Στα καλιαρντά είναι ο «στρατιώτης των μονάδων καταδρομών, γιατί ζει σαν παρτιζάνος (< ιταλικό partigiano)», κατά τον Ηλία Πετρόπουλο. Μπορούμε όμως, νομίζω, να φανταστούμε ότι μπορεί να λάβει και μια κάπως ευρύτερη σημασία για να δηλώσει κάθε σέξι τεκνό που υπηρετεί στα ένδοξα στρατά.

Είδα στον ονειροκρίτη του Καζαμία μα δεν έλεγε τίποτα για το συνδυασμό κουμπάρας, Σούλη, μπροστομούνας, στρινκάκι, πισινού και ραμολί. Και τώρα δε ξέρω τι στο διάλο ήτανε εκείνο το όνειρο.
Άμα όμως ξέρεις εσύ πες μου γιατί έχω την περιέργεια να μάθω.
Πάω τώρα γιατί έχω ραντεβού με ένα παρτιζανότεκνο και δε θέλω να το στήσω. (Μαρινάκι Ζέας αποκατέ).

Πουστοαστεία ανάμεσα σε παρτιζανότεκνα πουτινιάρικα. (Μυδασίστ: Σφυρίζων) (από Khan, 15/02/14)Παρτιζανότεκνα τοξεύουν γκοντότεκνο σε πίνακα του Γιάννη Τσαρούχη. (από Khan, 15/02/14)Παρτιζανότεκνα χορεύουν γκεϊμπέκικο σε πίνακα του Γιάννη Τσαρούχη. (από Khan, 15/02/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η μητέρα βρέφους και κατεπέκταση ανήλικου παιδιού, η μάνα μωρού. Πιο ειδικά, η μητέρα που είναι μικρή σε ηλικία, συχνά ανήλικη και η ίδια, η μάνα-μωρό (κατά το μικρομάνα).

Εκτός από συζητήσεις μεταξύ χαζομαμάδων, ακούγεται σε συζητήσεις για το εργασιακό καθεστώς που αφορά τις εργαζόμενες μητέρες, άρα πρόκειται για όρο της υπαλληλικής καθομιλουμένης. Πρόκειται όμως και για όρο της φυλακής, που αναφέρεται σε κείνες τις μητέρες που κρατούνται έγκλειστες μαζί με το παιδί τους, συνήθως σε ειδική πτέρυγα μωρομανάδων.

Στη γενική πληθυντικού, πλάι στον τύπο μωρομανάδων χρησιμοποιείται και ο τύπος μωρομάνων.

  1. - Γενικά υπάρχει μια τάση από τις μικρομάνες, να πιστεύουν ότι όλοι της ζηλεύουν. Εγώ έχω μεγάλο παιδί, αλλά στην αρχή κι εγώ έτσι ένιωθα, νόμιζα ότι επειδή έκανα παιδί είμαι ανωτέρου είδους! [...] Μάλλον οι μανάδες αφοσιώνονται 100% στο μωρό και παραμελούν τις φίλες, θεωρώντας ότι αυτές έχουν τώρα έναν υψηλό σκοπό και οι άτεκνες είναι επιπόλαιες που τις νοιάζει η διασκέδαση και οι καφέδες.
    - εγραψες!!! αλλη καμια δεν γεννησε μονο η μαριω το γιαννη!
    - Δυστυχώς φίλη μου αυτό είναι μια παγίδα στην οποία πέφτει το 99,9999% των μωρομανάδων! (από φόρουμ)

  2. Τα τελευταία χρόνια, τα παιδιά που εργάζονται στο δρόμο έχουν αυξηθεί σημαντικά, αντανακλώντας τόσο τις συνέπειες από την κατάρρευση των χωρών της πρώην Σοβιετικής Ένωσης όσο και τις συνέπειες από την διευρυνόμενη ήδη οικονομική κρίση. [...] Στο παρόν αναφερόμαστε σε παιδιά Ρομά, ενώ σε ένα μικρότερο ποσοστό σε παιδιά Jevg από την Αλβανία. Τα κορίτσια υπεραντιπροσωπεύονται, και οι ηλικίες κυμαίνονται μεταξύ 6-12 ετών, με κάποιες περιπτώσεις μεγαλύτερων ή μικρότερων παιδιών. Ηλικιακά, ενδεχομένως, θα πρέπει να εντάξουμε και την κατηγορία των ‘μωρομάνων’, που αφορά μητέρες κάτω των 18, οι οποίες βρίσκονται στο δρόμο με τα παιδιά τους. (από εδώ)

  3. Εγώ θα σας πω ότι έχουμε καταγγελίες [...] για απόλυση εγκύου σε μεγάλο ξενοδοχείο στη Ζάκυνθο, νυχτερινό ωράριο που επιβλήθηκε σε καθαρίστρια –σε μεγάλο καζίνο- μωρομάνα ενός παιδιού, έγκυος ταυτόχρονα, με αποτέλεσμα να αποβάλει. (από πρακτικά της Βουλής)

  4. Kαλά ρε Ιερώνυμε που παριστάνεις πως δεν έχεις το χάλι του Χριστόδουλου, και λοιποί της Συνόδου, να μην σας χαρακτηρίσω. Δώσατε ρε δεκάρα τσακιστή για τα ανήλικα παιδιά που είναι στις φυλακές και στα σχολεία εγκλήματος τα αναμορφωτήρια; για τους αλλοδαπούς φυλακισμένους που δεν ξέρουν ούτε τη γλώσσα, για τις μωρομανάδες φυλακισμένες; για τους φτωχούς φυλακισμένους που δεν έχουν τα δισεκατομμύρια του Παντελεήμονα; (από ιστολόι)

  5. [Στη φυλακή] ο διαχωρισμός εμφανίζεται σε όλο το μεγαλείο του τεμαχίζοντας τους άντρες και τις γυναίκες σε ξεχωριστά κολαστήρια. Θα τεμαχίσει ακόμη μια φορά τις γυναίκες και τους άντρες αναλογικά σε πτέρυγες προστασίας, τοξικομανών, τσιγγάνων, ανηλίκων, μωρομάνων, απείθαρχων, λευκά κελιά. (από το ιντιμίντια)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το γράσο (grasso) είναι λιπαντικό στοιχείο για μηχανήματα παντός τύπου, τα οποία έχουν κινητά μέρη και χρήζουν λίπανσης για μείωση της τριβής και συνεπακόλουθα της θερμοκρασίας και της φθοράς. Επίσης χρησιμοποιείται κι ως συντηρητικό για μεταλλικά τμήματα αντικειμένων που δεν πρέπει να οξειδωθούν επ' ουδενί, όσο κι αν παραμείνουν αχρησιμοποίητα.

Στη στρατιωτική σλανγκ, γράσα είναι οι νεοσύλλεκτοι, οι οποίοι μόλις ξεαμπαλαρίστηκαν εκ της συσκευασίας των και δόθηκαν ως δώρο στους παλιούς, με σκοπό την βελτίωση της καθημερινότητάς των τελευταίων.

Επειδή δε, το εν λόγω δώρο πρέπει να λειτουργεί απροβλημάτιστα για πολλούς μήνες (μέχρι ο παλαίουρας να απολυθεί), έχει προβλεφθεί η επικάλυψή του με γράσο, το οποίο άλλωστε δηλοί και την καινουργίλα του.

Υ.Γ.: Τα αυτιά των νεοσυλλέκτων (που δεν ακούνε πάντα τις διαταγές των ανωτέρων καραβανάδωνή των παλιών) δεν γεμίζουν κερί, αλλά γράσο.

  1. ...2α Μ.Α.Λ (ΜΟΙΡΑ ΑΛΕΞΙΠΤΩΤΙΣΤΩΝ) 1988 ΤΑ ΓΡΑΣΣΑ ΤΟΥ 2ου και 3ου ΛΟΧΟΥ ΚΡΟΥΣΕΩΣ ΠΑΡΑΤΑΓΜΕΝΟΙ ΣΕ ΦΑΛΑΓΓΑ ΣΠΡΩΧΝΟΥΝ ΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΛΟΧΩΝ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΑ ΓΙΑ ΝΑ ΚΟΛΛΗΣΟΥΝ ΤΑ ΔΥΟ ΚΤΙΡΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΟΙ ΔΥΟ ΛΟΧΟΙ ΕΝΑΣ. ενα απ` αυτα τα γρασσα ημουν και γω. (απο φόρουμ για καψώνια ).

  2. Καραμήτρος...Καραμήτροοόοος.. δεν ακούς ρε νέωψ; Άντε ρε να βγάλεις τα γράσα απ 'τ' αυτιά σου... Τσακίσου!!!

για όλες τις χρήσεις (από perkins, 19/06/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ατάκα που μπορεί να λεχθεί σε μονιμά που το παίζει κεχαγιάς από τρελαμένο φαντάρο που συνήθως μετρά λίγες μέρες για να απολυθεί και είναι σε κατάσταση έκρηξης από την πίεση που αισθάνεται. Η βαλβίδα ασφαλείας του φαντάρου έχει ανοίξει και προκειμένου να τρελαθεί ή να προβάλλει βία, ξεστομίζει με αγέρωχο ύφος τη συγκεκριμένη ατάκα.

Ο μονιμάς νομίζει ότι ασκεί απολυταρχική εξουσία, αλλά όταν ακούσει τη συγκεκριμένη ατάκα γειώνεται. Τρελαίνεται όταν συνειδητοποιεί πως ο φαντάρος που 'χει μπροστά του σε λίγες μέρες θα τον γράψει μόνιμα στα αρχίδια του και πως θα τον στείλει μια και καλή στο χρονοντούλαπο. Τρελαίνεται όταν συνειδητοποιεί πως η δύναμή του είναι σε συνάρτηση με την εξουσία που ασκεί πάνω στο φαντάρο, η οποία βεβαίως έχει ημερομηνία λήξεως και τρελαίνεται όταν συνειδητοποιεί πως σε λίγο ο άλλος θα περάσει τη μάντρα και θα βγει στον πολιτισμό, ενώ αυτός θα συνεχίσει για πολλές ολυμπιάδες, μέσα από τη μάντρα να το παίζει τσοπανόσκυλο. Τότε συνειδητοποιεί ότι ο πολίτης απολαμβάνει πράγματα που αυτός θα αργήσει να τα δει.

Εξαφανίζεται απότομα το έδαφος κάτω από τα πόδια του και το σύστημα αντίληψης της πραγματικότητας σε dt ανατρέπεται και έτσι μπορεί να προβεί σε σπασμωδικές ενέργειες. Αλλά ό,τι και να κάνει τον καιρό του χάνει. Ο φαντάρος και λίγη φυλακή να πάρει δεν είναι τίποτα μπροστά στη στιγμιαία εκτόνωση και στη φούρκα που 'χει στείλει τον άλλο.

Μόνιμος λοχίας έχει βάλει στο μάτι φαντάρο (Βελόπουλος) που θέλει 5 μέρες να απολυθεί και όλο τον τρέχει.
Λοχίας: - Και εσύ Βελόπουλε, μόνος να καθαρίσεις τις τουαλέτες του λόχου και μετά μόνος να μαζέψεις όλες τις γόπες που κυκλοφορούν στο λόχο. Μη δω λέπι... Έτσι θα μάθεις να υπολογίζεις τις εξουσίες εδώ μέσα...ρε.
Βελόπουλος:
- Για πες μου ρε μεγάλε Ναπολέοντα του λόχου για να ψαρώσω, σε πόσες ολυμπιάδες απολύεσαι;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο φαντάρος που μπαίνει τρεις ΕΣΣΟ μετά τον φαντάρο, για τον οποίο είναι γιόκας, π.χ. αν ο ένας μπει με τη Γ' ΕΣΣΟ ο γιόκας είναι αυτός που θα μπει με την ΣΤ' ΕΣΣΟ.

Ήρθε ο γιόκας! Τώρα θα έχω ευθύνες, πρέπει να αγοράσω πάνες και μπιμπερά! Όποιος τον πειράξει θα τον φάω!

ΕΣΣΟ: Εκπαιδευτική Σειρά Στρατευσίμων Οπλιτών.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified