Further tags

Καβλόρδα, η (ουσ.). Η ξαφνική υπέρτατη πείνα που κυριεύει ένα θηλαστικό μόλις αντικρύσει ή συλλογισθεί τον πραγματικό ή δυνητικό ή φανταστικό σύντροφό του. Η παρουσία φαγητού είναι προαιρετική.

- Παίρνω άδεια από τη μονάδα, γιατί τρεις μήνες είχα να τη δω. Μου γύρισε το μάτι από την καβλόρδα. Δεν ήξερα αν ήθελα να την πηδήξω ή να τη φάω.

- Και σκάει η Βεατρίκη με χειροπέδες και νουτέλα.
- Πω ρε φίλε, καβλόρδα!

- Έβλεπα στον ύπνο μου τη Λέα Σεϊντού να τρώει παγωτό ξυλάκι και με είχε πιάσει μια καβλόρδα, πού να στα λέω.

Got a better definition? Add it!

Published

Από το Αγγλικό peak. Χρησιμοποιείται στη σεξολογία (peak orgasm - κορύφωση οργασμού). Κορυφώνω.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Παράδειγμα εδώ

"Μαράκι θα ρθείς το βράδυ στο σπίτι να ξαπλώσουμε μαζί και να με πικάρεις (να με κορυφώσεις)". "Γιάννη πάω με τη Δανάη για να πικάρουμε (να κορυφωθούμε)"

Got a better definition? Add it!

Published

Από το Αγγλικό peak. Χρησιμοποιείται στη σεξολογία (peak orgasm - κορύφωση οργασμού). Θα κορυφωθώ.

Παράδειγμα εδώ

"Μαράκι θα ρθείς το βράδυ στο απίτι να ξαπλώσουμε μαζί και να με πικάρεις (να με κορυφώσεις)". "Γιάννη πάω με τη Δανάη για να πικάρουμε (να κορυφωθούμε)"

Got a better definition? Add it!

Published

Σαρκαστική έκφραση που συμπληρώνει κάθε εξωτερίκευση οιδιπόδειου συμπλέγματος.

-Άσε ρε είμαι άρρωστος, έχω αναγκάσει τη συγκάτοικο να κάνει τη μαμά μου τώρα.
-και ο Οιδίπους σε μια γωνιά τραβάει μαλακία με τα γόνατα...

Got a better definition? Add it!

Published

Η σεξουαλική πράξη που γίνεται μετά μανίας από τη μεριά του άρρενος (ή του ενεργητικού ατόμου σε περίπτωση ομόφυλης συνουσίας) χωρίς να έχει προειδοποιήσει το ταίρι του.

Και που λες Χρηστάρα μου, πεταχτήκαμε με τη Σοφία τις προάλλες Μεταξουργείο,για ημιδιαμονή...και εκεί που όλα καλά όλα ωραία και κάναμε τα δικά μας,βαράω κάτι φρίκες και τρώει το Σοφάκι μια θεόπουτσα άλλο πράμα! Το λυπήθηκα το καημένο ρε συ...

Got a better definition? Add it!

Published

Τα πρώτα μπούτια της άνοιξης καθώς εμφανίζονται στους δρόμους.


γατούλα σοκ

Ήρθε η άνοιξη! Δε βλέπεις που σκάσανε τα πρωτομπούτια παντού;

Πρέπει να κατεβάσω τις φούστες από το πατάρι σύντομα, αρχίζουν τα πρωτομπούτια.

Σήκω πάμε για καφέ να χαζέψουμε τα πρωτομπούτια.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση που ακούγεται για να χαρακτηρίσει περιγραφικά όμορφες, ποθητές και λάγνες γυναίκες, που τείνουν να προκαλούν ανδρική διέγερση. Περιγράφει τη φυσιολογική αντίδραση του ανδρικού μορίου στη θέα ενός τούμπανου, όταν καταπιέζεται από ενδυματολογικά δεσμά.

Ο θηλυκός Ταρζάν που σπάει τα φερμουάρ!

από cinemag.gr

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η στύση, νέτα σκέτα. Δέον όπως διακρίνεται από την καυλοσύνη, που αναφέρεται σε γενικό χαρακτηριστικό / ιδιότητα.

Τόσες Ανοησίες μαζεμένες θα δημιουργήσουν μια Απέραντη κωλοτρυπιδα οπου θα ρουφάει την Σαπιλα την φαυλότητα!Ίσως και την καυλοτητα!

πάνω

Σας εχει πιασει και σας μια καυλοτητα ή μονο εγω ειμαι βαρεμενη;

πάνω

πφφ μεχρι τα χριστουγεννα πρεπει να περναω και να λιποθυμανε οι αλλοι απο την καυλοτητα μου..

και πιο πάνω

Θα νιώσετε τρομερή καυλότητα.

Απόσπασμα σπηκάζ από τρέιλερ της ελληνικής ταινίας "Ο νταβατζής της Ομόνοιας" όπως αυτό προβλήθηκε στα "προσεχώς" κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης εν έτει 1985, κατά πως τα διηγήθηκε στον λημματογράφο φίλος του που βρέθηκε τυχαία (οι δρόμοι του Κυρίου είναι πολλοί) στην αίθουσα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στα καλιαρντά είναι ο καυλιάρης, για την ακρίβεια αυτός που έχει γεμάτα τα αρχίδια του, τα μπελερίνια του, τα (μ)πελέ του (εκ της ρομανί). Το πλένο- ο Ηλίας Πετρόπουλος το ετυμολογεί από το ισπανικό pleno για το γεμάτο, ενώ ανάλογα έχουμε σε όλες τις λατινογενείς γλώσσες.

- Μωρὴ Γεωργία ποιό τεκνὸ βουέλεις κατετζόρνα; % - Τὸ Μανωλιὸ τὸν πλενομπελέ, ποὺ ἀβέλει μποὺτ πακέ.
- Ἀχούύύύ! Τί ἀθοριτομπενάβεις μωρὴ τζασλή; Τοῦ ἄβελα κοντιερὴ γιὰ νὰ φασωθοῦμε στῆς Μπέτης τῆς χοντρῆς καὶ μᾶς βγῆκε φιόγκος!! (Παράδειγμα Αἴαντος)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Καθ' υπερβολήν, η ζαλάδα που παθαίνει κάποιος στη θέα πολύ ελκυστικού στήθους.

Από το διαδίκτυο:
Η βυζοθολούρα συνεχίστηκε... Εμπρός μου η ξανθιά μιλφάρα Αλίνα με τις απίστευτες βυζάρες της να έχουν ξεχυθεί μέσα στο ολόσωμο ροζ δικτυωτό που φορούσε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified