Selected tags

Further tags

Στριφτό τσιγάρο καπνού-κάνναβης ή σκέτης κάνναβης με ένα (μονό) τσιγαρόχαρτο. Η διαφορά του από το μονόφυλλο έγκειται στο ότι υπονοεί και χρησιμοποιείται από συστηματικό μπαφιάρη ο οποίος έχει αντικαταστήσει το κανονικό τσιγάρο με φουντωτό.

Υποκοριστικό: μονετάκι.

- Έλα πάμε ρε να φύγουμε, μας περιμένουν ήδη οι άλλοι στο δρόμο!
- Κάατσε μια να βρω το μονετάκι μου και φύγαμε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όταν ο φοσμπά αποδεικνύεται πολύσπορος με αποτέλεσμα στο κάψιμο να αποδίδει μια μυρωδιά καμμένου κρέατος στην πεινασμένη μύτη του πότη. Χαρακτηρίζει νταφού χαμηλής ποιότητας.

-Η φούντα που αγοράσαμε τις προάλλες είναι για τον πούτσο...
-Γιατί ρε τι έγινε;
-Έστριψα ένα μονετάκι ρε φίλε και μπριζόλιασε όλο το δωμάτιο να πουμε...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ποικιλία λάπατου (γένος Rumex), αυτοφυής κυρίως σε βόρειες περιοχές της Ελλάδος. Διαφέρει γευστικά από τα περισσότερα λάπατα, στο ότι η γεύση της δεν είναι έντονα ξυνή και χρησιμοποιείται σε πίτες. Καλλιεργείται εύκολα και αρκετά ανθεκτικό φυτό, αν και συχνά την θεωρούμε ζιζάνιο.

Στην μπαλασόπιτα βάζεις τυρί, αλατοπίπερο, λίγο κρεμύδι και μερικά αρωματικά αν έχεις.

Got a better definition? Add it!

Published

Κολλιτσίδα - συνήθως αναφέρεται στο Galium spurium. Φυτό με μικρούς σπόρους στρογγυλούς που κολλάνε πάνω σε τρίχωμα ή και σε ρούχα και μεταφέρονται με αυτό τον τρόπο σε άλλες περιοχές.

Γέμισε κολλιτσίδα το τρίχωμα του σκύλου και δεν βγαίνει αν δεν το κουρέψεις.

Got a better definition? Add it!

Published

Το βρώσιμο βλαστάρι ενός υδρόφιλου κισσο-ειδούς με την επιστημονική ονομασία Tamus communis Ο βλαστός μοιάζει λίγο εμφανισιακά με το σπαράγγι αλλά διαφέρει και το φυτό και η γεύση. Είναι μάλλον πικρές και συνήθως τις μαγειρεύουν με κρεμμύδι για να ξεπικρίσουν λίγο. Συνήθως φυτρώνουν σε ποταμιές και συχνά είναι δύσκολο να τις μαζέψει κανείς.

Στην ποταμιά θα βρεις οβριές αλλά πρόσεχε τα φίδια.

Άστες, δεν αξίζει να σπάσεις κανένα πόδι για δυο οβριές.

Got a better definition? Add it!

Published

Η πολύ διαδεδομένη μονοετή πόα με αρωματικά άνθη Datura.

Ονομάζεται και -Βοτάνι του Διαβόλου- και πέρα από κοινό αγριόχορτο είναι και πολύ ισχυρό και πολύ επικίνδυνο ναρκωτικό ή πιο σωστά δηλητήριο. Σύμφωνα με το Νίκο Πλατή σχεδόν πάντα κάνει βρώμικο "φτιάξιμο" και αφόρητο πονοκέφαλο. Δεν υπάρχει πιο οδυνηρή κι εξευτελιστική εμπειρία. Μια πραγματική ζωντανή φρίκη. Καθηλωμένος επί 7-8 ώρες ατέρμονες ώρες στους πιο μαύρους εφιάλτες σου, ανίκανος ακόμα και να σαλέψεις ή ν' αναπνεύσεις. Ίδια εφέ προκαλεί και η καλλωπιστική αδελφή της, η εξίσου δηλητηριώδεις Brugmansia (μπρουγκμάνσια). Οι πηγές που αναφέρουν ποια τμήματα του φυτού είναι "βρώσιμα" και ποια όχι είναι αντιφατικές.

Όποιος/όποια είναι αρκετά ξεροκέφαλος και τελικά έχει σκοπό να δοκιμάσει τη ντατούρα να λάβει υπόψη του πως το "τριπάρισμα" της διαρκεί μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτο της δόσης, είτε το μετανιώσει είτε όχι, δεν υπάρχει τρόπος να το διακόψει. Αρχικά θα του κάνει τη γλώσσα τσαρούχι, λίγο μετά θα αρχίσουν τα όργανα και θα παίζουν για 8 συνεχόμενες ώρες, ίσως και να πεθάνει.

Μείνετε μακριά από τη ντατούρα.

περισσότερα εδώ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Καλιαρντή λέξη εκ του γαλλικού bonbon. Σημαίνει την καραμέλα και μεταφορικώς την πεολειχία.

Μπουτ λατσό το τσόλι.. Σαρμελιά γδούπα... Κουραβέλτες... και απανωτές κουραβέλτες... Λατσάαααα... Άβελα πιασμάν στην μπάρα... και μπομπόνα μπουτ... Γδούπα φιλενάς... Γδούπα.... Αχχχχχχχ.... Θέλω να τον αβέλω συνέχεια..... (Από το Μπου).

Αβέλω μπαλόμπα και νάκα η μπόμπα (μπομπόνα)

Άσχετο: Είναι και μια ποικιλία φασολιών που το μικρό στρογγυλό σχήμα τους θυμίζει καραμέλες (δες εδώ) καθώς και είδος άνθους αγριοτριανταφυλλιάς.

Φασόλια μπομπόνα

Σχετικοάσχετο: Είναι και γουτσωνύμιο παλαιάς κοπής (δεκαετία 1950 κιέτσ' κατά τον Σφυρίζοντα) τύπου μπουμπού.

Δεν την συνιστω σε κανεναν, ειναι μια ξανθια μπομπονα, κατι σαν τριτοκλασατη τραγουδιστρια σε σκυλαδικο της εθνικης. (Σχετικοάσχετο παράδειγμα από το Μπου).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

σανό, τρώω σανό, ΣΑΝΟ, σανοφάγος

Το σανό χρησιμοποιείται από παλιά στην έκφραση "τρώω σανό": είμαι ανόητος, δεν καταλαβαίνω. (Συνώνυμο: τρώω κουτόχορτο). Εύκολη και η χρήση του σανοφάγου.
Κυριολεκτικά, το σανό (από την σλαβική seno) είναι τα ξεραμένα χόρτα (τριφύλλι, βρόμη κ.ά.), που θερίζονται πριν φτάσουν στην ωρίμανση και αποθηκεύονται για ζωοτροφή.

Πρόσφατα ο σλανγκόφιλος Β. Βενιζέλος το επανέφερε ως αρκτικόλεξο ΣΑΝΟ (Σχέδιο Ανάπτυξης Νέας Οικονομίας), συνώνυμο του 3ου, πρώτη φορά αριστερού μνημόνjου:

«Το μνημόνιο 3 στο νέο κόσμο του Όργουελ λέγεται Σχέδιο Ανάπτυξης Νέας Οικονομίας, ΣΑΝΟ», ανέφερε σκωπτικά ο κ. Βενιζέλος και υπερασπίστηκε την πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Τίποτα δεν συγκρίνεται με αυτά που έχουμε βιώσει για να μην χρεοκοπήσει η χώρα και είχε όμως λοιδορήσει η σημερινή συγκυβέρνηση».
skai

Άντε και εις σανότερα!

  1. Φιλελε που τρωει σανο 40 χρονια #nd_kseftiles. Από δω

  2. Τέρμα πια τα παχυντικά μακαρόνια (23%), τώρα με ΣΥΡΙΖΕΛ μόνο αγνό, βιολογικό και διαιτητικό σανό #mnimonio_tsipra (εδώ)

  3. Ωραίο σανό μοιράζει τώρα ο Αλέξης. Και ακριβό, καμμιά 5άρα δις. Ααα, όλα κι όλα, είναι ακριβό γκομενάκι ο Αλέξης! (εδώ)

  4. Για πρωινό έχουμε ρούβλια με σανό κοπανιστό. (εδώ)

  5. Για να δούμε τι έλεγε ο Μπαρουφάκης για την επιστροφή στη δραχμή, αγαπητοί μου σανοφάγοι. ΦΑΤΕ ΣΑΝΟ ΓΙΔΙΑ ΣΗΜΕΡΑ:
    Από δω

  6. Σανοφαγος (ο) : ψηφοφορος Συριζα που αντι να παραδεχθει οτι εκανε λαθος στις 25/1, θελει να αποδειξει οτι η Γη ειναι τριγωνη. #sanofagos

  7. - Εχω μιλησει για την ΠΕΙΝΑ. Ερχεται σε παγκοσμιο επιπεδο μεσα σε 2 χρονια μαξ μαξ. η μονη προληπτικη στρατηγικη ειναι Παγκοσμιος Πολεμος..
    - Συγνώμη, πίστεψε κανείς ποτέ ότι ο μαλάκας, ο σανοφάγος κι ο ψεκασμένος ήταν κλειστά επαγγέλματα;;; (εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Βούρλο ονομάζονταν παλαιότερα πριν το Β'ΠΠ και η γυναίκα ιερόδουλος η οποία θεωρούνταν πολύ χαζή. Η ονομασία συνδέονταν με το Μέγα-Πορνείο των Βούρλων που υπήρχε στον Πειραιά (Δραπετσώνα). Πιθανόν επίσης βούρλο να ονομάζονταν κόρες αυστηρών οικογενειών οι οποίες έχασαν την τιμή τους εκτός γάμου και οι "γονείς" τους τις έστειλαν να δουλέψουν στα Βούρλα. Υπάρχουν υποψίες ότι αυτό πράγματι είχε συμβεί αρκετές φορές.

.

Η έκφραση "άντε ρε βούρλο" είναι υποτιμητική και προέρχεται από τα πιοπάνω λήμματα ή ειδικότερα την τραγική κατάσταση μιας ιερόδουλης στο πορνείο των Βούρλων.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το χρήμα, το παραδάκι!

.

Βλ. και μαρούλι, όπου και παραδείγματα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified