Συνώνυμο του κλάσε μας τα αρχίδια και υπερθετικός βαθμός του «κλάσε μας μια μάντρα».

- Ρε θα σου κάνω μήνυση παλιοαλήτη!
- Θα μου κλάσεις μια μάντρα πέρδικες γεροξούρα!

Γιατί να λέμε μόνο για τη Μάντρα κι όχι π.χ για την Ελευσίνα (φωτό);   (από GATZMAN, 23/04/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Υποτιμητικά η βελόνα του παλιού πικάπ σε αντιδιαστολή με την ψηφιακή τελειότητα των CD. Παλιός όρος των DJ και των ραδιοφωνικών παραγωγών. Σπάνιος και ουσιαστικά μη χρησιμοποιούμενος πια.

Άντε να ξεκουμπιστεί ο προηγούμενος DJ με τις παλιατζαρίες του και τις πρόκες του ν' ακούσουμε καμιά μοντερνιά!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο γαμάτος, ο σούπερ, ο γουάου. Σπάνιος σλανγκισμός από τη δεκαετία του '90 και τα Λύκεια. Υποτίθεται αγγλισμός του γαμάτου.

- Μπήκες στο slang.gr, το site που σου είπα;
- Μπήκα, φίλε μου, κι έπαθα την πλάκα μου! Φακάτο!

Πίπη Φακ... ιδομύτη (από GATZMAN, 04/05/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το μέγαρο της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αθηνών.

Είχαμε τσακίσει κάτι μπυροϊνες στου Μήτσου και καθώς γύριζα σπίτι, έξω από το Μπατσομέγαρο στην Αλεξάνδρας έριξα ένα ξερατό στα παρτέρια άλλο πράμα!

Got a better definition? Add it!

Published

Ροκ γκρουπ που συνήθως αποτελούνται από ελάχιστα άτομα με τα στοιχειώδη όργανα και ήχο garage. Βλ. White Stripes, Black Keys κτλ.

- Σ' άρεσε το σιντάκι που σου 'γραψα; Ήταν Black Keys.
- Ναι, αμέ. Ωραία βαράνε. Βρωμιάρηδες.

Aυτοί ακριβώς! (από allivegp, 15/04/11)βασική κατηγορία βρωμιάς στον ήχο είναι οι στονεριές. μπίχλα, μπύρες κ γκόμενες με τζην σορτσάκι να παίζουν μπιλιάρδο. (από jesus, 16/04/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το τμήμα του αμαξώματος που βρίσκεται κάτω από τις πόρτες του αυτοκινήτου και χρησιμεύει για να πατά κανείς το πόδι του καθώς μπαίνει και βγαίνει. Στις μοτοσυκλέτες λέγεται η προεξοχή όπου οι επιβάτες στηρίζουν τα πόδια τους. Από το γαλλικό marche pied. Απαντάται συνήθως ως ουδέτερο, αλλά δεν είναι σπάνιος και ο ελληνοποιημένος τύπος, ο μαρσπιές.

- Κι εκεί που παίρνω τη στροφή φουλαριστός φέτα με το Χαγιαμπούσα, βρίσκουν κάτω οι μαρσπιέδες και βγάζουν σπίθες!
- Τί λε ρε φίλε; Και μετά ξύπνησες;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ανόητη πράξη ή πρόσωπο που αγγίζει τα όρια της ιδιωτείας. Συνώνυμο με το γκαγκά.

Εντελώς γκαγκαούγκαγκα ο άνθρωπος! Δεν μπορούσε ούτε reboot να κάνει στο PC του! Και τον έχουν και τεχνικό υπεύθυνο!

(από GATZMAN, 03/04/11)

Σύγκρινε και γκαούγκαγκας, αγκαούγκας, αούγκανος και αούγκαντος

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ειδική κόμμωση στην οποία τα μαλλιά είναι φουντωτά και σχετικά ατημέλητα, δημιουργώντας την εντύπωση φουντωτής χελιδονοφωλιάς στο κεφάλη του φέροντος. Εάν τα μαλλιά είναι γκρίζα το αποτέλεσμα είναι ακόμη πιο ρεαλιστικό. Χρησιμοποιείται συχνά από παλαιογιεγιέδες και βαψομαλλιάδες.

Πάρε ρε έναν τύπο εκεί πέρα! Σαν τον Πρέκα είναι. Με χελιδονοφωλιά στο κεφάλι!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση που δηλώνει την υπερβολική γελοιότητα και αστειότητα κάποιας πράξης ή ενός ανθρώπου.

- Ο Λούλης κατεβαίνει υποψήφιος στις δημοτικές εκλογές!
- Όχι ρε! Με τέτοια φάτσα και τέτοιο μυαλό; Ρε, θα γελάσουν και τα τσιμέντα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ντοπιολαλιά της Ηπείρου που σημαίνει φτιάχνω, αλλά συνήθως χρησιμοποιείται για να δηλώσει τη σεξουαλική πράξη. Το -σ- στη λέξη προφέρεται παχύ.

- Χθες βγήκα με τη Φρόσω. Ωραία γκόμενα.
- Ωραία ίσως, την έσιαξες όμως;

Δες και σάχνω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified