Φράση πειραχτική έως ελαφρώς προσβλητική, που χρησιμοποιείται για να τονιστεί η ακουστική ανικανότητα κάποιου (συνήθως ατόμου προχωρημένης ηλικίας).

Χ: - Κύριε Επαμεινώνδα, θα μου επιτρέπατε να ξεσκίσω τον πάτο της κορούλας σας;;
Κ. - Επαμεινώνδας: Ναι, ναι παιδί μου. Είναι καλή η βροχούλα. Ποτίζονται και τα φυτά μου που δε μπορώ να τα ποτίζω κάθε λίγο και λιγάκι.
Χ: - Χαχαχα!
Ψ: - Καλά δε ντρέπεσαι ρε λίγο, γέρο άνθρωπο; Κι αν σ' ακούσει;
Χ: - Άσε ρε που θα με ακούσει το χούφταλο. Αυτός ρε δεν ακούει ούτε τη σκέψη του. Παρεμπιπτόντως, η κόρη του, αν και σαραντάρα, έχει κάτι μαστάρια... κόλαση!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δεν τραβάς τα βυζιά σου λέω εγώ;

Χρησιμοποιείται ως απάντηση σε κάποιον (συνήθως κάποιος με τον οποίο έχουμε αναπτύξει φιλικές σχέσεις και σχέσεις οικειότητας), ο οποίος μας υποχρεώνει να πραγματοποιήσουμε μια αγγαρεία, εννοείται παρά τη θέλησή μας. Το αν τελικά θα πραγματοποιήσουμε την επιθυμία / προσταγή του υπόκειται στην ευγενική μας ευχέρεια.

- Μάκηηηη!!! Πάνε να πάρεις καλέ τα παιδιά από το σχολείο γιατί αρχίζουν τα «Μυστικά της Εδέμ»!
- Και θα αφήσω το ματς επειδή θες εσύ να δεις τα «Μυστικά της Εδέμ»;;; Βρε δεν τραβάς τα βυζιά σου λέω εγώ; Σήκω μη σε [...]

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αιδοίο το οποίο από τη συχνή και επίπονη διείσδυση από ανδρικά μόρια έχει χάσει το σφρίγος και έχει κρεμάσει. Δηλαδή με λίγα λόγια όταν ένα αιδοίο ξεχειλώνει.

Πω ρε Αγησίλαε. Τη θυμάσαι εκείνη τη σαραντάρα που γνώρισα τις προάλλες; Ε, μάπα το καρπούζι. Για να μη στα πολυλογώ το μουνί της ρε φίλε ήταν μπριζολιασμένο και σιχάθηκε η ψυχούλα μου!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πίνω οτιδήποτε βρίσκεται σε υγρή κατάσταση, συνήθως οινοπνευματώδη.

Πω πω... Χθες τα πόδια μας ήπιαμε πάλι... Και το κερασάκι στην τούρτα ήταν που με τσάκωσε το κωλο-αλκοτέστ και μας πήραν σηκωτούς στο Τμήμα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όταν κάποιος χρησιμοποιεί τη λέξη «πιπίλα», θέλει να τονίσει την τελειότητα μιας κατάστασης ή το φοβερό αποτέλεσμα που είχε κάποια ενέργειά του.

Επίσης χρησιμοποιείται και το παράγωγο «πιπιλένιος, -α, -ο» για αντικείμενα ανάλογης αξίας, καθώς και το «πιπιλοκατάσταση» ή «πιπιλοκατάστα».

  1. Πω πω ρε συ Γιώργη, χθες πήγα με την Τούλα στα «Παραγάδια», ξέρεις, την ψαροταβέρνα στου Ψυρρή και μετά η βραδιά συνεχίστηκε με παθιάρικο σεξ στο αυτοκίνητο... Πιπίλα σου λέω ήτανε!!

  2. - Τι λέει Κώστα; Σου αρέσει η αμαξάρα μου;
    - Μόνο;;; Πιπίλα / πιπιλένιο είναι!!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified