Ο υπερθετικός βαθμός της καύλας. Συνώνυμα μπορούν να θεωρηθούν το τούμπανο, η υπερκαύλα/ο υπερκαύλας (με β, αν είστε μερακλήδες)

-Ρε συ, το μαράκι δεν είναι δεκαράκι;
-Σκέτο καυλοντάμαρο είναι!

Got a better definition? Add it!

Published

Η όμορφη, καμαρωτή, καλλίγραμμη γυναίκα.

- Χθες συνάντησα τον Κώστα με την αδερφή του.
- Ναι, την έχω γνωρίσει. Πολύ καλή, φίλε. Αλφαδογκόμενα!

Got a better definition? Add it!

Published

Αγγούρι μεγάλου μήκους κυρίως με προέλευση από τα Καλύβια.

Χρησιμοποιείται για να περιγράψεις κάποιον με ασυνήθηστα μεγάλο γενιτικό όργανο

"Πωπω, ο Κοσμάς έχει μια γκρούτζα στο παντελόνι του."

Ξυλάγγουρο "Γκρούτζα" Καλυβιότικο/η.

Got a better definition? Add it!

Published

Η κουκουβάγια στα αρβανίτικα. Δες και Κουκουμάτσια

Ζουμπουλία: Αντε μαρή κουκουμάφκα

λεζάντα video

Got a better definition? Add it!

Published

Η ιδιαίτερα ευτραφής γυναίκα.

Πήγα να ανέβω με το ασανσέρ αλλά ήταν μια χερσοφάλαινα μέσα και δεν χωρούσε κανείς άλλος. Ανέβηκα με τις σκάλες τελικά.

Got a better definition? Add it!

Published

Υποκοριστικό του καράφλα που χρησιμοποιείται σε μέρη της Βόρειας Ελλάδας

Εκείνος εκεί ο καρίφλας γυαλίζει απο χιλιόμετρα

καράφλα, επίδειξη

Got a better definition? Add it!

Published

Υποκοριστικό του φαλάκρα.

-Ε μικρέ δες το μαλλάκι του Μικρέ.
-Χαχα άστα φάλας έγινε.

Got a better definition? Add it!

Published

αλλιώς και με την ονομασία "Χρήστος Αναγνωστόπουλος" (εν συντομία μπρήστος)

Μπρήστο σκάσε σε παρακαλώ με έχεις πρήξει!

Got a better definition? Add it!

Published

Υποδηλώνει την κατάσταση κατά την οποία ένας άνθρωπος γίνεται στουπί, λιάρδα, σκνίπα, ζάντα κλπ, δηλαδή πίνει τα πόδια του, εν ολίγης μεθάει από την υπερβολική κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών. Αλλά μεθάει πολύ.

Ρε 'συ! γιατί ο Γιώργος κάνει οκτάρια; τις κάλτσες του ήπιε πάλι; [face palm] δεν είναι να δει οινόπνευμα αυτό το παιδί, αφηνιάζει! πίνει δίχως αύριο!

Got a better definition? Add it!

Published

(Διάλογος μεταξύ Θέιου Σκρουτζ και Ντόναλντ) Θ.Σ.: "Τσακίσου ανιψιέ! Τα νομισματάκια μου θέλουν γυάλισμα!" Ντ.: "Σνορτ!"

Επιφώνημα των Μικυμάου για το θυμό (χρησιμοποιείται αντί για γκρρρ, σγκρουντ).

Got a better definition? Add it!

Published