Μαθητική σλανγκιά: θέματα που θεωρούνται απίθανο να πέσουν σε εξετάσεις και ωσεκτουτού δεν αποτελούν αντικείμενο μελέτης ή σκονακοποίησης. Το αντίθετο δηλαδή των σος.

Υπερθετικό: αντισοσάρα.

Ασίστ: Βράσταγκιρλ.

1. Εγώ ένα πράγμα θα πω, βασιζόμενος στην πείρα μου. Ο μαθητής που ψάχνει SOS ή αντί-SOS αντί να στρώσει τον πισινό του στην καρέκλα του και να διαβάσει όλη την ύλη, στο τέλος θα δει ότι μπορεί να πέσει ένα θέμα που δεν το έχει διαβάσει (γιατί το θεωρούσε αντί-SOS) και αφού βγουν οι βαθμοί, που δεν θα έχει πλέον να ψάξει για κανένα SOS, θα ψάχνει για δικαιολογίες.

2. Έμφαση δίνουμε πολύ στις μεταβλητές, στο τι είναι ιδέες των μαθητών κτλ. Τα θέματα είναι πρακτικά και θεωρητικά, οπότε μη θεωρήσετε τίποτα αντισός.

3. Διαγωνισμός Υπουργείου Δικαιοσύνης - Ποια άρθρα θεωρείτε «αντισός» από τον κώδικα δικαστηριών;

Ο κωμικοτραγικός θάνατος του Χατζημπατίρογλου père. (από σφυρίζων, 16/06/13)(από Khan, 19/03/14)

βλ. και σος, σοσάρα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Φίλη τόσο κολλητή που της κοτσάρουμε και μια -ούμπα. Σε υπερθετικό BFF βαθμό: το κολλητουμπινάκι μ.

Μαθητική αργκό τελευταίας κοπής, σπαρταράει.

  1. σορρυ ρ κολλητουμπα μ!! απλα τ σ/κ ειχα παει στν κολλητη μ εκτοσ path κ δν μπηκα καθολου!! τ νεα;; μ ελειψεσ ρρ!!

  2. Εβελίνααααααααααααααααααα: κολλητουμπα μου :D

  3. axxxuuu to... i kollitumpa m.

(Από διάφορα σάη)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παραδόξως ο τριαντά δεν την έχει. Πρόκειται για την πενθήμερη εκδρομή στην οποία πηγαίνουν οι μαθητές της 3ης λυκείου προς το τέλος της χρονιάς, όνειρο κραιπάλης για τους περισσότερους.

Σημειώνεται ότι η «σωστή» λέξη είναι πενθήμερη (εκδρομή) και όχι πενταήμερη, αλλά έτσι ακούγεται πιο αλήτικο.

Όχι ιδιαιτέρως σλανγκ, πιθανότατα ανήκει στα καθιερωμένα λάθη της καθομιλουμένης και χρησιμοποιείται γενικότερα, αλλά είναι σίγουρο ότι κανένας μαθητής δεν θα αναφερθεί στην εκδρομή ως πενθήμερη. Αυτά.

- Μού 'χουν φτάσει τα ζουμιά μέχρι τ' αυτιά, άιντε να πάμε πενταήμερη μπας και μου κάτσει επιτέλους η Διονυσία.

(από jesus, 11/07/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άτομο που φοιτεί στο διεθνές τμήμα ΙΒ (Αϊ-Μπι) κάποιου σχολείου. Συνήθως αποκαλείται έτσι από τους «μαλάκες ενιαίους» (άτομα που φοιτούν στο Ενιαίο Λύκειο του ίδιου συνήθως σχολείου).

Άντε από 'δώ ρε φλώρε αϊμπίτη!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο μαθητής που στο λύκειο σηκώνει ακόμη το χέρι στροβιλίζοντας το όπως στο δημοτικό φωνάζοντας «κύριε-κύριε!» . Προσφέρεται για οποιαδήποτε χάρη από τον καθηγητή.

Μεγαλώνοντας στο στρατό γίνεται σκοπάνθρωπος, καπαπής και αγγαρειομάχος. Στον επαγγελματικό τομέα γίνεται γλείφτης όχι από τσατσοσύνη αλλά από έμφυτη μαλακώδη καλοσαμαρειτική άτιτιουντ.

Τον αντιπαθούν όλοι γιατί κανείς δεν καταλαβαίνει πώς προσφέρεται σε κάθε αγγαρεία και χάρη προς ανώτερο.

Με ποιόν ανέλαβες το πρότζεκτ ρε συ;

-Με τον Παπαδόπουλο.

-Είσαι πολύ γκαντέμης. Θα πάρει όλα τα εύσημα αυτός. Είναι σηκωχέρης.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified