Το σωστό είναι: αλάργα, το αντίθετο του απίκο.

- Δεν βγήκαμε στο νησί, το καράβι έριξε άγκυρα αλάργα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τύπος περπατήματος / συμπεριφοράς, πάει σεφταλίδικα, ανοιχτοχέρικα, πολύ φίνα, μάγκικη διάλεκτος συνήθως.

Συμβουλή αρουραίου της πιάτσας: «Μάγκα περπάτα με αβάντα!»

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η δουλειά που αναλαμβάνει ο ελεύθερος επαγγελματίας.

Εκ του αγγλικού freelancer.

Πήρα μια φριλάντζα εργολαβεία και σε 2 μήνες θά'χω βγάλει 2000 ευρά.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μπουνιά στο πρόσωπο, σφαλιάρα. Συνώνυμα: μπουκέτο.

Σταμάτα να μου τη μπαίνεις μαλάκα, γιατι θα τη φας τη μπούφλα σου στο τέλος και θα ησυχάσεις.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η βόλτα, το σεργιάνι, η περιπλάνηση.

Από το ιταλικό sollazzo.

Πιο συχνά συναντούμε το ρήμα σουλατσάρω. Επίσης χρησιμοποιείται συχνά και η λέξη σουλάτσα αντί του σουλάτσο.

- Πού 'σαι ρε Βάγγο;
- Βολτίσα με κάτι φιλαράκια και το βράδυ για ποτάκι!
- Α ρε αλάνι, όλο στη σουλάτσα είσαι!

Got a better definition? Add it!

Published

Μτφ. πολυκατοικία με πολλά διαμερίσματα.

- Άντε τώρα να βγάλεις άκρη με τα κοινόχρηστα σε τούτο το καραβάν σεράι...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Προστακτική έκφραση που σημαίνει στάσου ακίνητος και που πιθανόν προέρχεται από την εγγλέζικη φράση stick (th)'em up (=ψηλά τα χέρια). Λιγότερο πιθανό είναι να προέρχεται από τις λέξεις στάκα (=στάσου) + man.

ΣΤΑΚΑΜΑΝ: Τίτλος ταινίας του Αντώνη Καφετζόπουλου.

Στάκαμαν σου λέω να σου εξηγήσω, μην φεύγεις!

(από filologas, 20/03/08)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ελληνοποίηση του πασίγνωστου αγγλικού όρου «shock». Δηλώνει μεγάλη έκπληξη ή θαυμασμό. Για να δοθεί έμφαση, είναι καλό στον προφορικό λόγο να προφέρεται με παχύ 'σ' (σσοκ) και στο chat να αναγράφεται ως εξής: σοκκκκκκκ. Οι χρήσεις του αμέτρητες - βλ. παραδείγματα.

  1. - Μαλάκα, φάε αυτό το μπανόφι και κλάψε.
    - Τόσο καλό;
    - Σοκκκκ λέμε...

  2. - Παίδες, χτες έβαλα ένα γκομενάκι το σοκ το ίδιο.
    (σημ.: εδώ κολλάει η απάντηση: Ηρέμησε).

  3. - Κοιτάξτε μαλάκες, έρχονται δυο μουνιά-σοκ.

ή εναλλακτικά:

- Κοιτάξτε μαλάκες, έρχονται δυο σοκ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κλητική προσφώνηση μεταξύ νεαρών - κυρίως εφήβων. Προέκυψε από παραφθορά του «ρε guys» που το χρησιμοποιούν τυπάδες πολύ γιο και πολύ cool και πολύ in... και δεν συμμαζεύεται... E, τώρα, αν το παιδί στο οποίο αναφέρεσαι είναι και λίγο τύπου «μια βάρκα ήταν μόνη της σε θάλασσα γαλάζια», κοινώς είναι δεινός χορευτής του γκεϊμπέκικου, ε, τότε το πράγμα έδεσε!

1)
- Πού στον πούτσο είναι ο αναπτήρας μου;
- Ο zippo;
- Ναι ρε...
- Α τον πήρε ο Κώστας... Αυτός που τώρα τρέχει...
- Ρε γκέι, φέρε τον αναπτήρα ρε!

2)
- Ρε γκέι, πιάσε λίγο το στυλό, έπεσε στα πόδια σου.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέγεται υποτιμητικά για ταινίες ή άλλα πολιτιστικά προϊόντα, που θυμίζουν υπερβολικά τα κόμικ της Μάρβελ, έχοντας λ.χ. «χάρτινους» υπερήρωες, αναληθοφάνειες, «φέσια», good guys & bad guys, θυμίζουν αισθητική κόμικ, υπερβολικά γραφικά κ.τ.ό.

- Ντάξει, να πάμε σινεμά, αλλά μην δούμε καμιά μαρβελιά πάλι...

το χουμε ξαναδει το έργο (από xalikoutis, 15/02/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified