"Ελα σκασ' το τωρα, να καθαρίζεις το βρομά σκέτη ταλαιπώρια."
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Ανάβω μπάφο. Μεταβατικό ρήμα, συχνά με αντικείμενο την προσωπική αντωνυμία "το".
Έλα σκάσ' το τόση ώρα και χαρμάνιασα!
Πού 'σαι ρε μαν; Καιρό έχουμε να τα πούμε. Πότε θα περάσεις καμιά φορά να σκάσουμε κανα τρίφυλλο;
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
θα πάμε πέριξ με τον τέντα να πιούμε κάνα τσιγάρο
Λεγεται συνήθως τό παλικάρι πού τα φρύδια τού είναι ενωμενα και μοιάζει μέ πρεζακια
Got a better definition? Add it!
Published
Κανα τσιο εσεις κανετε παιδια?
Γουσταρει οταν της δινω το τσιο.
Ο μπαφος, το μαυρο, το χορτο κλπ. Συνηθως ακουγεται στην κουλτουρα του skate και του graffiti. Aκουγεται στην Αθηνα και στα περιχωρα.
Got a better definition? Add it!
Published
Όταν ο φοσμπά αποδεικνύεται πολύσπορος με αποτέλεσμα στο κάψιμο να αποδίδει μια μυρωδιά καμμένου κρέατος στην πεινασμένη μύτη του πότη. Χαρακτηρίζει νταφού χαμηλής ποιότητας.
-Η φούντα που αγοράσαμε τις προάλλες είναι για τον πούτσο...
-Γιατί ρε τι έγινε;
-Έστριψα ένα μονετάκι ρε φίλε και μπριζόλιασε όλο το δωμάτιο να πουμε...
Got a better definition? Add it!
Στριφτό τσιγάρο καπνού-κάνναβης ή σκέτης κάνναβης με ένα (μονό) τσιγαρόχαρτο. Η διαφορά του από το μονόφυλλο έγκειται στο ότι υπονοεί και χρησιμοποιείται από συστηματικό μπαφιάρη ο οποίος έχει αντικαταστήσει το κανονικό τσιγάρο με φουντωτό.
Υποκοριστικό: μονετάκι.
Got a better definition? Add it!
Το σύνολο των βιωμάτων, των γνώσεων και των δεξιοτήτων που σχετίζονται με τη χρήση νακρωτικών ουσιών. Η λέξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί με θετική ή αρνητική χροιά.
Σε επίπεδο αντίληψης, όπου κυρίως αναφέρεται ο όρος, είναι οι νέες σταθερές και μεταβλητές που προστίθενται στο σύστημα άνθρωπος και κόσμος. Ακολουθεί παράθεμα του Τίμοθι Λίρι (Timothy Leary) σε πρωτότυπο κείμενο:
“Any reality is an opinion-we make up our own reality”
“Admit it. You aren’t like them. You’re not even close. You may occasionally dress yourself up as one of them, watch the same mindless television shows as they do, maybe even eat the same fast food sometimes. But it seems that the more you try to fit in, the more you feel like an outsider, watching the “normal people” as they go about their automatic existences. For every time you say club passwords like “Have a nice day” and “Weather’s awful today, eh?”, you yearn inside to say forbidden things like “Tell me something that makes you cry” or “What do you think deja vu is for?”. Face it, you even want to talk to that girl in the elevator. But what if that girl in the elevator (and the balding man who walks past your cubicle at work) are thinking the same thing? Who knows what you might learn from taking a chance on conversation with a stranger? Everyone carries a piece of the puzzle. Nobody comes into your life by mere coincidence. Trust your instincts. Do the unexpected. Find the others…”
-Για πες μας ρε Χριστόφορε, η κότα έκανε τ' αυγό ή το αυγό τη κότα;
-Απ' το αυγό βγήκε ένα ρολόι, γιατί η κότα είχε φάει τόσο ώρα στο περίμενε.
-Τι λέει αυτός ρε;
-Άσ' τονα χτυπάει η ναρκοπαιδεία τώρα.
Got a better definition? Add it!
Ο διαμεσολαβητής σε εμπόριο ουσιών, το βαποράκι, ο ντήλερ.
Προέρχεται από τη λέξη ντη-λέρι.
Ο Μήτσος είχε στεγνώσει τελείως, γυρνούσε κι έψαχνε παντού για μανταμίτσες. Από την ώρα που έσκασε το λέρι ο Κωστής γυρνούσε όλο το βράδυ με μια πορτοκαλάδα στο χέρι το λιωσίδι.
Got a better definition? Add it!
Το κάπνισμα χασίς ή μαριχουάνας. Επίσης χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει το ίδιο το αντικείμενο, δηλαδή το τσιγάρο ή την ενεργό ουσία.
-Έλα τι λέει, να ρθω για πιώμα;
-Άμα θες πιώμα, φέρε το πιώμα.
Got a better definition? Add it!
Συνήθως χρησιμοποιείται σε μορφή ερώτησης προς τον κροκόδειλα της παρέας που έχει μαζευτεί για πιώμα. Κάθε φορά που αυτός "ξεχνιέται" να γυρίσει το τσιγάρο, ρωτάμε ειρωνικά "Σάμαλι;", εννοώντας "μήπως θες να σου φέρουμε και κάνα γλυκάκι;". Προέρχεται από τη συνήθεια των χασικλήδων να τρώνε γλυκό μετά το κάπνισμα, αφενός για τις λιγούρες, αφετέρου για να πάνε κάτω τα ζαφείρια και να φύγει η πικρίλα του μαύρου από το στόμα.
Συναντάται κυρίως στη βόρεια Ελλάδα.
-...PΗFFFFFiiiiFFFFF.......PΗFFFFFFOuOuOuOuFFFFF....PΗFFFFFiiiiFFFFF.......PΗFFFFFFOuOuOuOuFFFFF
- Σάμαλι;
- Άραξε ρε φίλε δυο τζούρες έκανα!
- Έλα να γυρνάει..
Got a better definition? Add it!