Μπαμπαδίστικη πολιτικολογία που χαρακτηρίζει πρόσωπα ή πολιτικές που κρατούν επαμφοτερίζουσα στάση, πατούν σε δύο βάρκες, αλληθωρίζουν προς όλες τις κατευθύνσεις και προσπαθούν να είναι αρεστοί σε όλους κατά το Καφαβικό «Είπεν ο Μυρτίας, Σύρος σπουδαστής στην Αλεξάνδρεια, ...εν μέρει εθνικός κι εν μέρει χριστιανίζων:».

Με αυτή την φράση, που έχει καταδικαστεί στη συνείδηση του λαού και παραπέμπει σε άλλες εποχές, καταγγέλλουμε την καιροσκοπική / σπεκουλαδόρικη στάση αυτού που την εφαρμόζει, αν και στην πραγματικότητα αποφεύγουμε να πάρουμε κι εμείς σαφή θέση. Ωστόσο αυτός που την μεταχειρίζεται, με τον ανάλογο μάλιστα στόμφο, δημιουργεί την εντύπωση ότι έχει βαθιά γνώση και συγκεκριμένη άποψη επί του θέματος. Συνήθως δεν διευκρινίζουμε ποιος είναι ο «αστυφύλαξ» και ποιος ο «χωροφύλαξ», ώστε κατόπιν εορτής να πέφτουμε πάντα «μέσα».

από εδώ

Κατά βάθος θέλουμε κράτος; Μήπως είμαστε «ψιλοαναρχικοί», «ψιλοαντικρατιστές»; Μήπως το «ψιλοαπολαμβάνουμε» όταν καταλύεται το κράτος -αρκεί, βέβαια, να μην πληρώνουμε εμείς το λογαριασμό; Μέχρι σήμερα κουτσοπορευόμασταν. Και με τον «χωροφύλαξ» και με τον «αστυφύλαξ». Και κράτος της προκοπής δεν είχαμε, αλλά και την ελευθερία μας και την ασφάλειά μας απολαμβάναμε…

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σλανγκιά του 19ου αιώνα για τα λεφτά και δη τη δωροδοκία. Διασώζεται στο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Οι Χαλασοχώρηδες και αναλύεται στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου σχετικά με το όλο πολιτικό σύστημα της εποχής στοιχεία του οποίου διασώζονται ακόμη και σήμερα. Παραπέμπω, λοιπόν, στο εν λόγω σημείωμα για ανάλυση. Στα παραθέματα πιο κάτω φαίνονται κι άλλες κωδικές ονομασίες της εποχής για τα λεφτά και τη δωροδοκία. Πρόκειται για ένα από τα πιο σλανγκιάρικα (οΘντκ) διηγήματα του Παπαδιαμάντη.

  1. Οι πλείστοι, είτε διότι είχαν επισκεφθεί ήδη και το άλλο πρακτορείον, είτε διότι δεν τους επέτρεπεν η συνείδησίς των να λάβωσι και από τα δύο μέρη “κουκουλόσπορο”. Ο “βαμβακόσπορος”, τον οποίον έδιδαν τα δύο κόμματα εις τους ψηφοφόρους, ανεβοκατέβαινεν από δύο φυσέκια έως τέσσαρα και πέντε ή από μίαν σιχνάτσα έως τρεις και τέσσαρας.
  2. «Οι άλλοι συνωμίλουν με σχήματα και μεταφοράς, όπως συνήθιζαν, με κολοβάς φράσεις, με ατελείς προτάσεις. Εν τη συνδιαλέξει των διεκρίνοντο ολίγαι τινές οιονεί συνθηματικαί λέξεις υπό εκφραστικών χειρονομιών συνοδευόμεναι, πάντοτε ποικίλλουσαι και πάντοτε αυταί·

- Ψιλούρα, ε, Γιαννιό;
Βαμβακόσπορος, αν αγαπάτε…
– Χωρίς πεκούνια δεν κάνουμε τίποτε.
– Ας φέξει!
– Χρειάζεται και λιγάκι βοτάνι.
- Τραβούμε, τραβούμε σφλόμο, μα λιανά τίποτα.
– Τι λες και συ, Άγγουρε;… που να ρημάξει το κεφάλι σου!
– Χωρίς ρηγάλα δεν κάνουμε τίποτα.
– Θέλουμε και προικιά.
– Το τράχωμα, που λένε.
– Ημείς καλαμαράδες δεν είμαστε, να παίρνουμε λουφέ… Κανένα μεγάλο συφέρο δεν έχουμε. Ας βγάλουν τις μαύρες…
– Μη μπας και θα με διορίσει εμένα σε θέση ο Καψιμαΐδης, πώς τον λένε, κι ο Αλικιάδης τους;
– Ή ο Αβαρίδης κι ο Γεροντιάδης;

Επίσης, για να έρθουμε και στην εποχή μας, αποτελεί γείωση, όταν ο άλλος αρνείται κάτι λέγοντας "μπα", οπότε του τη λέμε οργισμένοι, ή όταν ένα παιδί ζητάει επιμόνως "μπαμπά, μπαμπά" και μας εκνευρίζει. Και τα δύο είναι μπαμπαδισμοί, το δεύτερο και με την απολύτως στενή έννοια. Επίσης: μπαμπάκια, μπαμπακόπιτα.

  1. Μπα… μπα… μπαμπακόσπορος. Έτσι είσαι; Κι εγώ θα κάνω κάτι που αποκλείεται να έχεις βαρεθεί, αποκλείεται να τό 'χεις συνηθίσει ή μπουχτίσει. (Εδώ).
  2. mpampa pou ine o mpampas, thelo ton mpampa' pou mpampakosporos na soyrthi sto kefali eeeee (Parent's café).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified