Από το λατινικό grosso modo, όπου grosso: μεγάλος και modo: δρόμος.

Η έκφραση παραπέμπει σε αόριστο προσδιορισμό, συνήθως αξίας ή ποσότητας και χρησιμοποιείται από επαγγελματίες που προσεγγιστικά θέλουν να προσδιορίσουν τα παραπάνω προκειμένου να εκτιμήσουν αν μια επένδυση είναι συμφέρουσα ή όχι, στα πλαίσια μιας πρόχειρης προμελέτης.

Συνώνυμα: αδρομερώς, προσεγγιστικά, χονδρικά, σε γενικές γραμμές, χωρίς λεπτομέρειες κ.α.

- Πόσο πάει το τετραγωνικό φατούρα ρε μάστορα;
- Ε, τώρα τι να σου πω. Εξαρτάται τα υλικά.
- Έλα μωρέ τώρα, γκρόσο μόντο πες μου.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τα σκατά, στα ποδανά.

Οι παλαιότεροι διασκέδαζαν το μαύρο χάλι τους με το όνομα του Henry Tasca, άλλοτε πρέσβυ των ΗΠΑ στην Αθήνα και παρασκηνιακού δάκτυλου του κυπριακού και της μεταπολίτευσης: Tasca-tasca-tasca-ta.

Απέλπιδα κραυγή άτυχου σπερματοζωαρίου προς τους συντρόφους του:

- Προδοσία λεβέντες, πέσαμε στα τασκά!

Να ζήσουμε να τον θυμόμαστε... (από joe909, 22/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τηλεφώνησέ μου

- Θα σε κολλάρω το απόγευμα να πάμε για μπάλα.

callόπαιδα (από MXΣ, 20/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κολλάω.
1) σταματάω να λειτουργώ
2) κολλάω σε αυτό που γουστάρω

- Καλά ε, αυτός έφαγε πατάτα.
- Ναι, δεν ξεκολλά με τίποτα.

Δες και ρίχνω, τρώω, πέφτω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χαλάρωσε.

-Με παράτησε ρε, δεν θα την ξαναδώ. (μεγάλη στενοχώρια και κλάμα)
-Κούλαρε υπάρχουν και καλύτερες...

Σχετικά: αού, κουλ, κουλαριστά, κουλέζικα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Φοβερό + Τρομερό

- Μαλάκα, κέρδισα 50.000 ευρώ στο τζόκερ.
- Έλα ρε, αυτό είναι φομερό!

(από Khan, 20/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εις την κρητικήν: σκαλίζω, αναμοχλεύω. Συνηθέστερη χρήση: για όσους σκαλίζουν τη μύτη τους, ιδίως για εκείνους που επιδίδονται σε πραγματική ανασκαφή και ο δείκτης τους σχεδόν χαϊδεύει μέρος του μυαλού τους.

  1. Οι άντρες αδυνατούν να καταλάβουν πως τους βλέπουμε στα φανάρια όταν ξαγκλούν τη μύτη τους.

  2. Στη Σάμο, όλοι ανεξαιρέτως ξαγκλούν τη μύτη τους έτσι! Δημόσια, χωρίς καμιά αιδώ! Σου μιλάνε και ξαγκλούν τη μύτη τους λες και περιμένουν να βγει ο θησαυρός από εκεί!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κάνω κάτι δικό μου, κτήμα μου. Το ρήμα αναφέρεται σε:
α) Πρόσωπο
β) Πράγμα
γ) Θέση

α) Πρόσωπο
Στα γενέθλιά του ήρθαν κι οι φίλες της αδερφής του. Σκάει η Αναστασία, ένα ψηλό 1.75 και το αρχίζει μετά από καμιά ώρα στα φασώματα. Ε στο τέλος την καπάρωσε. Τώρα πάνε για γάμο, σιγά μη το άφηνε τέτοιο άλογο.

β) Πράγμα
Έχω ήδη καπαρώσει την νέα BMW. Έσκασα την προκαταβολή και την περιμένω το Σάββατο.

γ) Κοίτα τον πούστη με την Aprilia, καπάρωσε τη θέση parking κι εκεί χωράει να παρκάρει ένα ολόκληρο αμάξι.

(από HardcoreGR, 20/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συνώνυμο του μουνοπηγή, με τη διαφορά ότι η μουνοφωλιά αφορά μόνο το μέρος όπου συχνάζουν θεόμουνα.

Έκανα γενέθλια στο Circus στα Εξάρχεια κι άνοιξα μπουκάλι. Το μαγαζί είναι σκέτη μουνοφωλιά ρε μαλάκα. Σκέψου ότι είχαμε 10 γυναίκες γύρω μας και φύγαμε με 3 τηλέφωνα!

(από HardcoreGR, 20/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κάθε άτομο ή μέρος όπου συχνάζουν μουνιά, κυρίως μούναροι.

1 (άτομο): Μαριάννα, δε παίζεσαι ρε. Τη μία μου γνώρισες την Ιωάννα, χώρισα και τώρα στα καπάκια μου έψησες σκηνικό με τη Ράνια. Σκέτη μουνοπηγή είσαι!

2 (μέρος): - Χθες πήγα στο Γκάζι, έκατσα λίγο στο Gazzarte και δεν έπαιζε τίποτα. Μόνο ζευγάρια και ψωλαρία.
- Τζάμπα ταλαιπωρία δηλαδή, ε;
- Όχι, ευτυχώς μετά πήγαμε Socialista και πάθαμε πλάκα. Μουνοπηγή το μαγαζί σου λέω. Είχε δύο Bachelor party με γυναίκες κι έγινε της πουτάνας.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified