Επιθετικός προσδιορισμός, που δύναται να περιγράψει αποκλειστικά εκπροσώπους του θεωρούμενου ως «ισχυρού» φύλου.

Οι έχοντες πέος λοιπόν, το χρησιμοποιούν να «γεμίζουν» τυχόν αδειανά - και πιθανώς άπατα - μέρη του ανθρώπινου σώματος του συντρόφου τους.

Χρησιμοποιείται αποκλειστικά σε περιπτώσεις μόνιμων σχέσεων.

- Είδα τον Κώστα και τη Τζίνα (εναλλακτικά: τον Κώστα και το Γιάννη) εχθές να περπατάνε χεράκι-χεράκι.
- Ναι ρε, αφού είναι ο γεμιστήρας της (εναλλακτικά: αφού είναι ο γεμιστήρας του) εδώ και πέντε μήνες.

Αν ο πέοντας είναι γεμιστήρας, τότε το μουνί είναι όπλο? (από Vrastaman, 22/08/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το «μου» χρησιμοποιείται δόκιμα ως κτητική αντωνυμία συμπάθειας.

Στη (δια)λεκτική όμως πάλη σλανγκικών και μη φιλοφρονήσεων, χρησιμοποιείται δίκην προγαμιαίου σάλιου: συμβολικά, κάνουμε κάποιον δικό μας πριν τον κάνουμε δικό μας.

Ανήκει στο οπλοστάσιο πολλών ευπροσήγορων φυλών (βέλτσοι, νυφίτσες, κυρα-περμαθούλες, κ.α.) με σκοπό το με-το-γάντι άδειασμα των συνομιλητών τους.

Ασίστ: ο johnblack μου.

- Εσύ αγορίνα μου αυτό κατάλαβες; Εγώ απλά ανοίγω μια κτγμ ενδιαφέρουσα συζήτηση, δεν αντιπαρατίθεμαι σε κανέναν. Κι αν έχεις άγνωστες λέξεις, λυπάμαι αλλά δεν προτίθεμαι να αλλάξω το στυλ μου γι' αυτό. Καλές γιορτές!
(εδώ)

- Eυχαριστώ πολύ καλέ μου φίλε. Σου εύχομαι ολόψυχα καλές γιορτές και ευτυχισμένος ο νέος χρόνος...
(προς μπαγαποντοδότη, εκεί)

- Καλέ μου βράστα, η ευρηματικότητά σου, οι συνειρμοί που κάνεις και η ικανότητά σου στα λογοπαίγνια είναι πράγματι απιστεύτου [...] Αλλά ως εκεί.
(παραπέρα)

- Το μόνο που έχω να πω είναι το εξής - γαμιά μου, εσύ!!!
(ΡΤΠ calling Νούλης, εδώ)

Λαβ ιζ ιν δη ερ! (από Vrastaman, 04/02/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κυριολεκτικά, είναι ο ευρισκόμενος σε ερωτική διάθεση, με απαραίτητη προϋπόθεση την παρουσία στύσης, δηλαδή, την πλήρωση των σηραγγωδών σωμάτων του πέους του με αίμα. Η κατάσταση αυτή μπορεί να προκληθεί από οπτικά και ακουστικά ερεθίσματα (π.χ. τσόντα στο video ή τηλεφώνημα σε 090), από φαντασιακές ερωτικές παραστάσεις (σκέψου τώρα, να σου γδύνεται λέει η Μόνικα Μπελούτσι!), αλλά και από απλή προστριβή του πέους (ακούσια ή συνηθέστερα… εκούσια).

Μεταφορικά τώρα, καυλωμένος μπορεί να χαρακτηριστεί και ο ευρισκόμενος σε κάθε άλλου είδους ενεργητική διάθεση, σε έντονο όμως βαθμό (καυλωμένος για χορό, για τραγούδι, για ποδόσφαιρο, για τσαμπουκά κ.λπ.). Είναι επίσης εκείνος που επιθυμεί κάτι ΠΟΛΥ και ΑΜΕΣΑ (όπως και ο κυριολεκτικά καυλωμένος επιθυμεί να ΓΑΜΗΣΕΙ και μάλιστα… ΤΩΡΑ).

  1. - Δες μου λες, ρε, ποιο αρχίδι ήπιε τον καφέ μου; Πες μου ρε μαλάκα! Εσύ τον ήπιες ρε παλιοπούστη; Πες μου ρε ξεκωλιάρη μη σ’ αρχίσω στις γρήγορες!
    - Καλά ρε μαλακαντρέα, πως κάνεις έτσι ρε πούστη μου; Καυλωμένος για καυγά ήρθες πάλι;

  2. - Ρε Λευτέρη, το είδες το καινούργιο το ΚΤΜ;
    - Το είδα. Γαμάτο είναι, ε;
    - Είναι και γαμώ. Κάθε βράδυ το βλέπω στον ύπνο μου…
    - Κατάλαβα, είσαι καυλωμένος τώρα να πας να το πάρεις, έ;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified