Ειδική συσκευή για να διώχνει τους/τις υποψήφιους συζύγους που σου εμφανίζουν κάθε τόσο οι γονείς σου προκειμένου να τακτοποιηθείς και να τους κάνεις εγγονάκια.

Η Μαρία καλησπέρισε τον μουρόχαβλο που της σύστησε η μάνα της και άναψε τον ανεμνηστήρα στο φουλ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γκέι άντρας συμπαθητικός, χαριτωμένος και καλοσυνάτος σαν δελφίνι, όπως δηλαδή επιμένουν να μας θεωρούν κάποιες στρέιτ γυναίκες, οι οποίες σοκάρονται όταν ανακαλύπτουν ότι τα αδερφίνια κάνουν και σεξ και δεν είναι πάντα καλοσυνάτα. Από το Πλαθολόγιο - Η απουστειρωμένη έκδοση , εκδ. Intro 2008.

«Παιδί μου, δεν είμαι αδερφίνι! Βρωμοπουστάρα του κερατά είμαι, βγάλε με από το ροζ συννεφάκι που μ’ έχεις χώσει», φώναξε ο Κώστας στη φιλενάδα του.

Got a better definition? Add it!

Published

Όταν έχετε χημεία με κάποιον στα πάντα εκτός από το σεξ.

Από το βιβλίο: Πλαθολόγιο - Η απουστειρωμένη έκδοση, εκδ. Intro 2008.

«Τι κρίμα που με τον Χρήστο έχουμε ανόργανη χημεία» αναστέναξε ο Πέτρος και έσβησε το τηλέφωνό του.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δώρο που σου φέρνουν συγγενείς ή μη στενοί φίλοι οι οποίοι δεν γνωρίζουν τα γούστα σου και γι’ αυτό τα δώρα τους σου προκαλούν ελαφριά τάση προς εμετό. Οι δωραηδίες μπορούν είτε να καταχωνιαστούν σε σκοτεινά, αραχνιασμένα ντουλάπια ή ν’ ανακυκλωθούν, σε περίπτωση βέβαια που δεν σας μέλλει ιδιαίτερα να καταστρέψετε μια σχέση κάνοντας ένα τέτοιο δώρο. Δωραηδιάζω. Από το βιβλίο: Πλαθολόγιο, εκδ. Intro 2007.

«Αχ τι ωραίο… απαυτό!» δωραηδίασε ο Ανδρόνικος, καθώς η κουνιάδα του τού έδινε ένα πρες παπιέ στολισμένο με βοτσαλάκια, πλαστική γοργόνα και κοχυλάκια, συν (χρυσή) θήκη για στυλό, συν τασάκι.

Got a better definition? Add it!

Published

Κάτι που έχεις ξεχάσει να κάνεις αφού πέσεις στο κρεβάτι και που σημαίνει ότι πρέπει να ξανασηκωθείς, π.χ. να κλείσεις το φως στην κουζίνα, να σβήσεις τον θερμοσίφωνα, να βγάλεις τα σκουπίδια, να κάνεις τσίσα σου, κ.ο.κ. Από το βιβλίο Πλαθολόγιο, εκδ. Intro 2007.

Η Ευαγγελία βεβαιώθηκε ότι έκλεισε το φως στην κουζίνα, έκανε και τσίσα της ώστε να μην αναγκαστεί να ξεξαπλώσει.

Got a better definition? Add it!

Published

Η τελευταία ημέρα των διακοπών. Συνεκδοχικά: Το τελευταίο στάδιο οποιασδήποτε ευχάριστης δραστηριότητας. Από το βιβλίο Πλαθολόγιο, εκδ. Intro 2007.

Με πόνο στην καρδιά, ο Μάριος αναπόλησε τη θλημέρα με τη Νίκη, και σκέφτηκε να της στείλει γράμμα εκεί που ζούσε τώρα. (Γκυστάβ Τρομπέρ)

Got a better definition? Add it!

Published

Η ειδική κατηγορία εστιατορίων με τα οποία έχουν κάνει σύμβαση τα ΚΤΕΛ να ξεφορτώνουν τους επιβάτες. Τα εστιατόρια αυτά πάντα βρίσκονται στη μέση του πουθενά και ανελλιπώς σε οδηγούν σε αναρωτήσεις του τύπου:

«Μα καλά αυτοί μόνο από ταλαίπωρους ταξιδιώτες ζουν;»

Got a better definition? Add it!

Published

Το είδος ανθρώπου που νομίζει ότι αν για κάποιο λόγο δεν πιει καφέ το πρωί έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να φέρνεται απαίσια σε όλους γύρω του.

Από το βιβλίο: Πλαθολόγιο, εκδ. Intro 2007.

Δεν πάω διακοπές μαζί του. Είναι καφαρχίδης.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Προσπαθώ να κάνω τσίσα μου όταν έχω στύση.

Από το βιβλίο: Πλαθολόγιο, εκδ. Intro 2007.

«Μισό, εέρχομαι!» φώναξε ο Πέτρος από το μπάνιο, προσπαθώντας να καβλουρήσει.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η λυσσάρα που παραμονεύει να σου κλέψει τον γκόμενο την ώρα που σκύβεις να δέσεις το κορδόνι σου. Από το Πλαθολόγιο - Η απουστειρωμένη έκδοση, εκδ. Intro 2008.

Πάμε να φύγουμε από δω, είναι τίγκα στους ορμοφυλόφιλους.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified