Selected tags

Further tags

Υψηλόβαθμο στέλεχος, σε περίοπτη κοινωνική θέση με απεριόριστη πολιτική επιρροή και οικονομική ευρωστία. Είθισται να έχει μεγάλη ροπή προς την πολεμοκαπηλία και στην ιδιοτελή φόρο-εκπιπτόμενη φιλανθρωπία. Λειτουργεί με την συγκατάβαση και την υποστήριξη του Σύλλογος Εμπόρων Πολέμου. Μπορεί να χαρακτηριστεί απλά ως ανισόρροπος σε βαθμό κακουργήματος . Τα αδικήματα του στην παγκόσμια δικαιοσύνη είναι αρκετά για να καταδικαστεί για πολλαπλά επαναλαμβανόμενες γενοκτονίες. Είναι συνήθως κλινικά υγιέστατος αλλά πάντοτε ψυχικά ελλιπών, νεκρός. Μοναδικό του μέλημα είναι η διαιώνιση των προνομίων του. Ο μεγαλύτερος του φόβος η απώλεια αυτών. Δεν είναι πραγματικός γνώστης καμιάς άλλης τέχνης παρά της δόλιας τεχνικής της παραγωγής φόβου και παραπλάνησης, σε παγκόσμια κλίμακα.

-Δεν μπορώ να βρω δουλειά, ούτε γυναίκα, δεν έχω μία στην τσέπη και πάω και για χειρότερα. -Αυτοί οι κορωνοποιοί μας μπαζώνουν γερά.

-Έλεγε τις προάλλες ο άλλος ο κορωνοποιός ότι χωρίς αποτελεσματικό φάρμακο θα πεθάνουμε όλοι. -Αυτός πάλι κάνει την δουλειά του.

κορωνοποιός

Got a better definition? Add it!

Published

Αποκύημα της φαντασίας υπερχρεωμένων καταναλωτών του 21ου αιώνα που ανήμποροι να ελέγξουν την καταναλωτική τους βουλιμία για βολικότερη ζωή έπεσαν στα πλοκάμια της παλιοπαρέας, τσίμπησαν το δόλωμα από πιστωτικές κάρτες και μπλέχτηκαν στα δίχτυα των δανειακών συμβάσεων. Υποχρεωμένοι στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα των δανειστών, όπερ εγένετο το χρέος, το παγκόσμιο. Οι παραπλανημένοι υπόχρεοι υποστηρίζουν πάραυτα ότι έχουν πέσει θύματα των αδίστακτων ληστών του Συλλόγου και ότι προκοπή δεν πρόκειται να δει κανείς όσο κρατάει αυτό το τροπάριο.

-Μ' έχουν ζαλίσει το κεφάλι οι τράπεζες για τις κάρτες που χρωστάω και τις δόσεις, τι θέλουν; να κάνουν κατάσχεση δεν έχω τίποτα να μου πάρουν... -Αυτοί είναι του Συλλόγου Εμπόρων Πολέμου, για να πάρουν το χρέος θα σου πάρουν πρώτα την ψυχή.

-Ο άνθρωπος, λέει, έχει πάει στο φεγγάρι αλλά ο πόλεμος και η πείνα καλά κρατεί σε όλο τον πλανήτη Γη. -Αυτά είναι δουλείες του Συλλόγου Εμπόρων Πολέμου, η σκλαβιά δεν καταργήθηκε ποτέ, επεκτάθηκε, διευρύνθηκε και συμπεριλαμβάνει πλέον, όλες τις ανθρώπινες φυλές.

Σύλλογος Εμπόρων πολέμου

Got a better definition? Add it!

Published

Γκομενομάνι ονομάζεται η συγκέντρωση πολλών κοριτσιών - γκόμενων (θηλ. γένους) με επίβουλες ιδέες προς το ισχυρό φύλον με σκοπό την αποκόμιση χρημάτων. Συνήθως ένα γκομενομάνι συναντάται σε πολυσύχναστους χώρους όπως μια καφετερια, ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα ή στο γνωστό Ευαγές Ίδρυμα.

Οι παρέες που απαρτίζουν το γκομενομάνι είναι απαραίτητο να αποτελούνται από τρείς η περισσότερες γκόμενες για να θεωρείται δίκαια η κατάληξη -μάνι, η οποία προσδίδει την ιδέα του πλήθους, στην έννοια γκομενομάνι.

Οι γκόμενες απαντώνται σε διάφορα είδη-μορφές ανάλογα με τον απώτερο σκοπό τους. Υπάρχουν οι ηδονικές , οι φεμινιστικές, οι εισοδηματικές και άλλες πολλές μορφές γύναιων που προσπαθούν για να πετύχουν το πλήρες φαλήρισμα του αντρικού πληθυσμού και γι'αυτό χαρακτηρίζονται από πανεπιστήμονες ως άκρως επικίνδυνες προς τα αρσενικά.

"Ρε φίλε, εγώ θα πέθαινα για να αφήσω τις πουτσοσταλίδες μου στην μουνίδα της καθε κοπελιάς που ανήκει σε αυτό το γκομενομάνι.

Got a better definition? Add it!

Published

κάνω κάλτσα = βάζω χρήματα στην άκρα, αποταμιεύω, κάνω καβάτζα.

Πολύπειρος νυχτόβιος ταρίφας εξιστορεί σε ανυποψίαστους πελάτες:
-Έβαλα το γιο μου σε μια δουλειά και μόλις έκανε κάλτσα, δεν ξαναπάτησε στο πατρικό μας.

Got a better definition? Add it!

Published

Αρχαίο κίνημα που επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας. Αποτελείται από τους τσουρέλες (θηλ. τσουρέλω), δηλαδή άτομα που επιβιώνουν τσουρελιάζοντας από τους συνανθρώπους τους.

Συνώνυμα: Τσίπης, τσιγγούνης.

Κέρνα καμιά φορά κι εσύ ρε μαλάκα. Μην τσουρελιάζεις συνέχεια.

-Έχεις τσιγάρα;
-Όχι, μου τα κάπνισε όλα ο άλλος ο τσουρέλας.

Ρε τι τσουρέλας είναι αυτός; Δεν έχει βάλει ποτέ το χέρι στην τσέπη.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που κερδίζει πολύ καλό εισόδημα. Αυτός που κουβαλάει πολλά μετρητά πάνω του.

Προκύπτει απο τον -πάντα υπερφουσκωμένο- πάκο χρημάτων που βγάζει ο υπάλληλος στο βενζινάδικο για να σου δώσει ρέστα. Ο χαρακτηρισμός αυτός χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον για επαγγέλματα του μεροκάματου, μουσικούς της νύχτας και γενικότερα σε περιπτώσεις όπου οι πληρωμές γίνονται σε μετρητά.

1

- Είδα το Θρασύβουλο τις προάλλες

- Έλα ρε μαν μου, τί κάνει ο έτσι, που παίζει τώρα ?

- Ασε, έπιασε δουλειά στα μπουζούκια...

- Α, κατάλαβα, βενζινάς ο δικός σου...

2

- Είχες κάνα νέο?

- Αν κλείσουμε τη δουλειά που σου έλεγα, θα γίνουμε βενζινάδες!! (με χαρακτηριστική χειρονομία χτύπημα τσέπης παντελονιού απ'εξω)

- πσσσσσ...!

3

-Τι λογαριασμό έκανε το 21?

- 1200 ευρώ

-Δεν πιστεύω να πλήρωσαν με κάρτα

-Οχι, τα έσκασε μετρητά ο μάν

- Ρε το βενζινά...

Got a better definition? Add it!

Published

Το ελάχιστο, στα όρια του εξευτελιστικού, φιλοδώρημα.

Συζήτηση μεταξύ υπαλλήλων σε ταβέρνα.
- Άφησε τίποτα η παρέα στη γωνία;
- Μπα. Χαμερτίπς.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

έμεινα απένταρος, δεν έχω μία

Μπορείς να μου δανείσεις γιατί αυτή τη βδομάδα έμεινα πανωσέντονο κατωσέντονο;

Got a better definition? Add it!

Published

Το νόμισμα της Αλβανίας. Χρησιμοποιείται αντι για τις συνηθισμένες λέξεις: Λεφτά, χρήματα, φράγκα κλπ.

-Αγόρασα μια τηλεόραση χθές όλα τα λέκ σου λέω!

Got a better definition? Add it!

Published

λαλάκια: χρήματα, λεφτά. Χρησιμοποιείτε στην πάτρα.

«Τέλος τα λαλάκια, τέλος και η αγάπη», πατρινιά εγκατάλειψε το συνοδό της στην Κωνσταντινούπολη όταν έμεινε ρέστος

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified