Το χάπι ecstacy. Λέγεται και απλά ι από το αρχικό αγγλικό γράμμα.

- Άσε φίλε έφαγα ένα έψιλον χθες στο πάρτυ και τα είδα όλα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η ζώνη ή το λάστιχο που χρησιμοποιείται για να σφίξει το μπράτσο να πεταχτούν οι φλέβες.

Σφίξε το πρεζολάστιχο να βρω καμιά φλέβα γιατί κάηκαν όλες.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο ελαφρύς καφές. Αυτός που σε περίπτωση φραπέ μπορείς να δεις από την άλλη πλευρά ...

Ζευγάρι επιστρέφει από επίσκεψη στους γονείς της κοπέλας.

- Αγάπη μου σου άρεσε τόσο πολύ ο καφές που σου έκανε η μητέρα μου και τον ήπιες όλο; Λίγο ελαφρύς μου φάνηκε.
- Τι να κάνω. Από ευγένεια. Νερομπούρμπουλο ήταν...

βλ. και νερομπούλι, νερόπλυμα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το επιστόμιο των τσιγάρων.

- Βάλε τζιβάνα στο τσιγάρο για να ρουφάει καλύτερα.

(από Khan, 31/07/13)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έτσι λέγεται μεταφορικά το καλό ουίσκι.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Την παρομοίωση τη χρησιμοποιούν συνήθως οι πότες, οι μπεκρήδες για να δώσουν έμφαση στο ότι «ξέρουν να πίνουν» και για να δείξουν πως δεν είναι χτεσινοί στο άθλημα.

- Σταμάτα να πίνεις λίγο κοπέλα μου, το γαμ**** το μπουκάλι το ουίσκι!!
- Δεν είναι ουίσκι, είναι Αγιασμός!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μπάφος κορωνίδα της κατηγορίας που οι χασίστες και φουντικοί ονομάζουν «διφυλλάκια».

Αποτελείται από 2 τσιγαρόχαρτα, το ένα κάθετα κολλημένο στην άκρη του άλλου δίνοντας την εικόνα του Τ (και όχι του σταυρού που θα ήταν και λάθος κατασκευαστικά) και με την δέουσα (δις) βεβαίως... γόμωση.

- Φτιάσε ένα ταφάκι ρε για καπάκι...
- Ωραία ιδέα... και δεν το φτιάχνεις;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τρίφυλλο είναι το γάρο το οποίο έχει στριφτεί με 3 χαρτάκια. Μεγάλο σε μήκος είναι ιδανικό για μεγάλες παρέες και εύθυμες καταστάσεις!

  1. - Θα φτιάξουμε κανα τρίφυλλο ρε μαν;
    - Το ρωτάς; Έτς. Να γίνει Τέξας!

  2. (στίχοι από το άσμα «Χάλια Χάλια» του ραπ συγκροτήματος «ΖΝ»)

«...Παίρνω απ' το κύπελλο το χόρτο το πρώτο
Φτιάχνω ένα τρίφυλλο το πρώτο
Τι είναι αυτά τα ασπρα; Χαρτάκια ασ'τα!...»

βλ. και καρότο

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πολυσχιδής σλανγκιά, εκ του ηχομιμητικού γουργουρίζω. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στα εξής:

  • Το δοχείο του ναργιλέ, αυτό που γουργουρίζει όταν τον πίνεις. Οι γούργουρες κατασκευάζονται από γυαλί, πηλό ή κολοκύθα• οι καλύτεροι όμως, από το κέλυφος καρύδας (η λέξη nārgil στα περσικά σημαίνει καρύδα). Εναλλακτικά: γουργού, γούργουρας, γουργούλακας, γουργούλιακας.
  • Η κληρωτίδα, επειδή όταν γυρίζει γουργουρίζει. Εξ ου και η έκφραση «τώρα που γυρίζει ο γούργουλας».
  • Μη σλανγκικά (αλλά αρκούδως λαογραφικά), το λαρύγγι του κόκορα (επειδή γουργουρίζει) και το πήλινο δοχείο σε διάφορες ντοπιολαλιές.

1.
Γουργούς / γούργουλας: ο ναργιλές (από τον ήχο του νερού κατά το ρούφηγμα που μοιάζει με γουργουρητό

2. οι «ειδήμονες» του ναργιλέ λένε ότι ο καρυδάτος γούργουλας είναι ασυναγώνιστος

3.
Τώρα που γυρίζει ο γούργουλας, ποντάρετε παρακαλώ… Να ξεπουλήσουμε την πατρίδα, τη χώρα που γεννάμε τα παιδιά μας! Άλλος δοσίλογος, ποντάρετε παρακαλώ…

4.
Λοιπόν…στοιχηματίζω ολόκληρο το βασίλειό μου της Δανιμαρκίας, που δεν είναι βέβαια και τίποτα σημαντικό έτσι σάπιο που κατάντησε, αλλά αυτό έχω αυτό βάζω, βάλτε και σεις παιδιά, μαύρο κόκκινο, λάδι για την καντήλα, εδώ κληρώνει ο γούργουλας, πως αν ο επικείμενος πρώτος τους δίσκος τους Let The Sunburnt Country Burn -αν και όποτε βγει- θ’ αφήσει εποχή…

(από σφυρίζων, 18/07/13)(από σφυρίζων, 18/07/13)

Got a better definition? Add it!

Published

Το τιγκαριστό ποτήρι ή φλιτζάνι: γεμάτο έως τα μπούνια, σαν καντήλι γεμάτο λάδι.

Σπάνια κουτσαβάκικη σλανγκιά.

(από σφυρίζων, 15/09/13)

Got a better definition? Add it!

Published

Η κοκαΐνη ή αλλιώς κόκα. Συνήθως την μετράνε σε gr, δηλαδή γραμμάρια.

  1. Θα πιούμε την κοκό μας και θα πάμε στο πάρτι.

  2. Τρία gr κοκό φτάνουν.

Σχετικά: κοκορέτσι, κοκόρι, κοκακόλα, αναψυκτικό

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified