Το άτομο που δεν ξέρει τίποτα, το κούτσουρο.

- 124 ευρώ διά 10 άτομα;
- ...
- Πες ρε μαλάκα, αφού είμαι σκράπας στα μαθηματικά!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το άτομο που δεν ξέρει τίποτα ή είναι χαμηλών πνευματικών δυνατοτήτων, ο σκράπας.

- (γύρισμα σελίδας) Ποιος είναι ο Αλογοσκούφης ρε ΄συ;
- Καλά, είσαι τελείως κούτσουρο μιλάμε...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πάρα πολύ στενός φίλος - υπερθετικό του κολλητός (πεπαλαιωμένος όρος).

- Πες μου Μάκη, και είσαι κολλητός με τον Ψινάκη;
- Αυτοκόλλητος Μιμή - θα σε κάνω Βανδή...

(από Khan, 26/12/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πολύ στενός φίλος (πεπαλαιωμένος όρος).

- Ποιοι θα πάτε Στρέφη;
- Εγώ και καναδυό κολλητοί...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Slang παλαιάς φρουράς. Δηλώνει πώρωση, φανατισμό, και απόλυτη αφοσίωση - κάτι σαν τα ακόμη αρχαιότερα «και ξερό ψωμί» και «ψωμί, ελιά, και Κώτσο βασιλιά».

Μπάοκ και τα μυαλά στα κάγκελα ρε κουφάλες!

(από Khan, 16/03/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο μαλάκας - πατρινή διάλεκτος.

Ουστ, ρε παλιομινάρα!

(από Khan, 16/09/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέγεται ειρωνικά για να δηλώσει ότι κάτι δεν πρόκειται να γίνει.

- Κάτσε να φέρω τριάρες τώρα ρε αρχίδι και θα δεις!
- Θα μου κάνεις τα τρία δύο...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παλιός όρος που αντικαταστάθηκε από τους τα σπέρνω και τα σπάω - είμαι πολύ άτομο, τα πάω πολύ καλά σε κάτι, νικάω κ.τ.λ.

- Θα σας σκίσουμε την Κυριακή, γαυράκια!
- Θα μας κάνετε τα τρία δύο, κωλοχανούμια...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είμαι καταπληκτικός, άπαιχτος, ανεπανάληπτος!

Καλοί οι Satan's Rejects, αλλά οι Censored Sound σπείρανε!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τεράστια μαλακία-έκφραση, που λανσαρίστηκε από την τηλεοπτική σειρά «Δέκα Μικροί Μήτσοι» του Λάκη Λαζόπουλου (αρχές-μέσα '90). Χρησιμοποιούνταν με την έννοια του «πάμε έξω;».

- Ουφ... το βαρέθηκα το dungeons and dragons... πάμ' πλατεία;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified