Όχι μόνο «είμαι ασυνεπής» κατά συσσλαγκιστή, αλλά ειδικά φτύνω κάποιον, τον αψηφώ, δεν τον ακούω, τον περιφρονώ. Συνήθως το λέει ως διαμαρτυρία ο κλασμένος: «Γιατί με κλάνεις ρε φίλε» κτλ.

Το παρόν λήμμα είναι κατ΄εξοχήν «κλασικό» από κάθε άποψη.

- Εγώ το καλό σου θέλω ρε φιλάρα, κι εσύ με κλάνεις!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Την ακούω με ντραγκζ. Φτιάχνομαι, γίνομαι σκατά, με την καλή έννοια.

Γιατρέ, δεν κλάνω πια (βλ. μύδι)...

(από xalikoutis, 01/05/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είμαι υπό την επήρεια ουσίας.

- Ρε Πασχάλη γιατί δε μιλάς;
- Άσε μ' έκλασαν τα ουίσκια πολύ άσχημα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

κλάνω / κλασμένος: Αγνοώ κάτι, δεν δίνω σημασία.

Κλασμένος είναι αυτός που τον αγνοούν όλοι, που δεν τον υπολογίζουν. Συνώνυμο του χεσμένος.

- Ρε παιδιά, μιλάω, μη με κλάνετε...

- Της στέλνω αναπάντητες κάθε τόσο αλλά αυτή τίποτα. Κλασμένο με έχει.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το βρίσκουμε και ως: με κλάνει, θα μου κλάσει τα παπάρια. Δεν μπορεί να μου κάνει τίποτα, δεν είναι της κλάσης μου.

- Ρε μαλάκα, θα σε δείρει.
- Θα με κλάσει/Θα μου κλάσει τα αρχίδια ή ακόμα καλύτερα: θα μου κλάσει το δεξί αρχίδι.

(από xalikoutis, 20/10/08)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είμαι ασυνεπής.

-Μη με κλάσεις σήμερα σαν την άλλη φορά που περίμενα μια ώρα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πορδίζω.

-Σταμάτα ρε να κλάνεις, θα πεθάνουμε εδω μέσα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified