Η πόρνη στα καλιαρντά.

Αγνώστου ετύμου κατά τον Ηλία Πετρόπουλο. Εδώ βρίσκω την πληροφορία ότι κουρκούλω σημαίνει κυλιέμαι, ενώ εδώ ότι κουρκουλός σημαίνει κυνηγημένος εκ της τουρκικής (ας τοποθετηθούν οι τουρκολόγοι αν γνωρίζουν κάτι παραπάνω).

  1. Σας αβέλω λατσαβαλέ, αβρακιάζομαι η κουρκουλετζού, γιατί δικέλω όλες τις ζουγκλολουμπίνες, τις λούγκρες, τους γκραν τζαζμπερντεροπουρούς και θεόμπαρα που γκουρτσαλιάζουν θρονιασμένοι παραντίκ στο Γραικοκάθικο. (Από το σκετσάκι "Ένας πούστης να μιλήσει", δες μήδι).
  2. Ετέθη δε το ερώτημα αν τοιουτοτρόπως εκφράζεται και στο τσαρδί της, η κρυφοκουρκουλετζού. (Μπουντουσουμού).
  3. Στη χούμση κιμπαροπουρό με λιμπερτόζα και ματσιάρα κουρκουλετζού βακουλοκρεμαστή κωλοτσιτσίρισε με νταμιρόκλυσμα το σκελοσάλιαγκα χωρίς σπανοκουκούλα κι ο τραχανάς η γιδοτεκνοσυντήρητη ζήτηξε τσουκτροκλάκα. (Μπουντουσουμού).

Στην αρχή

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο πανύβλακας!

- Τήρα τον τραμπάκουλα πως οδηγεί!
ή - Τι τραμπάκουλας! Ξέχασε το τσιγάρο αναμμένο και έκαψε την μισή μοκέτα!

(από allivegp, 30/04/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το «μπιπ» προέρχεται από την πρακτική αιδέσιμων τηλεσταθμών και ραδιοσταθμών να βάζουν ένα μπιπ πάνω από τα βρωμόλογα βρωμολόχων. Ως γνωστόν, οι σταθμοί αυτοί επιθυμούν να ακουστούν τα βρωμόλογα για να ανέβει η ακροαματικότητα κι έτσι τελείως φαρισαϊκά βάζουν ένα «μπιπ» μόνο, όπου μπορεί εύκολα να εικαστεί η βρισιά από τα συμφραζόμενα. Αυτό έχει οδηγήσει πολλούς σλανγκιστές να εντάξουν το «μπιπ» στον σλανγκικό λόγο τους με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Λ.χ.:

Το μπιπ κατεξοχήν σημαίνει «γαμώ». Εξ ου και η έκφραση «άντε μπιπ ρε». Ή λιγότερο συχνά «θα σε μπιπ», «μην μας μπιπ» κ.ο.κ. Τα παραπάνω μπορεί να τα πουν όχι μόνο εκόντες σλανγκιστές, αλλά και άκουσες σλανγκίστριες παρθενοπιπίτσες και των δύο φύλων.

Μία χρήση επώνυμου σλάνγκαρχου έχει γίνει από τον Γιώργο Μητσικώστα, όπου υποδυόμενος τον Τσουκαλά κυρίως, αλλά και άλλους λαϊκούς τύπους, όπως ο Τάκης Ψωμιάδης χρησιμοποιεί ευρέως τα «άντε μπιπ ρε», «θα μας μπιπ τα αρχίδια» και πολλά άλλα.

Πολύ παλιότερα (δίσκος «Μαλακά» αρχές 80ς), ο Χάρρυ Κλυνν έχει κάνει χρήση του μπιπ σε ένα τραγουδάκι, βλ. παράδειγμα.

Χαρρυκλυννικό συνώνυμο: μπλιμ μπλομ.

Ασίστ: Μες.

Κάποτε είχα γνωρίσει μια Μαίρη,
που είχε δυο μάτια γλυκά, φωτεινά,
μαζί περπατήσαμε χέρι με χέρι,
και αγαπηθήκαμε στα σκοτεινά.

Φοβόταν η Μαίρη μην έρθει ο παππούς της,
και μην μας τσακώσει σε κάποια γωνιά,
και λέω κι εγώ «λες να έρθει ο μπιπ,
κρυφά να μας στήσει καμιά παγανιά»;

Πίσω απ' τις λεύκες και τις ακακίες,
της είπα «για σένα η καρδιά μου πονά»,
και μού 'πε αυτή «μα μη λες μπιπ,
τα ίδια έχεις πει και σε άλλες ξανά».

Της είπα λοιπόν πως δεν είμαι της πλάκας, για μένα πεθαίνουν γυναίκες πολλές,
μπορεί να με λεν μα δεν είμαι μπιπ,
και δεν τις ανέχομαι τις προσβολές.

Θα φύγω μου είπε αφού δε σ' αρέσω,
κατάλαβα πλέον πως δε μ' αγαπάς.
Και τότε της είπα κι εγώ να σε μπιπ,
αφού την αγάπη μου δεν εκτιμάς.

Δε θέλω να φύγεις από την αυλή μου,
τα όσα μου κάνεις θα βγούνε ξινά,
μ' αν πάλι μου φύγεις κι εγώ στο μπιπ μου,
μιαν άλλη στη θέση σου θα βρω ξανά.

Να φύγεις λοιπόν δεν κρατάω κακία,
μονάχος τα βράδια μου θα ξαγρυπνώ,
θα παίζω άμα λάχει και μια μπιπ,
τον πόνο μου έτσι κι εγώ να ξεχνώ.

Θα γράφω τραγούδια για να βρω τη λύση,
πολύ πικραμένα μελαγχολικά,
γιατί ο μπιπ αν σ' είχα μπιπ,
ποτέ δεν θα μου 'φευγες οριστικά.

Τέτοια τραγούδια δε γράφω για άλλες,
γιατί ίσως θα πρέπει να λογοκριθούνε,
κι αν δεν τα περάσουν αυτές οι μπιπ,
από το ραδιόφωνο δε θ' ακουστούνε.

Ενα τραγούδι έχω γράψει όλο κι όλο.
το μόνο που μες την καρδιά μου γυρνά.
Μήπως θα πρέπει να δώσω και μπιπ,
στη λογοκρισία που δεν το περνά;

Βαρέθηκα απ' όλους ν' ακούω τα ίδια,
πως τέτοια τραγούδια δεν είναι σεμνά
και όμως μας έχουνε πρήξει τα μπιπ, από το ραδιόφωνο καθημερινά.

(από Khan, 26/03/11)

Δες και βάλε μπιπ στο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρησιμοποιείται και ως συνώνυμο του μαλάκας.

Εκ της γνωστής ατάκας του Χ. Κλυνν «δεν μας χέζεις ρε Νταλάρα!»

Τί είπε πάλι ο νταλάρας!

(από Khan, 19/03/15)

Δες και νταλαροειδές.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified