Μιλάω ακατάπαυστα και προκαλώ βαριεμάρα και πλήξη. Κάνω μια κατάσταση πολύπλοκη. Κυρίως ως ρητορική ερώτηση: «Το κυπριακό/μεσανατολικό λύνει»; Και εννοείται ότι ο λόγος είναι για τα δύο μεγάλα προβλήματα της διεθνούς σκηνής, που δεν τα έλυσαν ούτε Αυνάν τις, ούτε Μπους τις, οπότε δεν πρόκειται να τα λύσει ούτε ο φίλος/η μας που παπαρολογεί με τις ώρες και για τον οποίο χρησιμοποιούμε την έκφραση.

-Τι κάνουν το Λίλιαν κι η Λάουρα δύο ώρες στο τηλέφωνο; Το μεσανατολικό λύνουν;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το γνωστό ισπανικό τραγούδι Besame Mucho σημαίνει «φίλα με πολύ», αλλά ο Νεοκύπριος που δεν κατέχει την ισπανικήν παρά μόνο την αγγλικήν του Lower απ' το University of Pouchester και την σλανγκικήν, το έχει κατανοήσει ως «παίξαμε μούτσο». Δεδομένης όμως της σημασίας του μούτσου στην κυπριακήν τε και καλαμαρικήν, η έκφραση χρησιμοποιείται για καταστάσεις ακραίας μαλακίας.

Πηγή: Λήμμα πέσαμε μούτσο και σχόλιο Vrastaman.

- Πώς πήγε η ομάδα.
- 'Ασ' τα! Παίξαμε μούτσο κι αποκλειστήκαμε!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο άνθρωπος που προσαρμόζει ένα γεγονός ανάλογα με το συμφέρον του. Αυτός που λέει εύκολα ψέματα, με το κατάλληλο πιστευτό ύφος.

Χρησιμοποιείται καθημερινώς στην Κύπρο.

Κλασικοί λαφαζάνηδες, θεωρούνται οι πραγματάδες και οι δικηγόροι.

Παναγιώτης Λαφαζάνης, ΣΥΡΙΖΑ (από Hank, 10/02/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ένα μοναδικό διαμάντι της κυπριακής μπινελικιακής παράδοσης. Η ακριβής μετάφραση είναι: «Δάγκωνε, μπούκωνε, σκύψε, γλείψε, πάρ' τον πούτσο μου και σκάσε».

Ιορδάνης Ιορδάνου: Άκα μπούκα σκύψε γλείψε πιάσ' τον βίλλο μου και βρίξε, ρε παλιοκαλαμαρά.
Βαγγέλας Παπαδόπουλος: Άι γαμήσου μωρή κουφάλα κύπρια, να σ' το πω και στα ελληνικά να 'ούμ'.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο πούτσος, εις την Κυπριακήν.

- Του Μάρκου η βίλλα γκαστρώνει και καμήλα!

(Επευφημίες Κυπρίων φιλάθλων, οπαδών του τενίστα Μάρκου Παγδατή)

Πάντσο Βίλλα   (από GATZMAN, 22/10/09)Η πάλαι ποτέ Ροζ Βίλα της Εκάλης (από Vrastaman, 22/10/09)

Βλέπε και πέος.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified