Χρησιμοποιείται για να τονίσει την κατάσταση κάποιου μετά από πραγματικά υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.

Συγγενικό λήμμα με διάφορα άλλα που φανερώνουν την σχέση που έχει η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ με την αδυναμία ελέγχου και των πιο απλών λειτουργιών του σώματος (στην προκειμένη περίπτωση τον έλεγχο του σφιγκτήρα του πρωκτού).

- Πώς πέρασες χθες ρε;
- Άσε μαλάκα, έχεσα παντελόνια...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Προερχόμενο από τον γάλλο ποδοσφαιριστή Youri Djorkaeff, διεθνή την δεκαετία του 90, χρησιμοποιείται για να υπογραμμίσει την «ποιότητα» - ομορφιά μιας γυναίκας.

Ανεξήγητος ο λόγος που οδήγησε στην γέννηση του εν λόγω λήμματος, μάλλον πρόκειται για τον συνδυασμό της ποιότητας που χαρακτήριζε τον ποδοσφαιριστή Τζορκαέφ στο παίξιμό του, σε συνδυασμό με το εύηχο (;) και κάπως παράξενο επώνυμο που παραπέμπει σε κάτι «ευγενικό» και πολύτιμο.

- Πω πω φίλε, τζορκαέφ η γκόμενα ...

Ο Τζορκαέφ (από poniroskylo, 21/02/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ουσιαστικά πρόκειται για «αδελφό» λήμμα με τα τιγκανά, τιγκανά ολέ ολέ, Τηγκανόπουλος κλπ.

Υποδηλώνει άμεση τάση για φυγή και προέρχεται από τον γνωστό γάλλο ποδοσφαιριστή Jean Tigana, γνωστό για την ταχύτητά του, του οποίου το επίθετο μοιάζει με την φράση «την έκανα» (έχω ήδη φύγει).

Ο Τιμούρ (και) Κετσπάγια προστίθεται για να δώσει ακόμα μεγαλύτερο ειδικό βάρος στην δήλωση.

- Μαλακία φαίνεται το πάρτυ, λες να τη κάνουμε; - Αμέ, Τιγκανά Τιμούρ και Κετσπάγια..

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τρίπτυχο που λακωνικά περιγράφει την ευτυχή κατάληξη ενός φλερτ.

Μπορεί να γραφτεί και ως: Α-μου-κάτσει, Α-μουνί-κε, Ρουφάει...

Εμπνευσμένο από τρεις διεθνείς νιγηριανούς ποδοσφαιριστές της δεκαετίας του 90:

Daniel Owefin Amokachi
Emmanuel Amuneke
Peter Rufai

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως οι δυο πρώτοι (Αμοκάτσι-Αμουνίκε) ήταν επιθετικοί, ενώ ο Ρουφάι ήταν τερματοφύλακας. Λεπτομέρεια που προσδίδει επιπλέον σημειολογική ομορφιά στον ορισμό.

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με το λήμμα Χοσάδας (ο)

  1. - Τι λέει το πάρτυ;
    - Καλά μωρέ, τα κλασσικά... Αμοκάτσι, αμουνίκε ρουφάι.

  2. (μέρος του λήμματος σε ερώτηση): - Σου φαίνεται καλή αυτή;
    - Ναι, αλλά αν αμοκάτσι αμουνίκε, λες να ρουφάι;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εμπνευσμένο από τον παλαίμαχο τερματοφύλακα του ΟΦΗ (;) Βαγγέλη Χοσάδα, ο όρος «Χοσάδας» χρησιμοποιείται για να περιγράψει τολμηρό άνδρα που δεν φοβάται να φλερτάρει.

- Πάλι σε γκόμενες μιλάει ο Γιώργος;
- Ναι ρε, είναι μεγάλος χοσάδας αυτός..

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ψωλούμπα (η): Αντικαθιστά επάξια τον ξενέρωτο όρο «γυμνισμός».

  1. - Πάμε στο λιβάδι για μπάνιο;
    - Ναι αμέ, εκεί παίζει και ψωλούμπα ε;
    - Ναι ρε, εκεί τίγκα ψωλούμπα είναι..
  2. (Παρατηρώντας τύπο ψωλούμπα που είναι ομοιόμορφα μαυρισμένος, χωρίς το χαρακτηριστικό σημάδι από το μαγιό)
    - Καλά, αυτός όλο το καλοκαίρι ψωλούμπας θα ήταν...

Άλλες χρήσεις:

Υπάρχουν και άλλα συνθετικά / συνώνυμα κλπ του όρου:

Γεροψωλούμπας (συνηθισμένο είδος), δειλοψωλούμπας (ο φοβιτσιάρης, μοιάζει και με τον πρωτοψωλούμπα), κωλούμπα (η μπρούμυτη ψωλούμπα), hardcoreψωλούμπας (αυτός που κάνει ψωλούμπα σε παραλία με μη-ψωλούμπες) κλπ κλπ..

Δες και -ούμπα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συνηθισμένη βρισιά πατέρα φίλου μου, που μου αρέσει ιδιαιτέρως. Το ξεστομίζει άτακτα όταν είναι εκνευρισμένος, με την παραμικρή αφορμή, και χωρίς συγκεκριμένο στόχο. Δηλαδή, ενώ μοιάζει να απευθύνεται σε κάποιον, περισσότερο είναι λεκτική εκτόνωση των νεύρων του... (Περίπτωση 1)

Μπορεί βέβαια κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί και απευθείας προς κάποιον, περίπτωση κατά την οποία αποδεικνύεται εξαιρετική βρισιά. Και τον γαμάς, και εκ προοιμίου δηλώνεις πως έχει τα χάλια του. (Περίπτωση 2)

Μπορεί βέβαια να χρησιμοποιηθεί και φιλικά, με παιχνιδιάρικη διάθεση... (Περίπτωση 3)

Σε όλες τις περιπτώσεις, είναι βρισιά που γεμίζει το στόμα και την απολαμβάνεις...

  1. (Κοιτάζει κάτι υγρασίες που έχει βγάλει το σπίτι ενώ ο γιος του τον ρωτάει...)
    - Ρε πατέρα, έχεις δει τα βατραχοπέδιλα;
    - Άσε με ρε, γαμώ τα χάλια σου...

  2. (γενικό και αόριστο): - Τι θέλει πάλι, γαμώ τα χάλια του...

  3. (φιλικό - παιχνιδιάρικο): - Τι λέει, καλημέρα! - Επ, πού 'σαι ρε γαμώ τα χάλια σου!

Δες και γαμώ + αντικείμενο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified