στειλιάρι, στυλιάρι

  1. Το κοντάρι, ξύλινο μέρος του σκερπανιού βασικού εργαλείου των οικοδόμων μαστόρων κτλ.
  2. Ξύλινο κοντάρι από άλλα εργαλεία γενικότερα (τσάπες, γκασμάδες κτλ.)
  3. Παρομοίωση του πέους με το ξύλινο κοντάρι, το δυνατό, χοντρό και ντούρο πέος.

- Παναγία μου τι στειλιάρι είναι τούτο;;;
- Όλο για σένα καύλα μου!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ή και στυλιαροκαταπότης. Εκείνη/-ος που καταπίνει το στυλιάρι (πέος). Τίτλος που τον αποδίδουμε σε λάτρεις του deepthroating, γυναίκες ή ομοφυλόφιλους με ιδιαίτερη έφεση στο να καταπίνουν με σχετική ευκολία το αντρικό μόριο.

Μαλάκα μου το πήρε κάτω όλο για πλάκα! Μου το εξαφάνισε! Τι στυλιαροκαταπότρα είν' αυτή;

(από gaidouragathos, 05/04/12)My one desire, my only wish is to be eaten... (από Mr. Cadmus, 05/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το ξυλίκι, το βρωμόξυλο, το street fighting αγγλιστί.

Άμα μαζευτούμε θα φάνε ένα ξυλέτο που δεν ξανάφαγαν ποτέ!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο κοινός καράφλας με επιρροές από τα διάσημα πατατάκια Ruffles! (Ομοίως βλ. και ράφλερ.)

Κοιτάχτε έναν ράφλα που κάνει και Windsurfing!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Οφθαλμοφανώς θα μπορούσε κάποιος να πει ότι είναι ακριβώς το ίδιο με τον καριόλη. Δεν είναι όμως! Ο καριόλας είναι κάτι ανάμεσα σε καριόλη και καριόλα. Είναι ο ομοφυλόφιλος καριόλης άντρας με θηλυκή συμπεριφορά / εμφάνιση.

Κάποιος τηλεθεατής κάποτε σε παλαιότερη εκπομπή του Ευαγγελόπουλου / Εθνικού Σταρ αποκάλεσε έτσι έναν θηλυπρεπέστατο ομοφυλόφιλο καλεσμένο (βλ. σχετικό μήδι).

- Κοίτα φάτσα ο καριόλας!

(από Remedios Varo, 03/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο γνωστός σε όλους μας πούλος με κατάληξη -ιτς , προφανώς σαν μια ιδιωματική λέξη με Σέρβικη κατάληξη. (Ίβκοβιτς, Μπρέγκοβιτς κ.ά.)

- Τον πούλοβιτς φιλαράκο!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. O μουσικός πνευστού οργάνου.

  2. Μεταφορικά εκείνος/η που του/της αρέσει να επιδίδεται σε στοματικό σεξ με περίτεχνο τρόπο, θυμίζοντας πραγματικά έμπειρο μουσικό πνευστού φιλαρμονικής. Συνήθως δεξιοτέχνης στην πίπα.

- Θα σου κάνω μια πίπα που θα σου μείνει αξέχαστη!
- Άντε ρε παλιόπουστα, κλαρινοπαίχτη! Θα 'θελες!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το βρωμοθήλυκο, η ποταπή γυναίκα, η τιποτένια και ενίοτε το πορνίδιο που αποβλέπει στο συμφέρον από κάποιον ερωτικό σύντροφο/σχέση. Δεν συνεπάγεται σωματική βρωμιά απαραίτητα μιας και είναι κατά κύριο λόγο μεταφορική λέξη.

- Τι έχεις ρε φίλε και είσαι έτσι; Τι σου συνέβη;
- Άστα ρε φίλε, με παράτησε η βρώμα για τον καινούργιο γκόμενο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εκτός από γυναίκα που το μόνο γυναικείο της χαρακτηριστικό είναι τα μακρυά μαλλιά (εξού κι ο αγαπητός cult ποδοσφαιριστής) σημαίνει το τραβέλι / τρανς με ανδροπρεπή χαρακτηριστικά και μοναδικό θηλυκό στοιχείο τα μακρυά μαλλιά / περούκα.

- Ρε την είδες την τραβέλω ;
- Έλα ρε μαλάκα, σαν τον Βαμβακούλα είναι, έλεος!

Βαμβακούλας (από Remedios Varo, 03/04/12)(από Khan, 03/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σύνθετη λέξη από το παππούς + πούστης. Υποδηλώνει τον πούστη που σε βάθος χρόνου παρέμεινε αναλλοίωτος στα πιστεύω και στα γούστα του! Ομάδες ευσεβών παππούστηδων μπορούν να βρεθούν ολημερίς στο Κολωνάκι κυρίως την Ελληνική πόλη της μόδας. Συζητούν θέματα αδιάφορης κοινωνικοπολιτισμικής αξίας στο Perro's, στο da Capo και στα στενά του Κολωνακίου γενικότερα, έτσι για να περνάει απλά η ώρα μέχρι να πλησιάσει ο υποψήφιος νεαρός επιβήτορας που θα του γίνει αργά ή γρήγορα αν δείξει ενδιαφέρον, πρόταση από τον παππούστη. Κυρίως σεξουαλικής φύσεως.

- Ρε αυτός δεν ήταν ο Φιλήμονας που πέρασε;
- Καλός παππούστης είναι κι αυτός!

Φιλήμονας (από Remedios Varo, 03/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified