Further tags

Ομοιοκαταληκτική παροιμία, που εφιστά την προσοχή σε ανεξαρτήτως φυλετικού προσήμου συγχρωτιζομένους επί μακρών, ότι επίκειται λούτσος. Δηλαδή, αραίωνε και λίγο για θα πιάσουμε κορέους!

Στη «γαλάζια λίμνη» τα ξεμοναχιασμένα παιδάκια, από 'δω το φέρανε, από 'κει ήρθε, της τόνε φόρεσε της Μπρουκ ο τζες, n'est-ce pas;

Θυμίζει παλιό (40'ς-50'ς) μαθητικό κολομπαρίστικο (πάλι) πείραγμα: «Παράτα τα πηδήματα στο λέω για καλό σου, είμαστε συνομήλικοι τον ξέρω τον καημό σου»...

- Πού πάς;
- Πάω στου Γιώργου να διαβάσουμε.
- Πάλι στο Γιώργο; Γιατί εδώ σ' ενοχλεί κανένας; Το πολύ το σμίξιμο φέρνει και το μπήξιμο, αυτό λέω εγώ...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χιουμοριστική και οξύμωρη έκφραση που δηλώνει: Σε ακούω/σε παρακολουθώ, αλλά σε γράφω και στα παπάρια μου.

Πιθανώς προέρχεται από τον πανομοιότυπο στίχο του Τζιμάκου στο άσμα «Αλέκα». Ή, από τη γνωστή ρήση του Βολταίρου «διαφωνώ με όσα λες, αλλά θα υπερασπίζομαι και με την ζωή μου ακόμα, το δικαίωμά σου να λες όσα λες», δηλαδή σέβομαι το δικαίωμά σου στο κλανίδι μου.

Να μην συγχέεται με την έκφραση «σε φιλώ στον ώμο και με λές μογγόλο» (βλ. Γιοκαρίνη «κουαρτέτο στο Βόλο»), καθώς και «σου φιλώ την κλάνα που τη λένε Ιωάννα κι έχει το μαλλί αφάνα» κ.α., διότι δηλώνουν ακρόαση του ομιλούντος μεν, άμα τη αποχωρήσει του ακροατού δε, που θυμίζει το αμερικάνικο: Tell your story walking (= μίλα μόνος σου, κανείς δεν ενδιαφέρεται).

- Ρε, τί θα γίνει, μας έχουν πλημμυρίσει οι αλλοδαποί. Πού πάμε ρε; Συρρικνώνεται η Ελληνική Φυλή...
- Λες μαλακίες, το ξέρεις;
- Τί λες ρε, που δεν τολμάμε πια να περπατήσουμε στο δρόμο, στη γειτονιά μας!
- Καλά, σε γαμώ και σε υποστηρίζω...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σύνθετον εκ του πουρός (=γέρων) + τουρίστας.
Σημαίνει τον τσαχπίνη κι αμοράλ νεαρόν που περιδιαβαίνει τα ελληνικά νησιά το καλοκαίρι προκειμένου να ψαρέψει γυναίκες προκεχωρημένης ηλικίας (συνήθως αλλοδαπές), στις οποίες στη συνέχεια κάνει τα γούστα, έναντι αντιτίμου όχι απαραιτήτως χρηματικού (π.χ. ένα ακριβό δώρον, μια γνωριμία σε κύκλους εξουσίας κτλ).

Δηλαδή ζιγκόλα του θέρους.

Τα παλιά χρόνια, στου Ζωναρά και στην πλατεία Κολωνακίου, τα κομψότατα ζιγκολάκια κάθονταν και πίνανε μακαρίως τον καφέ τους, έως ότου κάποια μανδάμ σήκωνε όρθιο τον ακριβό αναπτήρα της να στηθεί στο τραπέζι, που σήμαινε: «Ψάχνομαι». Όλο και κάποιος ευγενής νεαρός θ' άναβε το τσιγάρο της βάβως...

(Βλ. σχετικά «Ο ζεστός μήνας Αύγουστος» με το νεαρό Φέρτη, «Ερωτικές ιστορίες» με το ζεν πρεμιέ Κούρκουλο κ.α.).

Σημειωτέον, ο Τζέι-Τζέι Ρουσσώ, ήτανε προστατευόμενος μια μεγαλοκυράς που τονε σπούδαξε γράμματα (και όχι μόνο).

- Είδες τον Μάκη κουρσάρα;
- Ε, καλά! Χρόνια πουρίστας ο Μάκης. Έχει λέει μια θεία στη Ρώμη και πάει κάθε τόσο και της τα μασάει...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κατάρα. Δηλαδή, ο κατηραμένος να έχει ετεροχρονισμένες στύσεις πάντα και μόνο σε χρόνο ακατάλληλο. Ήτοι, όταν ουρεί να κατέχεται απο κατουρόκαβλα, ενώ όταν επιδίδεται στο σεξάκι, η τσαπού του να γίνεται τρυφερότερη κι απο την καρδιά ενός μαρουλιού...

Εξυπονοείται η πρόταση: Που να σου γίνει / που να σου καμωθεί / που να την έχεις κτλ (πριν την κατάρα).

- Τελικά, σ' έκλασε ο Χρήστος. έ;
- Ναι, πανάθεμάτονε και τα' φτιαξε και με κείνη τη σακαφιόρα τη Ντέππυ, που μολύβι στο κατούρημα, μπαμπάκι στο γαμήσι να την έχει, ο πούστης!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μεταφράζοντας σημαίνει: «γαμήθηκαν (ή γαμιούνται) σαν τα σκυλιά καταγής».

Κοινώς το βουκολικό σεξ, το σεξ στην φύση.

Πέρναγα από το χωράφ τις προάλλες και είδα την (εδώ προσθέτετε όποια επιθυμείτε) και τον (εδώ πάλι προσθέτετε όποιον επιθυμείτε) που γαμιώσαντε σαν τα σκλιά καταής. Τα άστρα προσμέτραγε με πλάτη στο λιβάδι.

Βλ. σχετικό γαμιέται σαν σκύλα, αλλά και άλλα σεξουαλικά βουκολικά όπως γιδογάμης, γαϊδουρογάμης

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

(Χιουμοριστικόν): Το κατά μόνας κανάκεμα της κοκκώνας τινός, προσιδιάζον τον (ατελή) αυνανισμό. Δηλαδή, πρόκειται περί ομιλούσης ημιμαλακίας, προς αβγάτισμα του μεγέθους της ζουφώσασας -ένεκα αχρησίας- τσουτσούνας και για λόγους αποκαταστάσεως της τρωθείσης αυτοεκτιμήσεως.

Τα ταχταρίσματα ή νταχτιρ(ι)ντίσματα που κάνανε οι μανάδες / παραμάνες στα βρέφη, είναι γνωστό αντικείμενο της λαογραφίας, άλλωστε διδάσκονταν μέχρι πρότινος και εις το σχολείον (βλ. ανθολόγιο πράσινο και κίτρινο), π.χ.

[i]«νταχντιρ(ι)ντί του λέγανε και δε μου το παντρεύανε (κ.τ.λ.)», «το παιδάκι μου το ρούσο να το πλύνω να το λούσω (κ.τ.λ.)» κ.α.[/i]

Εις πλείστους πολιτισμούς, η λουλού προσωποποιείται ως υποκείμενον: φίλος, παιδί, ή αντικείμενον: φίδι, χοιρινόν, γαριδάκι, λουκάνικον, σπάθη, λάσο, σφενδόνη, λάστιχον, κορδόνι, πτηνόν και εν πάσει περιπτώσει (τόση κι άλλη τόση) οι Γάλλοι την αποκαλούν με τον μη κολακευτικό όρο: «mon petit frere» (ο μικρός μου αδελφός).

Τα ταχταρίσματα δεν πρέπει να συγχέονται με τα νανουρίσματα, γιατί αυτά έχουν ως σκοπό να αποκοιμηθεί το βρέφος (και να ησυχάσει η μητέρα), ούτε με τους Ταχτατζήδες (κρυφοχριστιανούς της Ανατολίας που πετσοκόψανε οι νεότουρκοι). Είναι δε άγνωστο, εάν οι μανάδες έλεγαν στο παρελθόν λιγότερα νανουρίσματα, εφόσον δεν τα χρειάζονταν, δεδομένου ότι πότιζαν τα παιδάκια με λάβδανο ή αφιόνι, π.χ. ακόμα και μέχρι πριν καμιά 50αριά χρόνια στην Κρήτη ή στη Μακεδονία που το έλεγαν μάκο (=μήκων-η υπνοφόρος-στα-ντόπια) για να ξεραθούν.

Εν προκειμένω όμως, το ζητούμενο δεν είναι η ύπνωση, αλλά τουναντίον η αφύπνιση της τσαπούς ταις παραινέσεσιν οίκοθεν ταχταρισμάτων, ελλείψει στοργικής αντισυμβαλλομένης...

Ας θυμηθούμε το γνωστό ανέκδοτο με τον εν λεωφορείω μαλακισθέντα οδηγόν, άδοντα το «αχ κουνελάκι-κουνελάκι», προϊόντος του προκεχωρημένου της ώρας, δεδομένου ότι έδει μαλακισθήναι εις τας πέντε ακριβώς ίνα μεγεθύνη το μόριόν του, κατ' ιατρικήν επιταγήν, όπως άλλωστε και η πληροφορήσασα αυτόν περί του προκεχωρημένου της ώρας επιβάτις, ήτις βυζεμαλακίζετο, προκειμένου να αυξηθή ο όγκος των ημιυπαιθρίων της, άδουσα το «μια ωραία πεταλούδα»(!)

Επί παραδείγματι, ιδέ γνωστόν σχολικό ποίημα, δίκην ταχταρίσματος:

[i]«Ω πούτσα μου πώς κατήντησες, εσύ σε τέτοιο χάλι, που όταν έβλεπες μουνί, γινόσουνα μεγάλη;
Αγρίευες και θέριευες, γινόσουν άνω-κάτω
και ξέσκιζες της καθεμιάς τον μούνο και τον πάτο. Τώρα, κλεισμένη στο βρακί, δε μου ζητάς παιχνίδια, μόνο που αναπαύεσαι στα ένδοξά σου αρχίδια.»[/i]

Μεταφορικώς το ταχτάρισμα εξομοιούται προς την μαλακίαν, ήτοι σημαίνει: κωλοβαράω, μαλακίζομαι, πουτσίζω, ψωλάρω, τον παίζω = είμαι άεργος, οκνός, νωθρός, κωλυσιεργώ κ.τ.λ.

Σημείωση: Η «κολλεχτίβα» παρά τοις εξορισθέσιν εις ξερονήσα διστειχισμένους κομονισταίς εργάταις, εξελαμβάνετο ως «κωλοχτύπα»...

(Συνεργείο)
- Την έλυσες τη μηχανή;
- Τώρα, να αυτό κάνω...
- Τόση ώρα; Απ' το πρωί κάθεσαι εκεί πέρα μόνος σου και την ταχταρίζεις; Έλα κάνε γρήγορα και μας έχει φύγει η μαγκιά στη δουλειά!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ελληνογαλλική συμμαχική λέξη: κωλόπαιδο. Κώλος + enfant (= παιδί), ήτοι το εκ του αφεδρώνος τεχθέν (μεταφορικώς) ή συλληφθέν (κυριολεκτικώς) παιδί, δια της μεθόδου του μπα(ν)τανά (βλ. λήμματα: μπατανόπιασμα / μπαντανόπιασμα, πινέλο).

Μπινελίκι εισαγωγής, χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον επί της δεύτερης καραμανλοκρατίας, δώρο του Ντεστέν στο «φρύδια», που την κουβάλησε στον διπλωματικό του σάκο μαζί με τη δημοκρατία, κάτι μιράζ και υποσχέσεις εισδοχής στην Ε.Ο.Κ.

Αποπνέει μια δροσερή εξωτική εσάνς και φοριέται και στο δεξί σαν κόσμημα, με παρασόλι και αποικιακή κάσκα.

- Τσιμπάει μπάρμπα;
- Μπαρμπαριά και Τούνεζι να σε κόψει. Φύγε απο δώ βρέ κωλανφάν και μου διώχνεις τα ψάρια!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χιουμοριστική παραλλαγή του τίτλου τραγουδιού «Έρωτά μου αγιάτρευτε».

Έκφραση που θα μπορούσε να αναφωνηθεί όταν γινόμαστε μάρτυρες της διέλευσης σε κοντινή απόσταση, μιας αιθέριας υπάρξεως -λ.χ ενός Λίλιαν. Υπονοούμε φυσικά ότι ο μόνος τρόπος για να θεραπευθεί ο tweety μας είναι η συνεύρεση με την εν λόγω ύπαρξη.

- Ρε για δες ένα γκομενάκι που έχει σταματήσει μπροστά από τη βιτρίνα του ρουχάδικου!
- Αχ.... πέοντά μου αγιάτρευτεεεε...

Το ορίτζιναλ του Κόλια (από Khan, 09/11/13)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παροιμιώδης έκφραση, που αφενός απηχεί λαϊκή δοξασία, ερειδομένη σε προφητεία του Νοστράδαμου, ότι συν τω χρόνω, το γυναικείο αιδοίο θα περιέλθει σε αχρησία, αντικατασταθέν υπό του απηυθυσμένου (βλ. ο κώλος είναι το μουνί του μέλλοντος), αφετέρου διατυπώνει μια νοσταλγική απογοήτευση αλλά και αγανάκτηση για το γεγονός, ότι την σήμερον ημέραν, ορισμένες παλιές αξίες υποκαταστάθηκαν από αναντίστοιχες και σαφώς υποδεέστερες συνήθειες ή προτιμήσεις, οι οποίες καταλαμβάνουν ταχέως και θρασέως έδαφος.

Η έκφραση, χρησιμοποιείται στα βιβλία του Χρόνη Μίσιου και αλλαχού.

Δηλ. Κάθε πέρσι και καλύτερα, Κοίτα που πήρε φόρα η βαζελίνη και ζητάει μερτικό από το γαμήσι (Χάρρυ Κλύνν), δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται κ.α,

-Χτες το βράδυ, βγήκε ο κερατάς ο Κότσιρας και τραγούδησε πάλι το «χάρτινο το φεγγαράκι» πανάθεμάτονε !
-Τώρα βλέπεις, βγήκανε οι κώλοι και μπαταλιάρανε τα μουνιά! Άμα ζούσε ο συχωρεμένος ο Χατζηδάκις, δε θα τον άφηνε το τζιτζιμιτζιχότζιρα, ούτε τη μπαγκέτα να του κουβαλάει...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σημαίνει βάλ'τα στον κώλο σου. Εκ του πάτος = κώλος.

Συνώνυμα: πατάκλα, τάχας, γλόμπος, κλανιάς, κλάνα, κωλάθρα, κεφτές, κτλ.

Κλασική φράση, που απηχεί αντίληψη, οτι ο απηυθυσμένος είναι το ύστατον δοχείον!

Η δε χωρητικότης του κώλου φέρεται ότι ποικίλει αναλόγως στο άτομον, όπως γνωρίζουν ακόμη και τα σχολιαρόπαιδα. Ιδού (ενδεικτικός) κατάλογος παλαιών σχολικών λεκτικών αντιδικιών, σε σχέση με το βάθος και την χωρητικότητα του κώλου, τινός συμμαθητού:

  • Στο δικό μου δε χωράει - στο δικό σου κολυμπάει!
  • Στο δικό μου κάνει κρος - στο δικό σου μοτοκρός!
  • Στο δικό μου κάνει τούμπες - στο δικό σου κωλοτούμπες!
  • Στο δικό μου κάνει κράκ - στο δικό σου πατατράκ!
  • Στο δικό μου έχει φρένα - στο δικό σου μπαίνουν τραίνα!
  • Στο δικό μου έχει σχόλη - στο δικό σου μπαίνουν όλοι! κ.α.

Γνωστό είναι επίσης το δήθεν αφελές σχολικό ερώτημα : «Έχω τόση, πόση έχεις;» κάνοντας χειρονομία με τον δείκτη και τον αντίχειρα, προκειμένου για μικρό μέγεθος, οπότε το ανυποψίαστο θύμα, νομίζοντας οτι πρόκειται περί ψωλής, σπεύδει να υπερθεματίσει του φαλλού του: «Τόοοοοοοοση» (με έκταση των χειρών εις το άπειρον =τεραστίων διαστάσεων). Τότε ο ερωτήσας επισημαίνει: «Για κωλοτρυπίδα έλεγα...»

Βέβαια, ως σχολικά παραδείγματα, είναι αρκετά αφελή, αφού εις πλείστας περιπτώσεις, ο λέγων παραδέχεται κατάτι την κωλοφαρδία του. Αυτό διορθώνεται με τον καιρό, όταν ενηλικιωθεί και καταλάβει την σημασία των καταστάσεων, οπότε δηλώνει προς αποφυγήν παρερμηνεύσεων: «Εμένα ο κώλος μου γράφει απ' έξω exit only...»

Ως έκφρασις, χρησιμοποιείται και με θυμό, όταν κάποιος δεν θέλει να δώσει κάποιο αντικείμενο (π.χ. λεφτά), ή το δίνει εν τέλει μετά από πολλές τσιριμόνιες, οπότε ο ζητών έχει ξενερώσει.

Λέγεται συχνότατα με φιλοπαίγμονα διάθεση ως απάντηση στο: «Κι αυτό, πού να το βάλω;» Εξυπονοείται ότι τοιαύται ερωτήσεις δέον να αποφεύγονται, εκτός και αν ο ερωτών έχει έτοιμη την απάντηση και την σερβίρει ως: «Κι αυτό τί να το κάνω, να το βάλω πίσω μου;»

Η παράδοση λέει, ότι όταν η Ελισάβετ η Α' της Αγγλίας έχρισε Σερ τον Φράνσις Ντρέηκ (το ακάθαρμα), ο οποίος ήταν βρωμύλος πειρατής μεν, προσέφερε τα μέγιστα στο Βασίλειον βυθίσας ουκ ολίγες ισπανικές καραβέλλες δε, τονε πήγε μαζί με το τσούρμο του, ντυμένους στα χρυσά, για να παρακολουθήσουν θεατρική παράσταση του φημισμένου ελισαβετιανού θεάτρου (για να γίνουν άνθρωποι). Στην πορεία του έργου, υφίστατο σκηνή, κατά την οποία κάποιος ηθοποιός έλεγε την ατάκα «Ω Θεέ μου! Πού να το βάλω; Πού να το βάλω;» κρατώντας ένα κηροπήγιον. Τότε, ο Σερ Φράνσις Ντρέηκ, αριστοκράτης πλέον, για να προλάβει τα χειρότερα, απευθύνθηκε στο τσούρμο του φωναχτά:

- Ρε σεις! Όποιος από σας, πει μπροστά στην κυρία Βασίλισσα, «να το βάλει στον κώλο του», θα τον αφαλοκόψω!

Η Αυτής Μεγαλειότης, γέλασε διακριτικά...

  1. - Ρε συ, δώσε μου που σου λέω τρία κατοστάρικα και στα δίνω μεθαύριο. Τα 'χω ανάγκη.
    - Γιατί, στα χρώσταγα ;
    - Καλά, ρίχτα στον πάτο σου, μαλάκα!

  2. (Συνεργείο) - Μήτσοοοο! Περισσεύουνε δυό καλώδια, τι να τα κάνωωωωωω;
    - Ρίχτα στον πάτο σουουουου!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified