Το αφοπλιστικό επιχείρημα.
Παλαιότερα και ο γεωργικός ελκυστήρας (απαρχαιωμένο).
Το αφοπλιστικό επιχείρημα.
Παλαιότερα και ο γεωργικός ελκυστήρας (απαρχαιωμένο).
Got a better definition? Add it!
Από το αγγλικό αρκτικόλεξο SOS και την εμφατική κατάληξη -αρα, η σοσάρα είναι το πάρα πολύ σημαντικό. Συνήθως λέγεται για θέματα, που είναι πιθανό να πέσουν σε εξετάσεις.
Υπερθετικός: σούπερ-σοσάρα, καρασοσάρα.
-Από την ΔΑΠ και την ΠΑΣΠ περιμένεις ρε καημένε να σου πουν τις σοσάρες των εξετάσεων; Αφού το έχουν μυριστεί οι καθηγητές τι παίζει και βάζουν τα αντίθετα από τις σοσάρες που υποδεικνύουν οι παρατάξεις.
-Ναι, αλλά μερικές φορές βαριούνται και βάζουν κάθε χρόνο τα ίδια.
Got a better definition? Add it!
Εκτός από την συνήθη έννοια, η λέξη χρησιμοποιείται και από τους μουσικούς (παλιότερα κυρίως) στην περίπτωση που εκτελεστεί κατά λάθος μια άλλη νότα (ή και πολλές...) από αυτήν που θα έπρεπε, με αποτέλεσμα το φαλτσάρισμα και την παραφωνία. Το λέμε έτσι γιατί συνήθως πατάμε κάποιο πλήκτρο, τάστο, κλπ
Η Ελένη έπαιξε πολύ χάλια στο Δίπλωμα χθες. Τα σκότωσε όλα. Είχε τρομερό τρακ και στραβοπατούσε συνέχεια.
Got a better definition? Add it!
Η κλασική έκφραση του ταξιτζή, του ταρίφη της ασφάλτου, που θέλει να κάνει «δικάβαλο», ή τρι-τετρα-πεντα-εξακάβαλο δρομολόγιο, κατά το «οι καλοί παντού χωράνε». Η κλασική δικαιολογία είναι «να πάρουμε και το παλλουκάρι που πάει στου ... [διαόλου τη μάνα]; Ψυχικό θα κάνουμε!». Εννοείται ότι ο Ομάρ Ταρίφ θα το κάνει για τη φουκαριάρα τη μάνα του... (Βλ. παράδειγμα)
Το γαμήσι του ελέους, που το κάνουμε από σεξουαλικό αλτρουισμό. (Βλ. λήμματα βολεύω και εξυπηρέτηση)
Λέγεται γενικώς από οποιοδήποτε Νεοέλληνα θέλει να βολέψει μια κατάσταση, αντίθετα προς τους κανονισμούς-νόρμες, αλλά με μια οικονόμηση που υποτίθεται ότι είναι ψυχικό για τους άλλους, αλλά κατ' ουσίαν βολεύει περισσότερο τον ίδιο.
- Πού πας ρε παλλουκάρι; Ψυχικό; Πειράζει ρε παλλουκάρι να πετάξουμε λίγο και το παλλουκάρι από δω που πάει Κερατσίνι; Ψυχικό θα κάνουμε!
Got a better definition? Add it!
Μία πώρωση ή ψύχωση με τα ζώδια, τα άστρα, τους πλανήτες κτλ. Πάσχουν κυρίως γυναίκες, που ανά πάσα ώρα γνωρίζουν αν ο Ερμής είναι ανάδρομος, σε ποια φάση της βρίσκεται η σελήνη, αν ο ταύρος με ωροσκόπο καρκίνο ταιριάζει με υδροχόο που έχει ωροσκόπο ζυγό την ώρα που η σελήνη βρίσκεται στον αιγόκερω και ο Άρης ξύνει τ'αρχίδια του με τον Κρόνο. Εννοείται ότι έχουν ετήσια συνδρομή στο «Άστρα και Όραμα», και ίνδαλμα τους είναι η Βίκυ Παγιατάκη.
Πώρωση με τα βαθμολογικά άστρα, από την οποία πάσχουν οι περισσότεροι Σλάνγκοι Δράκοι σε μικρό η μεγάλο βαθμό. Βέβαια εννοείται ότι τα λήμματα τα μοιράζονται για το γέλιο που βγάζουν, για να βάλουν ένα λιθαράκι στο οικοδόμημα του slang.gr, για να τα διαβάζουν άλλοι και να τα χρησιμοποιούν στην καθομιλουμένη κτλ, αλλά κακά τα ψέμματα τα άστρα είναι η κινητήριος δύναμη που ωθούν το λημματοδότη να συνεχίσει, να ψάχνει, και να ανεβάζει λήμματα.
Got a better definition? Add it!
Στέλεχος είναι ο χαρακτηρισμός ενός εργαζομένου, τον οποίο η εταιρεία στην οποία εργάζεται τον έχει πιάσει κορόιδο ή κότσο.
Ως στέλεχος χαρακτηρίζει μια εταιρεία έναν εργαζόμενο όταν:
Ο εργαζόμενος νιώθει μεγάλο στέλεχος = κορόιδο όταν διαπιστώσει ότι αν δούλευε σαν ένας απλός εργαζόμενος και πληρωνόταν τις υπερωρίες του και πιο πολλά θα έβγαζε και δεν θα τον πρήζανε τόσο και θα ήταν καλύτερα στην προσωπική του ζωή.
- Γιώργο , πήγα τώρα στον διευθυντή μου και του είπα ότι δεν μπορώ να έρθω και το άλλο σαββατοκύριακο στην δουλειά γιατί έχω κάποιες σημαντικές κοινωνικές υποχρεώσεις. Και ξέρεις τι μου απάντησε; Ότι δεν γίνεται να λείψω γιατί είμαι σημαντικό κομμάτι στην εταιρεία, ότι η εταιρεία έχει επενδύσει πολλά πάνω μου και άλλα τέτοια...
- Σε βλέπω και σε θαυμάζω. Μπράβο σου Γιάννη! Είσαι μεγάλο στέλεχος!
- Ρε σύ Γιώργο δεν κόβεις το δούλεμα που τα έχω πάρει στο κρανίο! Άντε!
Got a better definition? Add it!
Ρώσικη ρουλέτα είναι τρόπος μονομαχίας, κατά τον οποίο ο καθένας από τους αντιπάλους αυτοπυροβολείται στο κεφάλι με περίστροφο, του οποίου μία ή δύο μόνον από τις θαλάμες έχει σφαίρα.
Η έννοια κλειδί για τον επερχόμενο ορισμό είναι η ανάληψη ενός υψηλού ρίσκου που μπορεί να έχει άμεση επίδραση στη ζωή κάποιου.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ορίζουμε ως ρώσικη ρουλέτα, τη σεξουαλική περίπτυξη, κατά την οποία ο άνδρας δε φορά κράνος. Αυτό μπορεί ενδεχομένως να οδηγήσει σε παρασημοφόρηση του τολμούντος. Στην περίπτωση αυτή ισχύει η ρήση:«Ο φορών κράνος νικά».
Αλλιώς ανοίγει η πόρτα μόλυνσης σε μολυσματικές ασθένειες με προεξάρχουσα το AIDS (σύνδρομο ανοσοποιητικής ανεπάρκειας).
Ως γνωστόν, η πιθανότητα παρασημοφόρησης μπορεί να επισπευσθεί στην περίπτωση που κάποιος έχει σεξουαλικές επαφές με αρκετούς σεξουαλικούς συντρόφους.
1.Με ή χωρίς προφυλακτικό; Το χωρίς είναι σαν να θέλεις να παίζεις ρώσικη ρουλέτα. Αν πάλι είσαι τόσο τολμηρός, εγώ το σέβομαι. Αλλά παίξε ρώσικη ρουλέτα με την πάρτη σου, μόνος σου, με κανονικό πιστόλι και όχι με τις ζωές των άλλων. Το πρόβλημα, ηλίθιε, δεν είναι ότι θα κολλήσεις εσύ, το πρόβλημα είναι ότι θα κολλήσεις και τους άλλους. Άλλο η αυτοκτονία και άλλο η μαζική δολοφονία.
Δες
Πέτρος Κωστόπουλος
3.τι να πω.. μου κάνει εντύπωση αυτή η εντελώς ανεύθυνη συμπεριφορά (μην παρεξηγηθείτε γιατί αλήθεια είναι) οχι του φρι ειδικότερα.. όλων σας γενικότερα που παίζετε ρώσικη ρουλέτα μέχρι να φάτε το κεφάλι σας κ να τρεχετε...
Δες
Got a better definition? Add it!
Η εγκυμονούσα. Αντίστοιχα το χαβιάρι είναι η εγκυμοσύνη.
- Τι γίνεται ρε φίλε; Έμαθα ότι η Σουζάνα είναι χαβιαρωμένη. - Ναι, την είδα με μια κοιλιά να! Μπράβο ο Βασιλάκης, την έκανε πάλι την δουλειά του!
Got a better definition? Add it!
Παραδοσιακός όρος του Εκκλησιαστικού Κανονικού Δικαίου. Συνήθως λέγεται «αντικανονική εισπήδησις». Σημαίνει αντικανονική διεκδίκηση εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας, λ.χ. μνημόνευση ή διοικητική παρέμβαση, σε επαρχία άλλου επισκόπου, συνήθως από Πατριάρχη ή Αρχιεπίσκοπο σε επίσκοπο μικρότερης επαρχίας.
Τον όρο επανέφερε στην δημοσιότητα ο Μητροπολίτης Ζακύνθου στον αγώνα του εναντίον του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου. Και χρησιμοποιήθηκε πολύ στην διαμάχη μεταξύ της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου για το αν η πρώτη δικαιούται να διεκδικήσει την δικαιοδοσία στις «Νέες Χώρες» (Μακεδονία, Θράκη, ανατολικό Αιγαίο, Ήπειρος), ή αν πρόκειται για «αντικανονικήν εισπήδησιν». Χάι-λάιτ της χρήσης του όρου από εκκλησιαστικούς άνδρες, ήταν η χρήση του από τον Οικουμενικό Πατριάρχη σε άπταιστη καθαρεύουσα και με επιτηδευμένη μακρόσυρτη φαναριώτικη εκφορά - απειλή: «Δεν θα ηθέλαμεν να υπενθυμίσωμεν τι έπαθεν ο τελευταίος που επεχείρησεν αντικανονικήν εισπήδησιν καθ' ημών....». Με πολλά αποσιωπητικά...
Γενικά, η «αντικανονική εισπήδησις» είναι η αγαπημένη συνήθεια πολλών μητροπολιτών και επισκόπων και αυτό που προσπαθεί να κάνει ο ένας στον άλλο. Ο όρος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ευρύτερα και για:
α) Υπονοούμενα που αιωρούνται απειλητικώς.
β) Ως λόγιο ισοδύναμο του χυδαιότερου «Τό 'χεις πηδήξει το θέμα!», ειδικά για άτομα που εισπηδούν απρόσκλητα (σ)την συζήτηση.
γ) Για παραβιάσεις του εθιμικού δικαίου μέσα σε μια παρέα, λ.χ. αντικανονική διεκδίκηση κεράσματος σε εστιατόριο-μπαρ, πέσιμο σε λάθος γκόμενα, αντικανονική προσφορά προστασίας-βοήθειας σε γκόμενα, όταν δεν είσαι ο φυσικός βοηθός-προστάτης της κ.ο.κ.
- Άκουσες, Μήτσο μου, τι λένε, ότι θα γίνει αντικανονική εισπήδησις; - Δεν ξέρω τι λένε, Κούλα μου, αλλά καλού κακού κάνε κανά μπιντέ.
- Καλά στην Δεβόρα βρήκες να την πέσεις; Αυτή είναι η γκόμενα του Βάγγελα! Κοίτα μην κάνεις καμιά αντικανονική εισπήδησιν! Θα σε τουλουμιάσει!
- Όχι, ρε φίλε, δεν μπορείς να κεράσεις εσύ το ποτό της Μαριλούς, όσο είμαι εγώ στο τραπέζι. Είναι αντικανονική εισπήδησις.
- Εντάξει, πάω πάσο...
Got a better definition? Add it!
Όταν κάποιος -α δε λέει να παντρευτεί παρά το πέρασμα μίας πλειάδας Μαΐων από πάνω του / της, μπορεί να:
Τότε μοιραία δέχεται πίεση από τους γονείς του προκειμένου να παντρευτεί και να μη μείνει στο ράφι. Η πίεση μπορεί να αυξηθεί όταν αυτός -ή ζει με τους γονείς του / της, όταν δεν έχει αδέρφια κι όσο οι γονείς μεγαλώνουν. Οι γονείς μπορεί να μηχανευτούν διάφορες μεθόδους για να τον / την παρακινήσουν, μεθόδους που προμοτάρουν τα καλά του γάμου και που μποϊκοτάρουν τα αρνητικά του μπάκουρου βίου.
Όταν όμως αυτός -ή τύχει και αντιληφθεί (σωστά ή λαθεμένα) πως πίσω από τα τεχνάσματα, το κύριο κίνητρο πίεσης έχει να κάνει με το γεγονός πως οι γονείς του ζηλεύουν που δεν έχουν ένα... δύο, χ εγγονάκια να ασχολούνται μαζί τους (όπως έχουν άλλοι κατά πολύ μικρότεροι τους), τότε αυτός αρχίζει να νομίζει (σωστά ή λαθεμένα), πως οι γονείς του / της, τον / την βλέπουν ως εγγονομηχανή (μηχανή που συμβάλλει στην παραγωγή εγγονών).
- Άσε, πάλι χθες μου πρήξαν το κεφάλι για να παντρευτώ. Λένε πως είμαι τόσο χρονών γαϊδάρα και πως πρέπει επιτέλους να κάνω τη δική μου οικογένεια, να κάνω παιδιά κλπ κλπ...
- Και τι τους είπες;
- Τους είπα πως δε μ' απασχολεί προς το παρόν, πως έχω άλλες προτεραιότητες, πως δε γουστάρω σκλαβιά κλπ κλπ.
- Ναι συνέχισαν το γνωστό τροπάρι, ε;
- Ναι... Άστα, έχω αρχίσει να πιστεύω πως ο πραγματικός λόγος που με πρήζουν είναι... τα εγγονάκια. Με ρώτησαν όμως αν εγώ επιθυμώ να γίνω εγγονομηχανή;
- Είσαι τόσο χρονών μαντράχαλος και είσαι ακόμα ανύπανδρος. Πότε θα παντρευτείς;
- Ωχ....τα ίδια Παντελάκη τα ίδια Παντελή μου, άνοιξε το σλιπάκι μου και πιάσε το...
- Τι λες ρες; Πώς μιλάς έτσι; Δε ντρέπεσαι;
- Όχι.
- Εγώ πάντως ντρέπομαι όταν μας ρωτάει η κάθε μια περμαθούλα αν παντρεύτηκες και δεν ξέρουμε τι να της απαντήσουμε. Μα να 'χουν όλοι οι γνωστοί μας εγγόνια και εμείς να μην έχουμε; Για πότε δηλαδή το βλέπεις πως θα μας χαρίσεις αυτή τη χαρά; Φύγαν τα χρόνια μας.
- Τι να πω; Πάρτε παράταση. Η εγγονομηχανή μου πάντως έχει εγγύηση εφόρου ζωής.
- Της δικής σου ζωής όμως. Όχι της δικής μας.
Got a better definition? Add it!