Η παράνοια από τη χρήση κανναβης,και γενικά όταν κάνεις μεγάλες ποσότητες και σε χαλάει

-Αδερφε,το καιφ δε μπορεί να σταματήσει

Got a better definition? Add it!

Published

Ρήμα. Η πράξη της τοποθέτησης δαχτύλου στην σούφρα. Χρησιμοποιείτε κυρίως στην παθητική φωνή ως "κωλοδαχτυλιάζομαι".

Κωλοδαχτίλιαζα την Μαρία όλο το βράδυ αλλά όταν πήγα να την στον φορέσω μου το έπαιζε παρθένα.

Got a better definition? Add it!

Published

Λέξη που χρησιμοποιείται σε γλωσσικές κοινότητες χασικλίδων για να δηλώσει το τσιγάρο που δε διαθέτει μαύρο.

Αν θες ρε φίλε μην ανάψεις τώρα τον ψεύτη. Έχουμε στρίψει μπάφο!

Got a better definition? Add it!

Published

Η χασούρα, το βάρος, η απομύζηση. Η κατάσταση της άσκοπης απόσπασης πόρων και δυνάμεων από μια οποιαδήποτε αιτία. Ως εκ τούτου δεν αναφέρεται απαραιτήτως σε άνθρωπο, αλλά σε οποιαδήποτε κατάσταση πραγμάτων ή πράγμα που μπορεί να αποσπά αναίτια ζωτικές δυνάμεις.

- Ρε, θα τα κόψω τα βιομηχανικά λέω. Μου τρώνε λεφτά. - Ναι ρε! Σκέτη φύρα είναι τα μανήσια. Στην τελική πάρε καπνό και στρίβε.

Got a better definition? Add it!

Published

ο παραμυθάς για αυτό που λέει ότι είναι

Got a better definition? Add it!

Published

άλλα αντί άλλων, τρέχα γύρευε

Got a better definition? Add it!

Published

κάποιος με παχιά χαρακτηριστικά προσώπου και πομπώδη τρόπο ομιλίας

Got a better definition? Add it!

Published

για αυτούς που νομίζουνε πως κάνανε κάτι σπουδαίο

Got a better definition? Add it!

Published

άρμεγε λαγούς και κούρευε χελώνες

Got a better definition? Add it!

Published

τώρα τρέχα γύρευε, άντε τώρα να βγάλεις άκρη, σκατοκατάσταση

Got a better definition? Add it!

Published