Further tags

Υπάρχει ο ορισμός, αλλά η άποψη μου είναι διαφορετική και εξηγούμαι:

Αβανταδόρος είναι ο βαλτός επί τούτου να αβαντάρει μια κατάσταση να την προωθεί προς την κατεύθυνση που έχει πληρωθεί να σπρώξει.

Ο παπατζής έχει αβανταδόρο για να παίζει τον παπά και να κερδίζει χρήματα από τον παπατζή με απώτερο σκοπό ο αιμοδότης να τσιμπήσει να ποντάρει και να ανεβάσει τον τζίρο του παπατζή.

Επίσης, σε δημοπρασίες παίζει πολύ ο αβανταδόρος, με σκοπό να αυξήσει την τιμή του προς δημοπράτηση αντικειμένου.

- Δεν ξαναπάω δημοπρασία Γιώργο φίλε μου!

- Γιατί ρε Πάνο;

- Ε τι γιατί είχαν 4 αβανταδόρους και ανέβασαν την τιμή κοντά στο καινούργιο, σκέτη απάτη φίλε Τζορτζ!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το άτομο που συχνάζει τακτικά και παίζει πολλά λεφτά στον ιππόδρομο. Ξέρει τα ονόματα των αλόγων πιο καλά και απο των παιδιών του.

Ρε τον Βαγγέλη! Εχω να τον δω 2 μήνες τώρα. Πού τον χάνεις πού τον βρίσκεις, πάλι στον ιππόδρομο θα είναι! Μεγάλος αλογομούρης!

(από gaidouragathos, 15/04/12)(από jesus, 02/07/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο άθρωπας που έκαψε το νεοχιτώνιό του στην προσπάθεια του, να εμπεδώσει επικερδείς, το μάλλον ή ήττον, έννοιες μέσω αριθμολογίας, astrolozy, I ching, και άλλα συναφή μη εναλλάξιμα.

- Τυχαίο; Δε νομίζω!!
- Πάνε ρε επέρα, ρόιδα του λότο, κίνο κλπ κλπ, που σου έχουν αποφλοιώσει τον εγκέφαλο ελπίδα και αριθμολογία. Δε πα να σε πατήσει νταλίκα με ρυμούλκα, σημασία δε θα δώσεις.

Για την πλήρη κατανόηση του ορισμού είναι απαραίτητη η αναφορά στο σχόλιο του allivegp παρακάτω και μάλλον και στα links.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μπήκε στη ζωή μας απο το Πάμε Στοίχημα όπου λέγεται για ένα παρολί που κατά την άποψη κάποιου αλογομούρη (τώρα πλέον παίζει στοίχημα, τα άλογα είναι πασέ) έχει τεράστιες πιθανότητες να κερδίσει.

Σήμερα, χρησιμοποιείται για να επισημάνει ότι μια κατάστα είναι πολύ καλή, τόσο που δεν πρέπει να την χάσεις. Γιατί όχι και μία γκόμενα πολύ καλή;

  1. Χτες σου είχε κλείσει τραπέζι ο Αλέκος στα πριβέ. Ήσουν άχαστος, έπρεπε να σκάσω ρε μαλάκα...
    — Είχες κόμπλα με την Λια και έφαγες παντόφλα... next time

  2. — Κοίτα το Μαράκι σήμερα πως είναι ντυμένο... σκέτη κάβλα...
    — Ναι, άχαστο...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο απολύτως απένταρος μάγκας που, ως επί το πλείστον, έχει περιέλθει σ' αυτήν την κατάσταση από απανωτές αποτυχημένες απόπειρες να ρεφάρει χασούρα από χαρτοπαιξία με ατυχή αποτελέσματα. Παρ' όλα αυτά, ο βέρτζινος δε θα κλειστεί στο σπίτι του να κλάψει τη μοίρα του αλλά θα γλεντήσει το καημό του με τράκα κρασάκι-τσιγαράκι. Παλιάς κοπής αντιλήψεις αλληλεγγύης στα πάθη του άντρα θα τον στηρίξουν μέχρι να ξαναπιάσει τη καλή.

- Γύρισε ο Τάκης βέρτζινος πάλι απόψε και τον παντόφλιασε η γυναίκα του.
- Άντε μωρέ τη σκύλα, όταν της τα φέρνει καλά είναι;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όρος από τον ιππόδρομο. Αναφέρεται στους χρόνους προπόνησης του αλόγου (συνήθως σε ρυθμό ρελαντί) σε αντίθεση με τους επίσημους χρόνους της κούρσας. Κάποιες φορές ο όρος χρησιμοποιείται και σαν συνώνυμος του «προπονείται» ή καλπάζει με σταθερό ρυθμό, αναφερόμενος πάντα σε άλογο ιπποδρόμου.

Ο όρος προέρχεται από το αγγλικό ρήμα «gallop», που σημαίνει καλπάζω. Και εξελληνίστηκε από τους αλογομούρηδες με την κατάληξη -άρω, όπως συνέβη με πολλά ξένα ρήματα, π.χ. ρεφάρω (που τέτοια τύχη), αριβάρω, σκαπουλάρω, ντουμπλάρω κ.ο.κ.

....... Αν σταματήσει ένα άλογο από τον ιππόδρομο για 10 μέρες δεν το βάζεις απ' ευθείας να τρέξει. Το αναλαμβάνει ο προπονητής, το γκαλοπάρει και το ελέγχει με τον τρόπο του για να δει εάν είναι έτοιμο να τρέξει. Σε περίπτωση υποτροπιασμού....

... Θα προτιμήσω δηλαδή χωρίς πολύ σκέψη ένα άλογο που γκαλοπάρει σταθερά, κάθε 8-10 μέρες για δυο μήνες με χαλαρές δουλειές από ένα άλογο που μου παρουσιάζει μόνο δυο γκάλοπς, έστω και αν το ένα από αυτά είναι πολύ δυνατό...

(από ιπποδρομιακούς ιστότοπους)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Θεογκόμενα, μανουλομάνουλο, μωράκλα, εργαλείο, όλα αυτά σε ένα άλογο κούρσας ΑΑ γκανιάν.

- Πω ρε φίλε άραγκον για μια μπύρα ακόμη και ελπίζω να έφερες καπότες... Απέναντι σκάνε δυο γκανιάν τρελά! Λίρα εκατό σου λέω!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μπατίρισα, χρεοκόπησα, έμεινα ταπί και ρέστος, μου ’φαγες όλα τα δαχτυλίδια.

«Στα ‘δωσα όλα και έμεινα στον άσσο
έτσι θέλησα να σου εκφράσω
πως τη μέρα που θα φύγεις θα καταστραφώ»
(Η γυναίκα του Ντέμη)

Άσσος στα χρέη (από Vrastaman, 11/09/08)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο γκαντέμης, ο κατσικοπόδαρος, ο Μητσοτάκουλας.

Εμπνευσμένο από τον ομώνυμο φίλο του Τιραμόλα, ο οποίος κυκλοφορούσε στο σχετικό κόμικ μονίμως με ένα συννεφάκι βροχής πάνω από το κεφάλι του. Σε ένα πανάρχαιο τεύχος δε, η γκαντεμιά του συνετέλεσε στην κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τους Σταυροφόρους (τι θυμάται ο άνθρωπος).

Απηρχαιωμένο πλέον, χρησιμοποιείται μόνο από υπερήλικες αναγνώστες Μικυμάου, καθώς η νέα γενιά αγνοεί τελείως τον ήρωα, υφιστάμενη την απαλλοτρίωση στην οποία την εξωθεί η ντόπια αντίδραση και η εισαγομένη υποκουλτούρα μπλα μπλα μπλα ….

- Γαμώ την Αγία Καραμέλα τη ρουφιάνα, είναι η τρίτη φορά που φέρνω χασσόδυο στο καπάκι!
- Αμάν μωρ' αδερφάκι, τι Ιωνάς είσαι και σύ! Μήπως καλύτερα να το γύριζες στο εργόχειρο;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο υπερβολικά εθισμένος με online (συχνά MMORPG) παιχνίδια (Lineage, WoW, Second Life...), σε βαθμό απομόνωσής του από το περιβάλλον. Συναντάται επίσης και ως καμένος, καψίδι, καΐλα. Μπορεί να είναι από 12 έως και 35 ετών, και συχνά δέχεται λοιδορίες από τους συνομηλίκους του.

- Τι έγινε, ρε, θα παίξουμε καμία μπάλα;
- Άστα, ρε, τους μίλησα, αλλά μου 'λεγαν κάτι για ένα κουέστ που έιχαν να κάνουν, δεν πολυκατάλαβα...
- Όχι, ρε! Πάλι στα ίντερνετ καφέ πάνε και καίγονται τα καψίδια; Ανάθεμα τη μέρα που τους έμαθε το Λαϊνέιτζ ο καΐλας ο Δημήτρης!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified