Όταν κάποιος κάποιος τρελένεται, ταράζεται, εκλπήσσεται , η πιο ακριβής περιγραφή για τη λέξη Μάντι είναι "σκάει επιληψία".

Μαλάκα δε φαντάζεσαι τι έγινε χθές τρελό μάντι μαλώσανε οι γείτονες και βριζόντουσαν στο δρόμο.

Δεν αντέχω να διαβάσω άλλο έχω σκάσει μάντι θα τα παρατήσω.

Καλά ο Νίκος είναι full μάντις άμα του πεις τίποτα σηκώνεται και φεύγει.

Got a better definition? Add it!

Published

Γαλοπούλα λέμε κάποιο άτομο όταν του συμβαίνει κάτι και κάνει σαν να έχει πάθει επιληψία , ταράζεται και γενικότερα τρελένεται, ή σκάει Μάντι

Ρε ο Φάνης κόπηκε πάλι με 3,5 στο μάθημα και μεταμορφώθηκε σε γαλοπούλα

Ηρέμησε ρε μαλάκα μην κάνεις σα γαλαπούλα άραξε όλα καλά θα πάνε

Καλά έπρεπε να δείς τον Γιώργο όταν έχασε στο fifa τρελή γαλοπούλα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χαρακτηρισμός(μερικές φορές και ρήμα: σμιγγολιάζω, ή και μόνο του σαν πράξη) που αποδίδεται σε κάποιον/α όταν κλείνεται σπίτι του, αποφεύγει κοινωνική αλληλεπίδραση και τον κάνει να νιώθει άβολα, δεν πλένεται , δεν φροντίζει τον εαυτό του και χαλάει το χρόνο του στο βρώμικο του σπίτι χώρις να κάνει τίποτα παραγωγικό.

Ρε μαλάκα ο Γιάννης έχει γίνει σμίγγολας πάλι κάθεται σπίτι παίζει παιχνίδια και τρώει πίτες δύο βδομάδες συνεχόμενα.

Καλά η Ελένη έκανε τρελό σμίγγολ πέρασε απο δίπλα μου τις προάλλες και δε με χαιρέτησε.

Ρε μαλάκα σμίγγολ κάνε ένα μπάνιο να πάμε για μια μπύρα με γαμιέσε.

Got a better definition? Add it!

Published

Αυτοπροσώπως. Λέγεται με περιπαικτική/υποτιμητική διάθεση.

Τηλεφωνική συνδιάλεξη: - κ. Κώστα, για το άνοιγμα νέου λογαριασμού στην τράπεζά μας απαιτείται η προσκόμιση των απαιτούμενων δικαιολογητικών και η φυσική παρουσία σας. - Άσε μας κουκλίτσα μου! 10 χρόνια μπαινοβγαίνω στην τράπεζα και με ξέρετε σαν κάλπικη δεκάρα. Τι να την κάνεις την αυτομούτσουνη παρουσία μου; Θα σου στείλκω τα χαρτιά με τον μικρό!

Got a better definition? Add it!

Published

Όταν κάτι σου φαίνεται γελοίο, σου χτυπάει άσχημα στο μάτι, σου προκαλεί αηδία.

Κρίντζαρα πoυ βγήκε και τραγούδησε η Ηλλιάνα το μοντέλο άθια φωνή.

Καλά όταν βλέπω να φιλιούνται αυτοί οι δύο κριντζάρω πολύ.

Got a better definition? Add it!

Published

Νιώθω έντονη αποστροφή και αηδία, φρικάρω.

Τι λένε ότι έχει καλή φωνή, εγώ τον ακούω και κριντζάρω κανονικά!

Got a better definition? Add it!

Published

Κάποιος που προσπαθεί με πονηρία να πάρει πράγματα απο εσένα, να αναδείξει τον εαυτό του ή να κρατήσει κάτι μόνο για αυτόν με ανέντιμο και ύπουλο τρόπο.

Ο Νίκος ο εβραίουλας έφαγε όλη την πίτσα την ώρα που πήγα τουαλέτα.

Ο εβραίουλας ο συγκάτοικος μου περιμένει να πάρω εγώ χαρτί υγίειας για να μη χαλάσει λεφτά

Ο Τόλης ανέβασε φωτογραφία απο χθές το βράδυ μάζι μας για να δείξει ότι πάρταρε, ενώ απλά ήρθε να μας χαιρετήσει, ο κωλοεβραίουλας.

Got a better definition? Add it!

Published

Απο τη γνωστή παραλλαγή του γέλιου χιχιχι. Αυτοί που λένε ψέμματα για χαζά θέματα, αυτοί που κάνουν κάτι χαζό ή πονηρό και δεν το παραδέχονται.

Οι άλλοι οι κωλοχιχίδες λένε πως δέν έχουν λεφτά για να βγούν ενώ παραγγέλνουν κάθε μέρα pizza.

Καλά ο Δημήτρης είναι τέρμα χιχής κάθεται και λέει ότι πέρνει πτυχίο ενώ χρωστάει τη μισή σχολή

Χθές πήγαμε για μπύρα με τις φίλες της Ελένης και καθόντουσαν και ψιθύριζαν μόνες τους για μένα ενώ καθόμουν απέναντι full χιχί.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

΄Άνδρας, ώριμος, της ερωτικής μάχης μπαρουτοκαπνισμένος. Αναζητά και ενίοτε επιτυγχάνει, χωρίς περιστροφές, άσκοπα λόγια και φιάλες με ακριβή αλκοόλη, την ερωτική συνεύρεση με γυναίκες κοινών ενδιαφερόντων.

Ο Σέβος ο σοβαρογάμης μόλις έδεσε το καΐκι, φόρτωσε την βυζαρού στο παπάκι και έγινε καπνός. Ο άλλος ο χαζοκάυλης Ο Ποθητός, ο χαφταλέυρας ακόμη είναι με την κοντή και τις φίλες της στο μπαράκι με το δεύτερο μπουκάλι Belvedere και έχουν ακόμη μέλλον...

-

Got a better definition? Add it!

Published

Μην μπερδεύεστε. Το λήμμα δεν αποτελεί ούτε προσταγή, ούτε προτροπή. Είναι επιθετικός προσδιορισμός που χαρακτηρίζει περιφραστικά μια γυναίκα θελκτική, παθιάρα, με ωραίες αναλογίες και καμπύλες, με σαγηνευτικό ντύσιμο και βλέμμα, έναν κόμματο, μια μουνάρα, μια θεογκόμενα και πάει λέγοντας.

Ο αφηγητής στην αντροπαρέα: -Κι εκεί που καθόμαστε στο καφέ, σκάει η Σούλα μαζί με την ξαδέλφη της απ το χωριό, που ήρθε να την δει στην Αθήνα. Μια γκόμενα, μα τι γκόμενα ?! :"μαζευτείτε να την παίξουμε".

Got a better definition? Add it!

Published