής τρόικα είτε της ξένης, διαρρέουν επιθυμίες και σχέδια σε ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΥΣ και ΑΜΟΡΦΩΤΟΥΣ δημοσιομπλαμπλάδες (αυτοί που θέτουν την ατζέντα κάθε μέρα, ΔΕΝ γράφουν, πουθενά, τίποτα, παρά, μόνο μιλάνε), τα οποία τα αναλύουν για μέεεεερες τα «βαριά χαρτιά» των ΜΜΕ, οι αναλυταράδες αληταράδες (= σφουγγοκωλάριοι ιδιοκτητών, -που είναι σφουγγοκωλάριοι πολιτικών κι οι τελευταίοι γιουσουφάκια τραπεζιτών). Θυμίζω: θα πάρουμε ή δεν θα πάρουμε τη δόση; Από το τέλος των διακοπών, τέλος Αυγούστου, πρώτο θέμα, διαρκώς. Μέχρι το τέλος του χρόνου! Πρόσφατη διαρροή: «κατώτατος μισθός» και «απολύσεις στο δημόσιο».
    Είδηση είναι το γεγονός: ποιος, πού, πότε, γιατί. Είδηση είναι, πχ, ότι: χθες, στην Λάρισα, ΔΥΟ παιδιά, ΕΙΚΟΣΑΡΗΔΕΣ φοιτητές, πέθαναν και άλλα ΤΡΙΑ συνομήλικά τους χαροπαλεύουν, λόγω ΦΤΩΧΕΙΑΣ (= ΔΕΝ είχαν λεφτά για ηλεκτρικό ή πετρέλαιο). (Εδώ).

  2. Όμως, αντι γι' αυτά, το βράδυ θα ακούμε τους δημοσιομπλαμπλάδες να ουρλιάζουν για πράγματα που όχι μόνο το 85% του κόσμου, αλλά ούτε ΚΑΝ οι ίδιοι δεν ξέρουν! Και δώσ' του για PSI, EMFS, default, «κουρέματα», «κλειδώματα», απομειώσεις, επιτόκιο 4,8% ή 8%, βρετανικό δίκαιο, παράγωγα και δομημένα ομόλογα ασφαλιστικών ταμείων... (Εδώ).

  3. Θα πρέπει να σταματήσουν να λέγονται, -αφού δεν είναι-, δημοσιογράφοι, όσοι δουλεύουν στην Τηλεόραση. Τι σχέση έχει ένα “κανάλι” με μια εφημερίδα ή περιοδικό; Οι μεν μιλάνε οι δε ΓΡΑΦΟΥΝ. “Δημοσιομπλαμπλάδες” θα ήταν ένας περιγραφικότατα ταιριαστός όρος. Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι, γιατί οι πραγματικοί δημοσιογράφοι, αυτοί που ΓΡΑΦΟΥΝ καθημερινά κι εδώ και χρόνια, ΔΕΝ προσβάλλονται- θίγονται μ’ αυτήν την κατάσταση. (Εδώ).

  4. Λεβέντης, όταν πήγε ο πονηρίας βαψομαλιάς και δημοσιομπλαμπλάς, τότε, να του κάνει πλάκα με μια πίτσα. (Εδώ).

(από Khan, 06/10/13)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μιλώ ακατάπαυστα χωρίς να λέω κάτι ουσιώδες.

Όλο το βράδυ χτες μπαμπάλιζε βλακείες.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εκτός από την γνωστή τιράντα (ενδυματολογικό), ή από κάτι τ. έλασμα (μηχανολογικό), τιράντα μάλλον σημαίνει και:

- μακροσκελής μονόλογος, κατεβατό, ή όπως θα λέγαμε στην ιντερνετική: οθονιά, σεντόνι.

Κάτι που τραβάει (σε μάκρος δηλαδή), από το γαλλ. tirade, μετοχή του tirer = τραβάω. Η ερμηνεία που μας ενδιαφέρει περισσότερο απ' όλες είναι μάλλον η παρακάτω, βγαλμένη από την θεατρική ζαργκόν: «μακροσκελής ακολουθία προτάσεων ή στίχων, εκφερόμενη από έναν χαρακτήρα που δεν διακόπτεται από κάποιον συνομιλητή του» (Longue suite de phrases ou de vers débitée par un personnage sans qu'il soit interrompu par un de ses interlocuteurs).

Στα ελληνικά λεξικά που διαθέτω δεν βρήκα αυτή τη σημασία, παρόλ' αυτά η λέξη απαντάται αρκετές φορές στον Άρη Αλεξάνδρου (σε μετάφρασή του, απ' όπου και τα παραδείγματα).

Μερσώ τους Σάραντ και Κχαν που μου επεσήμαναν κάποια λαθάκια στον ορισμό κι έτσι έψαξα καλύτερα...

  1. Ο Ιβάν τελείωσε τη μακριά τιράντα του με μια παράξενη και απροσδόκητη συγκίνηση.

  2. Ο Αλιόσα σταμάτησε γιατί του κόπηκε η ανάσα. Ο Ρακίτιν, παρ' όλο τον θυμό του, κοίταξε απορημένος. Ποτέ δεν το περίμενε πως ο ήρεμος Αλιόσα θα 'βγαζε μια τέτοια τιράντα. (Ντοστογιέφσκι, «Αδελφοί Καραμάζοβ», μτφ. Άρη Αλεξάνδρου)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άδεια λόγια χωρίς νόημα. Από την εικόνα του γουδιού που χτυπάει κανείς ενώ είναι άδειο.

- Αυτόν βρήκες να πιστέψεις; Αέρας κοπανιστός είναι ρε!
- Τι εννοείς; Μένει στο Γουδή;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified