Selected tags

Further tags

Στο Δυτικό Ημισφαίριο, ένα άθλημα (τέλος πάντων) όπου ο καμπόης καβαλάει ένα αδάμαστο άλογο ή έναν άγριο ταύρο και προσπαθεί να κρατηθεί επάνω του όσο πιο πολύ μπορεί πριν από την αναπόφευκτη σαβούρδα. Επίσημο σπορ του Τέξας και του Γουαϊόμινγκ.

Εν Ελλάδι, μια σεξουαλική στάση και μια σεξουαλική φάση.

Στη γλώσσα των μπουρδελιάρηδων, ροντέο λέγεται η στάση στην οποίαν ο άντρας είναι ξαπλωμένος ανάσκελα και η γυναίκα κάθεται επάνω του. (παρ.1)

Σύμφωνα με κλασικό ανέκδοτο (παρ.2), ροντέο είναι και η φάση που προκύπτει αν την ώρα που πηδάς την γκόμενα/γυναίκα σου πεις κάτι για κάποια άλλη, ειδικά αν την ξέρει.

  1. Κατόπιν αμφότερου ερεθισμού αρχίζει την καβάλα (που είναι και η αγαπημένη της στάση) είτε με με εμπρόσθια ή με οπίσθια όψη όπου μπορείτε άφοβα να χαιδέψετε τα μικρά βυζιά της ή το απαλότατο (για την ηλικία της) δέρμα. Μετά από μερικούς γύρους ροντέο η κατάθεση είναι εξασφαλισμένη και αποδίδει με τόκο. (Από το bourdela.tv)

  2. Το ανέκδοτο

Κάποιοι Καουμπόηδες είναι στο μπαρ και συζητάνε για γυναίκες, σεξ και αγαπημένες στάσεις...

Ο πρώτος λέει:

- Εμένα η αγαπημένη μου στάση είναι το Ροντέο, έτσι είναι που τη βρίσκω πραγματικά Όλοι οι άλλοι τον ρωτάνε γεμάτοι περιέργεια:

- Για πες μας, για πες μας!

- Λοιπόν να σας εξηγήσω τους λέει αυτός, είναι απλό. Καβαλάς την γυναίκα σου κανονικά. Αρχίζεις τα διάφορα όπως συνήθως. Δεν βιάζεσαι, της κάνεις ότι της αρέσει. Όταν δεις ότι έχει ανάψει και την έχει βρει, κρατιέσαι γερά. Σκύβεις και τις ψιθυρίζεις στο αυτί:

- Και η αδερφή σου λατρεύει αυτήν την στάση!

Μετά προσπαθείς να κρατηθείς πάνω της για οχτώ δευτερόλεπτα! (Από το funny.gr)

Ροντέο (από panos1962, 07/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published

Αυτός που συχνάζει σε μπαρ όπου γυναίκες οι λεγόμενες κονσοματρίς κάνουν παρέα στους άντρες με το αζημίωτο (για να σου κάνουν παρέα πρέπει να τις κερνάς). Στο τέλος της βραδιάς άμα σε γουστάρουν και έχεις ξοδέψει πολλά για πάρτι τους μπορεί να σε προσκαλέσουν στο διαμέρισμα τους για κοκό.

Πάλι στον Τοξότη ήσουν χθες βράδυ, κερδίζεις επάξια τον τίτλο του κονσομίστα.

Δες και κωλομπαράς.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Οι μπουρνέλες ως γνωστόν είναι ένα φρούτο που τρώγεται εύκολα, δεν χρειάζεται να καθαριστούν κ.τ.λ., τις ψωλές όμως άμα τις φας πολλές και μαζεμένες εγκυμονούν κινδύνους, π.χ. αφροδίσια κ.ά.

- Τα 'μαθες ρε, κάτι καλές κοπέλες είχαν την φαεινή ιδέα να νοικιάσουν μαύρους για να κάνουν ένα γυναικείο μπάτσελορ πάρτι, τους έδωσαν και βιάγκρα, κατάπιαν και αυτές μερικά, καταλαβαίνεις τι έγινε, την άλλη μέρα τις πήραν στο νοσοκομείο με ρήξη ορθού, φυσικά ο γάμος αναβλήθηκε επ' αόριστον.
- Βρε τις κακομοίρες, νομίζαν οι κοπέλες πως ήταν οι ψωλές μπουρνέλες.

Κορόμηλα. Μπουρνέλες. (από Galadriel, 10/09/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Με άλλα λόγια, κάνω γλειφοκώλι. Συνιστώμενη προϋπόθεση ο πρωκτός της γκόμενας να είναι αποτριχωμένος και καθαρός, για να αποφεύγονται δυσάρεστες παρενέργειες όπως να μείνει καμία τρίχα στη γλώσσα (αν δεν είναι αποτριχωμένος) η να μας μείνει μία παράξενη γεύση σαν να δαγκώσαμε αλουμινόχαρτο (αν δεν είναι καθαρός). Για όσους δεν το κάνουν στην κοπέλα τους το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Τις τρελαίνει και εγκεφαλικά και σωματικά. Αν το συνδυάσουμε με μουνοδάχτυλο, γίνεται το μουνάκι σαν χαλασμένη βρύση (στάζει).

(Στην κρεβατοκάμαρα)

- Λίλιαν πάρε χαρτί και στυλό.
- Τι να το κάνω ρε Αντρέα;
- Γράψε τα στοιχεία σου, γιατί μετά από αυτό που θα σου κάνω, θα ξεχάσεις το όνομα σου... Άνοιξε τα κωλομέρια σου.
- Αντρέα τι κάνεις;;; Ε! Που με γλείφεις; Αααααχ!ωωωωώχ! έτσι! έτσι! πω πω! είναι τόσο βρώμικο αυτό που κάνεις! Χύνω! Χύνω καύλα μου!!!!

(Μετά στο τσιγάρο)
- Τί ήταν αυτό ρε Αντρέα;;;
- Ροδέλα μανάρι μου, σου άρεσε;
- Ακόμα τρέμουν τα πόδια μου...

Συνώνυμα: κωλορούφι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Απαξιωτική απάντηση σε λούγκρο-απειλές κάποιου, κατά το θα μου κλάσεις τα αρχίδια.

Προέρχεται από το εμετικά κατσιμηχέσω τραγούδι «Για να σε εκδικηθώ». Πολλοί πατριώτες απορούν πώς ο αδιαμφισβητήτου ανδρισμού Δημήτρης Μητροπάνος παρασύρθηκε να ερμηνεύσει ένα τόσο νιανιά τραγούδι που μάλλον πους τις θα διενοήθη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι «τις βάφει τις κουρτίνες» είναι και συνώνυμο του το σφίγγει το μπουλόνι.

- Άτιμη Λίλιαν, έδωσα τα πάντα για σένανε και μόλις γύρισα την πλάτη μου με πούλησες για τον Ανδρέα! Θα σου... θα σου... ΘΑ ΣΟΥ...
- Θα μου σκίσεις τα πόστερ, θα μου βάψεις τις κουρτίνες παλιο-λουγκρητία!

Η πηγή του κακού:
Για να σε εκδικηθώ
πετάω ενθύμια και δώρα
κι εσύ όπως και εγώ
θρύψαλα και σκουπίδια τώρα
τις ζωγραφιές σου σκίζω
τα πόστερ που αγαπούσες
και βάφω τις κουρτίνες
στο χρώμα που μισούσες!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Νόμος της Φυσικής με ιδιαίτερη εφαρμογή στις τσόντες και σε όσους έχουν ζηλώσει την δόξα τους. Ο νόμος διατυπώνεται ως εξής:

Έστω επίμηκες ανδρικό επίπεδο y. Αν εκκριθεί υγρή ουσία χ από αυτό, η οποία να πληρεί δοχείο στοματικής κοιλότητας κάτωθέν του, τότε η υγρή ουσία χ, δεν θα παραμείνει σε αυτό το δοχείο, αλλά θα γεμίσει και όσα έτερα δοχεία στοματικών κοιλοτήτων τύχει να βρίσκονται παραπλεύρως, συγκοινωνούντα μέσω μπαγαποντοασπασμών. Λέγεται και «θεώρημα του Φιλοπίππου» από τον τόπο, όπου αποδείχτηκε πειραματικώς.

Συνώνυμο στην Βρασταμανικήν: παραπλευρολειχία.

Άσε φοβερό τσοντικό χτες, ήταν η Monica Sweetheart και η Angel Dark και είχαν βαλθεί να επαληθεύσουν το νόμο των συγκοινωνούντων δοχείων στον Peter North!

(από Vrastaman, 26/01/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέγεται για τον καθ' υπερβολήν αυνανισμό. Υποτίθεται ότι ο αυνανιζόμενος εκτοξεύει τόσα φλόκια, που επαρκούν για το βάψιμο της επιφάνειας του τοίχου. Κι εννοείται ότι ο τοίχος βάφεται σε φραπεδί απόχρωση. Για να είναι καλύτερα τα αποτελέσματα συνιστάται και «δεύτερο χέρι».

Trivia: Ίσως αποτελεί και μια παράπλευρη ερμηνεία της έκφρασης βάφω κουρτίνες, που λέγεται επί πρόσφατου χωρισμού.

Ρε συ Λαλάκη, μόλις ξενοικιάσαμε το διαμέρισμα και χρειάζεται βάψιμο. Θα μας βάψεις τους τοίχους; Όλοι έχουν να το λένε ότι είσαι και ο πρώτος ελαιοχρωματιστής!

Τεχνική stucco frappecciano (από Vrastaman, 26/01/09)Και μάντρες. (από Galadriel, 22/12/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πρόκειται για την ιδιότητα ενός αμαρτωλού να μας εξάπτει την επιθυμία να το αποκτήσουμε και να το απολαύσουμε ερωτικά.

Οι πρωκτικά εγκρατείς και εν πολλοίς ψυχοσεξουαλικά ανικανοποίητες Γιαλόμες αποδίδουν το φαινόμενο στην libido (ηδονή, όπως την έχει ορίζει ο ανώμαλος Freud). Σφάλλουν όμως, καθώς το λιμπιντιάρα είναι εκ του λιμπίζομαι, που ετυμολογείται από το αρχαίο λιμβός (λαίμαργος).

- Πολύ λιμπιντιάρικο το παστάκι ρε συ. - Και που να δεις τη λιμπιντιάρα μιλφέιγ μαμά του...
- Φτου κύριε φυλακήν τω σπέρματί μου, οικογενειόρχης άνθρωπος!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το κλασικό επιχείρημα αντλημένο από την Γραμματική, με το οποίο ο φωραθείς επί μπανιστηρίω σύζυγος (σύντροφος) προσπαθεί να διασκεδάσει την οργή της συντρόφου του. Υπονοείται ότι το αντρικό μπανιστήρι και η γυναικεία ζήλεια ανήκουν στην φύση των πραγμάτωνε, βιολογική αλλά και γλωσσική.

Λάουρα: Μένιοοο!!! Πάλι κοιτάς την Λίλιαν!
Μένιος: Ωχού! Είπαμε βρε Λαουράκι, ο οφθαλμός είναι γένους αρσενικού, η ζήλεια είναι γένους θηλυκού

Got a better definition? Add it!

Published

Είναι το παλικάρι που έχει κάνει τη μαλακία δουλειά και διασκέδαση: όποτε βρει ευκαιρία, κοπανάει και μία στα γρήγορα (το κοπανάει είναι ενδεικτικό του υπερβάλλοντος ζήλου του)... Μεταφορικά πάλι, η λέξη δηλώνει αυτόν που συμπεριφέρεται σαν να τον έχει βαρέσει η πολλή μαλακία (ή αλλιώς το πολύ ψωλοκοπάνημα) στο κεφάλι.

Εντάσσεται στην μακρά σειρά συνωνύμων της εθνικής μας λέξης, μαζί με τα ψωλοβρόντης, πεοκρούστης, τρόμπας, αυνάνας κτλ.

(Πονηρογλειφο)γλωσσολογικά μιλώντας, όλη η μαγεία της λέξης βρίσκεται στην μακρά κατάληξη -ης, που προκαλεί αναβιβασμό του τόνου στην παραλήγουσα (σε αντίθεση με το ομόρριζο ψωλοκόπανος). Επίσης δημιουργεί και πολύ ωραίο τύπο πληθυντικού: οι ψωλοκοπάνηδες.

  1. - Ρε τι μου έλεγε χθες ο Νίκος... Τραβάει λέει τρεις μαλακίες την ημέρα, γιατί αλλιώς δεν την παλεύει!
    - Ακόμα;; Μια ζωή ψωλοκοπάνης!!

  2. - Πάμε για καμιά μπύρα το βράδυ;
    - Τώρα μου το λες; Έχω κανονίσει με τα παιδιά! Άμα θες έλα...
    - Άσε, τους βαριέμαι αυτούς τους ψωλοκοπάνηδες...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified