Χωροφύλακας. Ληστρική σλανγκιά της δεκαετίας του 1920 (νταξ, συν πλην), αγνώστου στον γράφοντα ετύμου. Λόγω όμως που ο τελευταίος αρέσκεται στη μαθηματική σκέψη, προτιμά να το σκέφτεται κάπως έτσι, αφού 5Χ5=25.

Πέραν των μαλακιών όμως, όποιος ξέρει τίποτις ετυμολογικώς σοβαρόν ας καταθέσει τον οβολόν του στα σχόλια εδώ από κάτου.

Οι ληστές κατεξευτέλιζαν τους νόμους, τα εκτελεστικά όργανα της πολιτείας, δηλαδή τους χωροφύλακες, αλλά και αυτό το ίδιο το κράτος. Γι αυτό και οι "εικοσιπενταράδες", ή "σακαράκες" ή "καραβανάδες" ή "σταυρωτήδες" ή "σπαθάδες" όπως αποκαλούσαν τους χωροφύλακες [...] βασάνιζαν για ψύλλου πήδημα τους χωρικούς και τους κτηνοτρόφους [...]

Οι χωροφύλακες δεν σταμάτησαν να πυροβολούν μέχρι που οι σφαίρες τους τελείωσαν, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα οι ληστές να διαφύγουν [...] Ύστερα από λίγο [...] οι άντρες του καταδιωκτικού αποσπάσματος άκουσαν κάποιον να τους φωνάζει: "Μπορεί, ωρέ εικοσιπενταράδες, να πάρετε τις κάπες και τα τσαρούχια μας αλλά τα κεφάλια μας δεν θα τα πάρετε ποτέ!"

Βασ. Τζανακάρης Οι λήσταρχοι. Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν. Εκδ. Μεταίχμιο 2015.

Got a better definition? Add it!

Published

Ας μου επιτραπεί να καταγράψω εδώ το φαινόμενο της αντικατάστασης της σωστής κατάληξης -ότητα με την λανθασμένη -ισμός, στις λέξεις που εντόπισα με μια γρήγορη ματιά στον γούγλη και με τη βοήθεια λίγης φαντασίας και του Αντίστροφου Λεξικού Αναστασιάδη-Συμεωνίδη. Κάποιες από αυτές γουγλίζονται άπαξ, είναι όμως ενδεικτικές του φαινομένου. Πιθανώς υπάρχουν κι άλλες, αλλά γι αυτό έχουμε τα σχόλια από κάτω. Για επιβεβαίωση κατέφυγα στα δύο μείζονα λεξικά μας, Μπάμπη και Τριαντά. Οι εκλεκτοί αυτοί κύριοι συμφώνησαν αμέσως μαζί μου, επιδεικνύοντας σπάνιο στις μέρες μας πνεύμα συνεργασίας.

Αν θυμάμαι καλά, από τις κάτωθι ανασκολοπισμένες -ότητες μόνο μία έχω ακούσει δια ζώσης, και, στην επισήμανσή μου ότι ο μόνος δόκιμος τύπος είναι "επιθετικότητα" ο συνομιλητής μου επέμεινε στην άποψή του με πρωτοφανή επιθετισμό. Τέλος πάντων, ορίστε:

αντιδημοκρατισμός, επιθετισμός, παραβατισμός, διορατισμός, επαναστατισμός, αντιφατισμός, παθητισμός, ενεργητισμός, εκδικητισμός, αμυντισμός, ενδοτισμός, ανατρεπτισμός, διαλυτισμός, διαχυτισμός, εκδηλωτισμός, ανεδαφισμός, συναδελφισμός, διαλυτισμός.

Προφανώς δεν πρόκειται περί αργκό αλλά περί εκφραστικού λάθους. Φρονώ ότι οι καθ' ύλην αρμόδιοι υπουργοί Παιδείας θα πρέπει να αντιμετωπίσουν εγκαίρως αυτά τα χαρακτηριζόμενα από εμφανή τάση εξαπλωτισμού φαινόμενα ασχετισμού και αναλφαβητότητας. Αν δηλαδή δεν τους έχει φάει η αυνανιστικότητα και τους ενδιαφέρει λιγουλάκι ο υστεροφημισμός τους.

Αποφευγετε συνεχως να σχολιασετε στραβα της αστυνομιας....αυτο ειναι κακος συναδελφισμος και δε βγαζει πουθενα!

ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ ΟΤΙ ΣΤΙΣ ΚΡΙΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΕΔ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣΕ Η ΑΝΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑ, Ο ΕΚΔΙΚΗΤΙΣΜΟΣ ΚΛΠ.

αποπειρες δημοκρατιας εναντια στο αστικο κρατος οπου βασιλευει η διαφθορα, η οικογενιοκρατια και ο αντιδημοκρατισμος

ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΚΟΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΣΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΚΟΚΚΙΝΗ ΑΠΕΙΛΗ

μην ειστε αρνητικοι,χρειαζεται διορατισμος

Όλα από το νέτι.

Got a better definition? Add it!

Published

Σημαίνει: Ωμά στους σκύλους.

Και δεν είναι σλανγκ. Δεν υπάρχει καν. Δεν ξέρω καν γιατί το ανεβάζω εδώ. Μιά υπόθεση είναι. Μιά εικασία για το πώς θα ήταν μια ασήκωτη, θανάσιμη ομηρική βρισιά. Ένα φονικό μπουκέτο μίσους και άγριας καταφρόνιας. Κάτι που να κοντράρει στα ίσα τα πιό καυτερά καριολίκια μας.

Κάτι που να λέει: "Δεν αξίζεις να τα έχεις. Θα σου τα κόψω και θα τα ρίξω στα σκυλιά".

πέμψω σ᾽ ἤπειρόνδε, βαλὼν ἐν νηῒ μελαίνῃ,

εἰς Ἔχετον βασιλῆα, βροτῶν δηλήμονα πάντων,

ὅς κ᾽ ἀπὸ ῥῖνα τάμῃσι καὶ οὔατα νηλέϊ χαλκῷ,

μήδεά τ᾽ ἐξερύσας δώῃ κυσὶν ὠμὰ δάσασθαι.

Οδύσσεια σ 84-87

Got a better definition? Add it!

Published

Η αστυνομία. Από εδώ ορμώμενος γράφω, αν και τη λέξη ούτε την ήξερα, ούτε την έχω ακούσει δια ζώσης. Πολύ περισσότερο δεν την έχω χρησιμοποιήσει, εφόσον ποτέ δεν εκφράζομαι απαξιωτικά για τα ένδοξα Σώματα Ασφαλείας, σα δε ντρεπόσαστε λίγο, αναρχοκουμμουνιστικά γομάρια.

Ευτυχώς είχε λάβει αυστηρές εντολές από την εκσυγχρονίστρια υπουργό Δημοσίας Τάξης, που το είχε βάλει αμέτι μουχαμέτι να δημιουργήσει μια αστυνομία με ανθρώπινο πρόσωπο. Εξευρωπαϊσμός και μπατσία όμως συνδυάζονται? Αυτές εδώ μέσα πίστευαν ότι σέβονταν τα ανθρώπινα δικαιώματα όταν δε βαρούσαν μπουνιές αλλά κλοτσιές...Τέλος πάντων.

εδώ

[...]διαμαρτύρεται με αυτό τον τρόπο για το άθλιο κατηγορητήριο που κατασκεύασε η μπατσία και χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα για να του κόψουν τις άδειες εξόδου που έπαιρνε κανονικά[...]

εκεί

Μπήκε μέσα στα πόδια κάποιων άλλων που κάνουν την ίδια δουλειά και μάλλον, τα έδινε σε πιο χαμηλή τιμή και τον κάρφωσαν στην μπατσία.

παραπέρα

Got a better definition? Add it!

Published

Μέλος της αφρόκρεμας του στρατεύματος. Κατά βάσιν ένας λεπτολόγος χειρώναξ με εκρηκτική ιδιοσυγκρασία.

Περί την ετυμολογία μη με ζορίζετε για θα πέσετε να παίρνετε μέχρι να δείτε τον Χριστό φαντάρο.

Την ώρα που για την πλειονότητα των στρατιωτών η θητεία δεν είναι παρά απίστευτες ώρες μοναξιάς και ανίας, υπάρχουν και σώματα που δεν σε αφήνουν να βαρεθείς ούτε λεπτό.

Ούτε και να ξεκουραστείς φυσικά, καθώς μιλάμε για την ελίτ των ειδικοδυναμιτών της οικουμένης!

δώθε

Στο πλαίσιο του εορτασμού της διάθεσης του League of Legends στη Βραζιλία, ο Ειδικοδυναμίτης Γκάνγκπλανκ κατευθύνει την επίθεση μέσα στην άγρια ζούγκλα, εξοπλισμένος με ένα μοντέρνο πιστόλι, μια ζόρικη χατζάρα και ένα μουράτο μπερέ μάχης.

κείθε

στρατιώτης αντέδρασε όταν ένας ειδικοδυναμίτης τον αποκάλεσε ζώο.

σαπέρα

[...]το κοιμητήριο του ναού[...]τα χρώματα της ελληνικής σημαίας[...]αμέτρητες πορσελάνινες φωτογραφίες με συγκινητικά στιχάκια και κοντά τους τα διακριτικά ενός νεαρού ειδικοδυναμίτη[...]

ολούθε

Got a better definition? Add it!

Published

Το πάλαι ποτέ χαρτονόμισμα των δέκα χιλιάδων δραχμών που έγινε κωλοσφούγγι όταν έκαναν κατά δώθε γιούργια τα γιούργια.

Παρά την τότε αγοραστική του δύναμη, δεδομένων των μορφών που κοσμούσαν τις δύο όψεις του (Γεώργιος Παπανικολάου και Ασκληπιός), ο λημματογράφος είχε σε σχόλιό του εδώ χαρακτηρίσει το συγκεκριμένο τραπεζογραμμάτιο χαρτί υγείας. Ε μα...

Τύχαινε και σε μένα [...] να βρίσκω τίποτα ξεχασμένα δεκαχίλιαρα [...] στα θυλάκια των μπουφάν ή στις κωλότσεπες των παντελονιών. Αναφέρομαι στα εκμαυλιστικά και άκρως θεραπευτικά χαρτονομίσματα, επονομαζόμενα και "γιατρούς", από την προσωπογραφία του Γεωργίου Παπανικολάου στη μια όψη και το ολόγλυφο άγαλμα του Ασκληπιού στην άλλη.

Γ. Νανούρης (Μετέωρος), Εφημερίδα των Συντακτών 15/10/2015

Εγώ έχω έναν Κολοκοτρώνη στο πορτοφόλι μου μόνιμα, έτσι για γούρι. Δυστυχώς δεν μου ξέμεινε κανένας γιατρός :( εδώ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πυροσβεστική αργκό για την μικροεστία φωτιάς που συνεχίζει να καίει μετά την κατάσβεση της πυρκαγιάς και που μπορεί να αναζωπυρωθεί με κάποιο φύσημα του αέρα. Γαμώ το καντήλι του, που λένε και στο χωργιό μου.

Ζωάκια που έτρεχαν να σωθούν με φλεγόμενη γούνα, κόσμος που έψαχνε με φακούς μέσα σε καμμένα αυτοκίνητα μήπως βρει κάποιον δικό του άνθρωπο, νεκρό ή ζωντανό, άτομα που έπεφταν στη θάλασσα για να σωθούν [...] η λέξη «καντηλάκια» για τις εστίες φωτιάς που δεν έλεγαν να σβήσουν [...]

εδώ

Είναι-δεν είναι ένα μέτρο. Ρίχνει νερό με το λάστιχο στους θάμνους που μισοκαίγονται ακόμα ανάμεσα σε καρβουνιασμένα δέντρα και καμένα παιχνίδια - εδώ ήταν κάποτε η αυλή του σπιτιού του.

Είναι απολύτως συγκεντρωμένος, σχεδόν βλοσυρός, και δεν ρίχνει δεύτερη ματιά όταν καταλαβαίνει πως τον κοιτάζουν.

Εδώ και ώρες δεν έχει σταματήσει να σβήνει μικρά «καντηλάκια» φωτιάς παρόλο τον καπνό και την αφόρητη ζέστη.

εκεί

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

(Το λήμμα δεν θα μπορούσε να γραφτεί χωρίς την καθοριστική συμβολή του Δύτη των Νιπτήρων, που εδώ, στο σχόλιο 7, έριξε στο τραπέζι τη λέξη που έλειπε, βάζοντάς με στον σωστό δρόμο. Δεν γνωρίζω τον άνθρωπο προσωπικά, όμως τον ευχαριστώ θερμά για τη βοήθεια. Αυτονόητες είναι οι ευχαριστίες μου και προς τον σύσσλανγκο sarant που είχε την καλοσύνη να φιλοξενήσει την απορία μου στο ιστολόγιό του).

Η λέξη καλτανκανάτι σημαίνει ανάριχτο φόρεμα του πανωφοριού στις πλάτες, χωρίς να περαστούν τα μανίκια, αλλέως αναπεταρίκι. Ο Ηλίας Πετρόπουλος καταγράφει τη λέξη ως τροπικό επίρρημα (καλτακανά), συνδέοντάς την εσφαλμένα με το τουρκ. kaltak = πόρνη. Εν τούτοις, η λέξη διασώζεται με την μορφή που λημματογραφείται εδώ ήδη από το 1835. Σε σχόλιό μου εδώ είχα διατυπώσει παλιότερα τις ενστικτώδεις επιφυλάξεις μου σχετικά με την Πετροπούλεια ετυμολογία, μαντεύοντας σωστά τη μισή αλήθεια (νταξ, τα μισά). Την υπόλοιπη τη χρωστάω στον ως άνω Λαβαμπό Βουτηχτησί Εφέντη.

Το λεπόν: Η (καρα-ρετρό, εξαφανισμένη πλέον) λέξη προέρχεται από παραφθορά του τουρκ. kartal kanat / kartal kanadı = φτερό αετού, και παραπέμπει ευθέως στην εικόνα 2 φτερών που ανεμίζουν πίσω από τον φέροντα το ένδυμα. Πρόκειται για τούρκικο ιδιωματισμό που σημαίνει ακριβώς αυτόν τον τρόπο φορέματος του παλτού / πανωφοριού / επενδύτη.

Τη μετάφραση των παραδειγμάτων την έκανα με τα χεράκια μου, άρα μάλλον φέρω και τη σχετική ευθύνη γμτ.

ΚΑΛΤΑΝΚΑΝΑΤΙ (το βάλσιμον του επανωφοριού όχι με τα μανίκια περασμένα. Ο Γαζής εσημείωσεν ομώνυμον λέξιν το Αναπεταρίκι: δεν την ήκουσα).

Σκαρλάτος Βυζάντιος εδώ

Η πόρνη, για να ανταπεξέλθει στο κρύο (μην ξεχνάτε πως ήταν σχεδόν γυμνή) καθότανε σε μιά καρέκλα, καβάλα στο μαγκάλι, με ανοιχτά τα σκέλια, ρίχνοντας μια πατατούκα στη ράχη της. Γιαυτό, όταν βλέπουμε κάποιον με ανάριχτο παλτό λέμε: το φόρεσε καλτακανά.

Ο Ηλίας Πετρόπουλος τα κάνει ετυμολογικώς πουτάνα όλα, στο Μπουρδέλο, εκδ. γράμματα.

20-30 kişilik bir göçmen kafilesi başında bulunan bu ihtiyar, omuzlarına kartal kanadı attığı paltosu ve elindeki asası ile bir yolcudan çok doğu mitolojisindeki yarı tanrı kabile reislerine benziyordu. (Αυτός ο γέρος ο επικεφαλής μιας ομάδας 20-30 προσφύγων, με το παλτό ανάριχτο στους ώμους και το ραβδί στο χέρι, έμοιαζε περισσότερο με ημίθεο αρχηγό φυλής της ανατολίτικης μυθολογίας παρά με ταξιδιώτη).

εδώ

Sekiz köşe kasket vardı başında, ayakkabılarının topukları basılıydı, palto omuzlarında kartal-kanat, sarkık bıyıkları fırça gibiydi [...](Στο κεφάλι φορούσε μια οκτάγωνη τραγιάσκα, τα τακούνια των παπουτσιών του ήταν φαγωμένα, το παλτό ανάριχτο στους ώμους, τα κρεμαστά μουστάκια του σαν βούρτσα [...]

εκεί

Παραπέρα το kartal kanat ως παλιό οθωμανικό ένδυμα, που ακόμα παραπέρα περιγράφεται ως μπολερό με μανίκια που μοιάζουν με φτερά αετού.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ύπουλο κόλπο που χρησιμοποιείται σε αθλοπαιδιές ή πάσης φύσεως συρράξεις με σκοπό την απώλεια ισορροπίας και συνακόλουθη πτώση του αντιπάλου (=να φάει τα μούτρα του ο καργιόλης).

Όπως βλέπουμε στο βιντεάκι του πρώτου παραδείγματος, το σκαμνάκι εκτελείται:

1) συνεργατικά, με τον ένα εμπλεκόμενο να αντιμετωπίζει κατά πρόσωπο τον στόχο και να τον σπρώχνει προς τα πίσω, ενώ ο συνεργάτης του χώνεται ανακούρκουδα πίσω από τον στόχο. Ο τελευταίος υποχωρεί από τη δύναμη του σπρωξίματος, χάνει την ισορροπία του καθώς τα γόνατά του βρίσκουν στο σώμα του συνεργάτη και πάρτο κάτω ανάσκελα το χαϊβάνι.

2) Κατά μόνας, που είναι και πιό δύσκολο κατά τα φαινόμενα. Ο γράφων δεν έχει προσωπική εμπειρία, αλλά απ' όσο καταλαβαίνει πρέπει να εκτελείται σε φάση καταδίωξης, με τον καταδιωκόμενο να έχει στο σβέρκο του την καυτή (και πιθανώς βρομερή) ανάσα του διώκτη. Απαιτείται απόλυτη ψυχραιμία και τέλειο τάιμινγκ για να πετύχει (χωρίς να φάει καμιά φονική κλωτσιά ή γονατιά στο κρανίο) το ξαφνικό κουβάριασμα του σώματός του μπροστά από τον διώκτη που, με τη φόρα που έχει, σκοντάφτει πάνω στο υποψήφιο θήραμα, απογειώνεται και ολοκληρώνει την προσπάθεια με μια μεγαλοπρεπή χύμα με τα μούτρα στον δρόμο.

Αν και ο γράφων έχει σχετικές αναμνήσεις από τα παιδικάτα του (=τα άλλα τα κωλοπαίδια το κάνανε), δε βρίσκει παρά λίγες γκουγκλιές. Θυμάται όμως πολύ καλά πατρική διήγηση περί ενός οικοδόμου που στις διαδηλώσεις για το Κυπριακό το 1955 έκανε ένα επιτυχημένο σκαμνάκι τύπου 2 σε χωροφύλακα που τον καταδίωκε, με άκρως εντυπωσιακά αποτελέσματα (=επιστρέψτε στην παρένθεση της πρώτης παραγράφου και προσθέστε αμμοχάλικο στο οδόστρωμα, άφθονο αίμα, εκτεταμένες εκδορές, μώλωπες, οιμωγές και γογγυσμούς. Διακοσμήστε κατά βούληση με χριστοκάντηλα και γαμοσταυρίδια).

Α, όλα κι όλα, δολοφονίες ανέχομαι, βιασμούς ανέχομαι αλλά σκαμνάκι, φίλε, δεν ανέχομαι.

Συνεργατικό σκαμνάκι εδώ (από το 8:40)

ΟΤΑΝ ΕΝΑΣ ΠΑΙΚΤΗΣ ΜΕ ΠΡΟΘΕΣΗ [...] ΒΑΖΕΙ ΤΡΙΚΛΟΠΟΔΙΑ Ή ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΒΑΛΕΙ ΤΡΙΚΛΟΠΟΔΙΑ Ή ΚΑΝΕΙ ΣΚΑΜΝΑΚΙ ΜΠΡΟΣ Ή ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΑΝΤΙΠΑΛΟ [...] ΘΑ ΤΙΜΩΡΕΙΤΑΙ ΜΕ ΑΜΕΣΟ ΛΑΚΤΙΣΜΑ ΚΑΙ ΕΑΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΘΑ ΔΙΝΕΤΑΙ ΑΜΕΣΟ ΕΠΑΝΟΡΘΩΤΙΚΟ ΛΑΚΤΙΣΜΑ (ΠΕΝΑΛΤΙ).

εδώ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Καμία σχέση, δε θέλω αηδίες.

Από τη μόνη αναφορά στο Σώμα της Ελληνικής Γραμματείας που έχω υπ' όψιν μου σχηματίζω την εντύπωση ότι η αβιζώτη ήταν η ελαφριά γόμωση πυρίτιδας που, αναφλεγόμενη από τον επικρουστήρα των παλιών εμπροσθογεμών τουφεκιών, πυροδοτούσε μέσω της φάλιας την κυρίως γόμωση που προωθούσε το βλήμα.

Νομίζω πως είναι σιγουράκι η αναγωγή στο τουρκ. ağızotu = καψύλιο, καψούλι. Η ανάλυση μας δίνει το ağız = στόμα / στόμιο + ot = χόρτο, δε θέλει και πολλή φαντασία για να δούμε έναν σαλβαροσαρικοφόρο τοπτσή να βάζει φωτιά στα τόπια με ένα αναμμένο σκοινάκι από πλεγμένα ξερά χόρτα ως αυτοσχέδιο πυροκροτητή, φιτίλι, καψούλι, όπως αγαπάτε πείτε το.

Σε αυτό εδώ το σάιτ με τούρκικες λέξεις που πέρασαν στις διάφορες γλώσσες της ευρύτερης περιοχής, το ağız otu ερμηνεύεται ως 1) φάρμακο για τον στοματόπονο, αν υπάρχει τέτοια λέξη και 2) μπαρούτι που μπαίνει στο στόμιο τουφεκιού, quod erat demonstrandum που λένε και στο χωργιό μου. Ο συντάκτης δίνει συντομογραφίες ελληνικών επωνύμων, πιθανώς μελετητών που αναφέρουν την ελληνική παράγωγη λέξη αγίζι / αγιζότη, την οποία βρίσκω εδώ, ως κρητικό ιδιωματισμό με την ερμηνεία ταχύτητα που αποκτά κάποιος.

Dediğim gibi εεεε, όπως είπα βρίσκω τη λέξη άπαξ σε λογοτεχνικό κείμενο, αν κάποιος την έχει εντοπίσει και αλλού ας κοπιάσει στα σχόλια.

Εδώ ο μηχανισμός και, αφού έχει και hammer μέσα, η ανάρτηση είναι για τον Ξεροσφύρη που υποψιάζομαι πως αντιπαθεί τα όπλα αλλά ελπίζω να κάνει κέφι το λήμμα.

- Μωρέ, φέρε μου την τσάγκρα! φώναξε άξαφνα. Φέρε μου την τσάγκρα να του πιω το αίμα! Κίνησα να κάμω το θέλημά του. Αλλά δεν είχε υπομονή. Έφτασε πρώτος στην κάμαρη, άρπαξε το σκουροντούφεκο και από τη σκάλα την άναψε στο πουλί. Ένας ξερός χτύπος ακούστηκε, μα τίποτ’ άλλο. Ο κόκορας έπεσε, αλλά δεν έπιασε το καψούλι! Παγώσαμε. Κακοσημαδιά στην κακοσημαδιά!
[...] - Αν δε σου πιω το αίμα, να μη με ειπούν καπετάν Κρεμύδα! είπε σκάζοντας χάμω το σκούφο του. Άλλαξε το καψούλι, έφτιασε την αβιζώτη. - Κυβέρνα καλά, Μπαρμπατρίμη, είπε· ίσ’ απάνου στ’ άτιμο! Τήρα καλά να μην το χάσεις από τα μάτια σου!

Α. Καρκαβίτσας, Κακοσημαδιά, από τα Λόγια της Πλώρης.

A typical flintlock mechanism has a piece of flint which is held in place in between a set of jaws on the end of a short hammer. This hammer (sometimes called the cock) is pulled back into the "cocked" position. When released by the trigger, the spring-loaded hammer moves forward, causing the flint to strike a piece of steel called the "frizzen". At the same time, the motion of the flint and hammer pushes the frizzen back, opening the cover to the pan, which contains the gunpowder. As the flint strikes the frizzen it creates a spark which falls into the pan and ignites the powder. Flame burns through a small hole into the barrel of the gun and ignites the main powder charge, causing the weapon to fire.

εδώ

Got a better definition? Add it!

Published