Το τσιγαριλίκι.

Έρχεται να συμπληρώσει μια σειρά από λέξεις που συνδυάζουν το γράμμα ζ με ένα γαλλικό ηχόχρωμα (ζάντα, ζαμπόν, ζουζού, ζαπρέ).

Η γαλλική γλώσσα καθώς και ο γαλλικός πολιτισμός κατέχουν μια αμφίσημη θέση στη συνείδηση του λαού μας. Από τη μία η γαλλική εκπαίδευση και κουλτούρα έχουν μια υψηλή αξιολογική θέση στα μάτια της κοινωνίας από την άλλη όμως αποτελούν και ένα μπέρδεμα. Σαν αυτό που πάθαινε ο Γιώργος Κωνσταντίνου όταν προσπαθούσε να περιγράψει το προφιτερόλ στα «Χτυποκάρδια στο θρανίο».

Οι Χατζηφραγκέτα που εισάγουν τη λέξη στο ευρύ κοινό έρχονται να φωτίσουν αυτή τη σχισμή που το ντοκτορά και το ζεζαλιζέ είναι τα δύο ακραία της σημεία.

Διαβάζει η Μαρία συνεχώς Καστοριάδη
αυτή θα κάνει διατριβή κι εγώ βαθιά στον Άδη
μήπως παίζει καμιά ζεζαλιζέ γι' αυτό το βράδυ;

Δες και .

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο γλοιώδης, ο γλίτσας, ο γυμνοσάλιαγκας.

Άνθρωπος ο οποίος σέρνεται, αφήνοντας πίσω του υπόλευκη κολλώδη ουσία.

- Αυτός ο γλιμούτσης ο Πέτρος έκανε για λίγο καιρό την παρηγορήτρα και σύντομα την έπεσε στην πρώην γκόμενα του κολλητού του.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πατρινή λέξη η οποία έλκει την καταγωγή της από τα μπουρμπούλια, ετήσιο χορό της περιόδου του καρναβαλιού στον οποίο οι άντρες παρουσιάζονται κανονικά σε αστική εμφάνιση ενώ οι γυναίκες κρύβουν την ταυτότητα τους με τη βοήθεια ενός ντόμινο.

Η μεταφορική σημασία της λέξης αναφέρεται σε γυναίκες τις οποίες δε θα τις πλησίαζες εάν δε καλυπτόντουσαν από τη μυστηριακή μαύρη στολή.

- Έλα ρε παιδάκι μου τι 'σαι συ, για γύρνα να σε δούμε λίγο...
- Ωχ τι ναι αυτό το μπούρμπουλο ρε μινάρα;
- Απαπαπά μακρυά! Έλα...τρεεέχουμε με το ντόμινο!

(από Khan, 24/08/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το σκηνικό, το νταβαντούρι, το μπάχαλο.
Πιθανόν να προέρχεται από τα ποδανά του «λέμε».

Σκάσανε κάτι περιέργοι και έγινε ένα ψιλομελέ στον πεζόδρομο πριν λίγο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο ποιοτικά κατώτερος, ο δευτερότριτος ή καλύτερα... ο τελευταίος.

Στην κυριολεξία η λέξη αφορά ένα τυρί όμοιο με τη φέτα.

Αυτός ο τελεμές... Η ρουφιανιά και το γλείψιμό του ανταμειφθήκαν έγκαιρα με τη θέση του κεντρικού παρουσιαστή δελτίου ειδήσεων. Σίγουρα στις επόμενες εκλογές θα τον δούμε βουλευτή.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στα χαρτιά, κάποιος που θα πέσει (και θα χάσει) στο πολύ καλό φύλλο ενός άλλου παίχτη, συνήθως παρασυρόμενος απο το δικό του καλό φύλλο.

- Εγώ εφυγα τρεις γύρες πριν. Είχα πάνω μου άσσο-ρήγα, σκάει κάτω πέντε, ρήγας, ρήγας..., εννιά, και στο τέλος άσσος. Ρεστάρουμε με τον Μπάμπη... και κάθομαι στο φουλ του άσσου του...
- Έπεσες σε γάντζο...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στα χαρτιά, κάποιος που χάνει πολλά.

- Τι γίνεται; Πώς πάει;
- Εδώ... Ο Κώστας είναι στα λεφτά του ο Στέλιος και ο Μήτσος βγάζουνε... Ο Στράτος έχει πέσει στα βαθιά και κολυμπάει...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στα χαρτιά, φρέσκα είναι τα χρήματα που θα βγάλει κάποιος που μόλις έχασε εκείνα με τα οποία έπαιζε, έτσι ώστε να ξαναμπεί στο παιχνίδι.

Πάει και αυτό το εικοσάρικο... Πάω για φρέσκα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το παίξιμο μίας χεριάς, ενός (αριθμητικά) παιχνιδιού στο πόκερ ή στην πόκα.

Στο προηγούμενο κόλπο έγινε σφαγή! Μπήκανε τρεις με φουλ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συνώνυμο του ζαμπόνιασα...

Ωχ, πρέζωσα τωρα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified