Έκφραση που δηλώνει χάλια κατάσταση προσώπου, πράγματος, ή κατάστασης.

Προέρχεται από την περίπλοκη και πολυσχιδή μορφολογία του μουνιού. Ο καλλιγραφικός προσδιορισμός εντείνει την όποια περιπλοκότητα ακριβώς όπως συμβαίνει και με την καλλιγραφική γραφή, δεδομένης δε και της υγρής υφής (χύσια, ούρα, σάλια και άλλες σωματικές εκκρίσεις) που σε πολλές περιπτώσεις απαντούν στο μουνί, η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο.

  1. - Ο Μήτσος σουτάρισε το καινούριο Alfa Romeo του μπαμπά του. Ευτυχώς δεν έπαθε τίποτα.
    - Το αμάξι;
    - Μουνί καλλιγραφίας έγινε. Πάει για απόσυρση.

  2. Ρε, τι γίνεται 'δω μέσα; Τ' άφησα τζιτζί και τα βρίσκω μουνί καλλιγραφίας!

  3. Δε φτάνει που μου βάφτηκε σαν την πουτάνα, την πήραν και τα κλάματα, άστα. Μουνί καλλιγραφίας έγινε! Τη λυπήθηκα την κακομοίρα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση άγνωστης ετυμολογίας και προέλευσης που χρησιμοποιείται όταν όλα πάνε στραβά και ξαφνικά πάνε στραβότερα. Αν, π.χ., την πέσαμε στη γκόμενα του κολλητού μας (επειδή νομίζαμε ότι μας γουστάρει και μας παίζει και είμαστε και λίγο πουτσοκέφαλοι) και φάγαμε χυλόπιτα (είτε επειδή λάθος τα νομίζαμε όλα αυτά που νομίζαμε, είτε από κακοήθεια της ξεμωραμένης), υπάρχει και το χειρότερο: να το σφυρίξει στον κολλητό μας, οπότε... κλάφ' τα Χαράλαμπε!

  1. - Όχι, ρε πούστη μου! Μου κλέψαν το πορτοφόλι!
    - Είχες ταυτότητα και τα τοιαύτα μέσα;
    - Όχι, ρε συ, ευτυχώς! Είχα μόνο 7€, έ ρε γέλια που θα κάνει όποιος το πήρε. Αν είχα ταυτότητα και δίπλωμα, κλάφ' τα Χαράλαμπε.

  2. - Έπιασε φωτιά στα κεντρικά.
    - Ρε μαλάκα, έχουμε τα backup εκεί. Αν κάηκαν, κλάφ΄ τα Χαράλαμπε!

Χαράλαμπος Γαργανουράκης (από panos1962, 05/11/09)Έχασα το πέναλτι. Κλάφ\' τα Χαράλαμπε! (από panos1962, 05/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κυριολεκτικά η βάλανος του πέους (πουτσοκέφαλο). Ως επιθετικός προσδιορισμός, ή αυτοαναφορικό, σημαίνει αυτόν που σκέφτεται με το κάτω κεφάλι, που έχει το μυαλό του στο μουνί, ή στο γαμήσι γενικότερα.

Συνήθως το πουτσοκέφαλο άτομο λειτουργεί παρορμητικά και, ως προς αυτό, ο όρος πουτσοκέφαλος παρουσιάζει συγγενή συμπεριφορά με το παρεμφερές «θερμοκέφαλος». Εννοείται ότι απαντά πάντα σε αρσενικό γένος, ενώ σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιείται υποτιμητικά, π.χ. «ασ' τον μωρέ, αυτός είναι πουτσοκέφαλος».

  1. Καλά, ρε πουτσοκέφαλος είσαι; Μόνο το μουνί έχεις στο μυαλό σου!

  2. Πήγαμε προχθές στον «Καλιγούλα» και ο Γιώργος τα 'μπλεξε με μια στριπτιτζού που του πούλησε αγάπες. Πουτσοκέφαλος είναι, ο μαλάκας...

  3. -Ο Νίκος τα 'ριξε στην καινούρια γκόμενα του Αλέκου. -Ρε τον πουτσοκέφαλο! θα μας χαλάσει την παρέα, ο μαλάκας.

Πουτσοκέφαλος (από panos1962, 05/11/09)Καπέλο Πουτσοκέφαλο (από panos1962, 05/11/09)Μπιλ Κλίντον (από panos1962, 05/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η έκφραση έλκει την καταγωγή της από τη μοδιστρική και το πλέξιμο. Είναι γνωστό ότι μια μπλούζα έχει ως κύρια συστατικά τμήματα το εμπρός τμήμα («μπροστινή»), το πίσω τμήμα («πισινή») και τα μανίκια. Υπάρχουν βέβαια και άλλα σημαντικά τμήματα όπως ο λαιμός, τα λάστιχα κλπ, ο κορμός όμως είναι «μπροστινές, πισινές και μανίκια».

Στα σλάγκικα η έκφραση χρησιμοποιείται χλευαστικά για έργα που παρουσιάζονται ως ολοκληρωμένα, αλλά επί της ουσίας λείπουν σημαντικά κομμάτια που καθιστούν το προϊόν άχρηστο και ατελέσφορο. Η κατάσταση αυτή είναι πολύ συνηθισμένη κυρίως στα δημόσια έργα, π.χ. συμφοράι, κτηματολόγιο, TAXIS κλπ.

  1. - Τέλειωσα, αλλά θέλει σύνδεση με GUI, serial interface και δυο τρία μερεμέτια.
    - Κατάλαβα, θέλει μπροστινές, πισινές και μανίκια...

  2. Μας παρέδωσαν το νέο πρόγραμμα, αλλά, από το λίγο που το είδα, λείπουν μπροστινές πισινές και μανίκια.

  3. Ρε συ αυτό δεν τρέχει τίποτα, όλο «Λυπούμαστε, αλλά αυτή η λειτουργία δεν υποστηρίζεται ακόμη» μου βγάζει. Θέλει μπροστινές, πισινές και μανίκια!

μπροστινές, πισινές, μανίκια (από panos1962, 04/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ειρωνικά το τερατώδες σούπερ ντούπερ σύστημα εθνικής ασφαλείας C4I (σι φορ άι), το οποίο εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα από τον αμερικανικό κολοσσό SAIC, με αφορμή την ασφάλεια των Ολυμπιακών αγώνων του 2004 και απεδείχθη «φούσκα» ολκής, καθώς όλα τα συστήματά του είναι ημιτελή και ατελέσφορα.

Ο όρος χρησιμοποιείται για όλα τα συστήματα που υπόσχονται πολλά και δεν παρέχουν τίποτα, καθώς στην πράξη αποδεικνύονται ημιτελή και αναξιόπιστα. Συνήθως πρόκειται για «hi tech» συστήματα ή gadgets που δεν λειτουργούν σωστά.

- Ρε συ, στο ΙΚΑ βάλανε καινούρια μηχανογράφηση και χάθηκαν τα ένσημά μου.
- Κατάλαβα, συμφοράι.

- Τα 'μαθες; Θα ξαναϋποβάλουμε τα Ε9 γιατί το TAXIS έγινε κουλουβάχατα.
- Νόμιζα ότι το TAXIS ήταν ενTAXIS.
- Μπα, συμφοράι!

Κεραία C4I τύπου "φέσι" (από panos1962, 04/11/09)Hi Tech C4I component (από panos1962, 04/11/09)(από Vrastaman, 04/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αντιφώνηση σε αγενές ρέψιμο ή κλανιά κρότου-λάμψης. Λέγεται με ευγενική διάθεση και υποφώσκουσα ειρωνεία, με στόχο να κάνουμε τον «δράστη» να νιώσει άνετα. Υπάρχει και το εναλλακτικό «σαν στο σπίτι σου, ρε βόδι», που όμως δεν είναι τόσο ευγενικό και δείχνει επικριτική διάθεση ή ακόμη και μοχθηρία.

-[Γκράουουου (ρέψιμο)] Σόρι παιδιά.
-Δεν πειράζει, τη δροσιά του να 'χεις!

-[Μπρααααάτς! (κλανιά κρότου-λάμψης)]
-Στην υγειά σου αγόρι μου. Τη δροσιά της να 'χεις!

Τη δροσιά του να \'χεις! (από panos1962, 03/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέγεται ως απάντηση στην επιφώνηση «σκατά!» η οποία χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει σκατοκατάσταση.

Η ατάκα πρέπει να είναι άμεση και ευγενική· αν δεν προλάβετε να απαντήσετε άμεσα, μην το επιχειρείτε καθόλου, θα γελάσουν όλοι μαζί σας. Αφήστε το να περάσει και την επόμενη φορά να έχετε το νου σας!

  1. - Όχι, ρε πούστη μου, τρία λιμά σπαθιά σήκωσα. Σκατά!
    - Καλή όρεξη...

  2. - Πήγα να καθαρίσω το registry και μπερδεύτηκαν τα σώβρακα με τις φανέλες. Τα 'κανα σκατά!
    - Καλή όρεξη!

Καλή όρεξη! (από panos1962, 03/11/09)Γερμανικό λουκάνικο με αφρικανικό τυρί. (από panos1962, 21/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σημαίνει το πολύ χαμηλό επίπεδο, το επίπεδο που είναι κοντά στο δάπεδο. Βλέπε και σχετικό άι κιου ραδικιού.

  1. - Τους είπα να προσέχουν γιατί κυκλοφορεί ο H1N1 ευρέως και η Κατερίνα μου είπε: «Ποιος Εβραίος;». Άσε, μεγάλε, μιλάμε για επίπεδο-δάπεδο!

  2. - Βγήκα χθες με τη Γιωργία. Κάνει κλαρίνα special, αλλά μην ανοίξει το στόμα της να μιλήσει. Πετάει κάτι κοτσάνες...
    - Α, καλά, επίπεδο-δάπεδο!

καμιά φορά πέφτεις κι απ\' το δάπεδο (από Jonas, 03/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ειρωνικό υπονοούμενο για ύποπτη ή παράνομη ερωτική συνεύρεση. Εκφέρεται κυρίως με δηκτική διάθεση συνοδευόμενη από αρκετό φθόνο, και συνήθως αφορά σε άτομα του στενού φιλικού ή οικογενειακού περιβάλλοντος (σύζυγος, κόρη, γκόμενα κλπ).

  1. - Η Μαρία πήγε στη Ρώμη με το αφεντικό της για «δουλειές». Μου την έχει δώσει!
    - Μήπως είσαι παράξενος;
    - Στο ίδιο δωμάτιο μένουν ρε μαλάκα, τι λες εσύ, το βράδυ να παίζουν τις κουμπάρες;

  2. - Η Δέσποινα είναι κλειδωμένη στο δωμάτιό της με το Γιώργο δυο ώρες.
    - Λες να πηδιούνται;
    - Όχι, παίζουν τις κουμπάρες. Άιντε, σύνελθε!

Παίζουμε τις κουμπάρες; (από panos1962, 03/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γαβγατίζω, γαβγάτισμα.

Ακριβώς αντίθετο του «αβγατίζω», «αβγάτισμα». Σημαίνει τη διασπάθιση περιουσίας, την αλόγιστη σπατάλη, την παντελή έλλειψη πνεύματος οικονομίας. Όσον αφορά στην ετυμολογία της λέξης, φαίνεται να είναι παράγωγη του «αβγατίζω» με μια δόση γαβ που φέρνει σε σκυλάδικο, δηλαδή αλόγιστο ξόδεμα και σπατάλη σε νυχτερινό κέντρο αμφίβολης ποιότητας.

  1. Του άφησε ο γέρος του πολλά εκατομμύρια, αλλά μέσα σε δυο χρόνια τα γαβγάτισε, ο μαλάκας, και τώρα είναι πανί με πανί!

  2. - Πληρώθηκα σήμερα.
    - Πάμε να τα γαβγατίσουμε.

  3. Πήγαμε χθες στο καζίνο με τη Μαρία και γαβγατίσαμε 400€!

Γαβγάτισμα στο καζίνο (από panos1962, 03/11/09)Γαβγάτισμα στα μπουζούκια (από panos1962, 03/11/09)Γαβγάτισμα (από panos1962, 03/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified