Εκνευρίζομαι σε εκρηκτικό βαθμό, νευριάζω πολύ και απότομα, τα παίρνω στο κρανίο, μου ανάβουν τα λαμπάκια, με πιάνουν τα διαόλια μου. Όλο αυτό συνήθως πυροδοτείται από κάτι εξωφρενικό που συνέβη και μ' αγγίζει, ίσως μια θρασεία συμπεριφορά που στρέφεται εναντίον μου, χωρίς να αποκλείονται όμως τυχαία περιστατικά που δεν έχουν να κάνουν με ανθρώπους.

Βασικό στοιχείο της σημασίας της έκφρασης είναι ότι, για τον άνθρωπο που παίρνει ανάποδες πρόκειται για εξαίρεση στον προσωπικό του κανόνα - δεν μιλάμε δηλαδή για γενικά ευέξαπτο άνθρωπο. Ίσως θυμίζει τον χαρακτηρισμό ανάποδος αλλά και την έκφραση «θα με μάθεις κι απ' την καλή κι απ' την ανάποδη», δεν προέρχεται, ωστόσο, από εκεί αλλά από το λεξιλόγιο των μηχανών εσωτερικής καύσης.

Τα κινητά μέρη μέσα στον κινητήρα (έμβολο κλπ) πρέπει να ακολουθούν πάντα μια προδιαγεγραμμένη και απολύτως συγχρονισμένη πορεία για να καεί το καύσιμο και να αποδώσει έργο. Το έμβολο (ή πιστόνι) κινείται γραμμικά, δηλαδή πάνω-κάτω μέσα στον κύλινδρο, ο διωστήρας (ή μπιέλα) μετατρέπει την κίνηση από ευθύγραμμη σε περιστροφική και την μεταδίδει στον στροφαλοφόρο άξονα. Από κει, πολύ-πολύ απλουστευτικά, μεταδίδεται στις ρόδες (αν μιλάμε για αυτοκίνητο) και τις περιστρέφει.

Η περιστροφική κίνηση της μπιέλας σε μια ορισμένη μηχανή γίνεται πάντα με συγκεκριμένη φορά, δεξιόστροφα ή αριστερόστροφα. Έλα όμως που σε κάποιες μηχανές υπάρχει η πιθανότητα, η μπιέλα και συνεπώς και ο στροφαλοφόρος και όλο το σύστημα να περιστραφούν αντίθετα απ' ό,τι πρέπει. Τότε λέμε ότι η μηχανή «παίρνει ανάποδες στροφές».

Από την μηχανολογική σκοπιά του πράγματος δυο περαιτέρω στοιχεία μας ενδιαφέρουν για το λήμμα: Πρώτον, ότι η μηχανή παίρνει ανάποδες στροφές εκεί που δεν το περιμένεις, ιδίως στην εκκίνηση και, δεύτερον, ότι η συμπεριφορά της μηχανής γίνεται ιδιαίτερα βίαιη, αφού λειτουργεί εντελώς αντίθετα στις κατασκευαστικές της προδιαγραφές, ακούγονται από μέσα σπαραχτικοί και εφιαλτικοί ήχοι και, αν δεν την σβήσεις, μάλλον θα σου βαρέσει μπιέλα και θα την πάρεις στο χέρι ή στην μασχάλη, που λέει κι ο επαγγελματίας.

Σημειώνω σαν trivia:
1. Μάλλον μόνο οι δίχρονες μηχανές μπορούν να πάρουν ανάποδες στροφές ή κυρίως αυτές.
2. Το φαινόμενο, γενικά, εννοείται ότι δεν είναι συχνό.
3. Μερικές μεγάλες ντιζελομηχανές πλοίων είναι φτιαγμένες να δουλεύουν και ανάποδα, αντί άλλου συστήματος, για την «όπισθεν».

  1. Από εδώ:
    Δεν με νοιάζει αν είστε κάποιοι κονομημένοι, μαγαζάτορες, άεργοι Ή απλά ηλίθιοι και μαζόχες. Άμα ακούω άνθρωπο να λέει καλά κάνουν και κόβουν τους μισθούς και τα δώρα παίρνω ανάποδες. Στις συναναστροφές μου έχω αρχίσει τα μπινελίκια σε όσους αρχίζουν τέτοιες πα... ιές.

  2. Από εδώ:
    θα μπορούσα να αναρωτηθώ «πόσο μαλάκες είμαστε;» Ήρθαν χθες τα τέλη κυκλοφορίας του αμαξιού μου και πήρα ανάποδες. 202 ευρώ από 168 αύξηση 20%. Και εγώ φέτος πήρα αύξηση 3%. Τι σχόλιο να κάνω για να μην αρχίζω να βρίζω τον ανιψιό του θείου, τον bonnet du cheval και τους λοιπούς μαθητευόμενους μάγους;

  3. Από εδώ (διασκευή):
    Και μια τελευταία ερώτηση... μάλλον από τα xp είναι το πρόβλημα. όταν παίζω και πάω να κερδίσω (πέντε με έξι φορές μου το έχει κάνει) μου βγάζει ένα μήνυμα ότι πρέπει να τερματιστεί το Online.exe και ζητούμε συγνώμη (μας υποχρέωσες) κτλ (ο Υ/Η είναι καθαρός ούτε virus ούτε τίποτα). Πως μπορώ να το διορθώσω αυτό το πρόβλημα;... Παίρνω ανάποδες να μου τερματίζεται. Παίζω με το άγχος μην μου τερματιστεί γιατί αν τερματιστεί την ώρα που παίζω, χάνω και το θέμα είναι να χάνω όταν δεν παίζω καλά και όχι επειδή το θέλει ο υπολογιστής με τα errors του.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δύο δημόσια έγγραφα γίνονται al dente αν το απαιτήσει η κατάσταση: η ταυτότητα και το διαβατήριο.

1. Στην έκφραση "με την ταυτότητα στα δόντια"

α) Η οδήγηση στα όρια, με ελιγμούς λίαν απαιτητικούς σε ικανότητα και ταχύτητα αντίδρασης. Αλλά και με την ψυχή στο στόμα, με τρομερό άγχος, με ακραιφνή ένταση λόγω της συναίσθησης του επαπειλούμενου κινδύνου.

i. Από εδώ:
Εάν δεν σκοπεύεις να χρησιμοποιείς το ποδήλατο υπό βροχή ή υπό υγρές συνθήκες τότε θα σου πρότεινα ένα ελαστικό slick και σχετικά μικρού φάρδους. Ναι, στον χειρισμό του στο όριο ενδεχομένως να είναι πιο απόλυτο αλλά μην ξεχνάμε ότι το χρησιμοποιείς μέσα στην πόλη και όχι σε κάποιο μονοπάτι. Ούτε πας να κατέβεις την Πάρνηθα με την ταυτότητα στα δόντια...

ii. Από εδώ:
αν είσαι cool enough ή έχεις φάει την ζωή σου σε κόντρες ή στρίψιμο με την ταυτότητα στα δόντια και τα βαριέσαι όλα αυτά τα χαριλίκια μπορείς απλά να απέχεις [...] δεν χρειάζεται να δείχνεις πόσο γρήγορος είσαι συνέχεια.

iii. Από εδώ:
Χίλια περαστικά στο παλικάρι και μακάρι να μην έχει τίποτα σοβαρά χτυπήματα. Το συγκεκριμένο μέρος πάντως (όπως και πολλά άλλα στην Εθνική μας, ο Θεός να την κάνει) είναι για να περνάς με την ταυτότητα στα δόντια.

β) Πιο δόκιμα/κυριολεκτικά: Σε ετοιμότητα να αποδείξω το όνομα ή κάποια ιδιότητά μου σε κάποιο όργανο εξουσίας, κρατικής (όπως ο αστυνομικός) ή άλλης, ιδίως όταν αυτή η ετοιμότητα επιβάλλεται καταπιεστικά. Βρίσκομαι υπό το καθεστώς ενός αδίκως αιωρούμενου ελέγχου και μιας σκιώδους απαίτησης σε αχρεώστητη απολογία.

i. Από εδώ:
Σε μια πρωτοφανή και άκρως ρατσιστική ενέργεια η ΕΠΟ ζητούσε ταυτότητα για να πάρεις εισιτήριο. Και λέω ρατσιστική, αφού έπρεπε να είσαι (σύμφωνα με την ΕΠΟ...) Έλληνας πολίτης για να πάρεις εισιτήριο. [...] Αφήστε που είδαμε ρεπορτάζ γεμάτα «εθνική περηφάνια», όπου χιλιάδες άνθρωποι περίμεναν υπομονετικά ώρες ατελείωτες για να πάρουν ένα εισιτήριο. Με την ταυτότητα στα δόντια, βεβαίως, βεβαίως...

ii. Από εδώ:
Ανεξάρτητος πολίτης δε σημαίνει υπεράνω κοινωνικής τάξης, απολίτικος ή κάτι παρόμοιο. Απλά δεν είμαστε όλοι υποχρεωμένοι να κυκλοφορούμε με την κομματική μας ταυτότητα στα δόντια ανά πάσα στιγμή.

iii. Από εδώ:
Τι έγκλημα κατά της δημοκρατίας έχει κάνει και πρέπει ανά πάσα στιγμή να αποδεικνύει τα πολιτικά του φρονήματα; Με ποια λογική πρέπει να περπατάει με την ταυτότητα στα δόντια κάθε φορά που γίνονται επεισόδια;

γ) Εκ του β. Σε ετοιμότητα γενικά, απέναντι σε απρόβλεπτες καταστάσεις, με διάθεση περιπέτειας.

Από εδώ:
- [...] Αν ναι, δώσε «γραμμή» μήπως πάμε παρέα!
- o.k. την ταυτότητα στα δόντια και όπου μας βγάλει , σκέπτομαι για Πέμπτη 4/12 απόγευμα.

2. Στην έκφραση "με το διαβατήριο στα δόντια"

Έτοιμος να εγκαταλείψω την χώρα, ιδίως για να διαφύγω τον κίνδυνο ή τις υποχρεώσεις που η παραμονή μου σε αυτή συνεπάγεται. Συνήθως συμβαδίζει με άτακτη εγκατάλειψη της έως τότε εθνικιστικής μου ρητορικής.

i. Από εδώ:
Αφού είναι όλα έτσι απλά πουλήστε τα όλα. Μετοχές, ομόλογα, ακίνητα (θα τα βρείτε τζάμπα αργότερα αν επαληθευτούν όλα αυτά) το διαβατήριο στα δόντια και δρόμο. Διακοπές διαρκείας.

ii.Από εδώ:
Μα τι καραγκιόζης είσαι ρε που θα μιλήσεις για προδότες ανιστόρητε βλακοηλίθιε στρατοκαύλε πανίβλακα που αν γινόταν κανένα τσαφ θα έφευγες εσύ και οι όμοιοί σου με τα σώβρακα και το διαβατήριο στα δόντια.

Η προέλευση της έκφρασης σαφής: σε καταστάσεις αναταραχών, πολέμων, προσφυγιάς και παρόμοιων καταστροφών, αρπάζεις με τα δυο σου χέρια ό,τι μπορείς, παιδιά, βαλίτσες κλπ και τρέχεις πανικόβλητος σε πρεσβείες, σε αεροδρόμια, σε συνοριακούς σταθμούς, μετά τα οποία ελπίζεις ότι θα βρεθείς σε ασφαλές περιβάλλον. Είναι τόση η βιασύνη και η ταραχή σου αλλά και τόσα πολλά τα σημεία ελέγχου που, ελλείψει ελεύθερων χεριών, το διαβατήριο το σφίγγεις αναγκαστικά στα δόντια, σε ετοιμότητα να το επιδείξεις σε οποιονδήποτε μπορεί να σε περάσει στην άλλη μεριά, γινόμενος έτσι ο σωτήρας σου.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ταλαιπωριέμαι, δεινοπαθώ, υφίσταμαι κακουχίες.

Το ξύλο νοείται εδώ μεταφορικώς. Αν φάμε κανονικό ξύλο, αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο. Τότε λέμε ότι τις μαζέψαμε, ότι μας τις έβρεξαν, ότι μας κοπάνησαν, ότι μας έκαναν ασήκωτους κλπ.

Εντούτοις, η έκφραση τρώω ξύλο αφορά κυρίως ταλαιπωρίες σωματικές. Διότι όπως έλεγε ο Foucault, σε τελική ανάλυση όλες οι εξουσίες και οι καταπιέσεις έχουν ως αποδέκτη το ανθρώπινο σώμα, και δεν επιδέχονται περαιτέρω αναγωγής σε κάτι πιο χειροπιαστό.

Παραδείγματα:

Ξύλο τρώω όταν έχει πέσει πολύ χώσιμο στη δουλειά και δεν προλαβαίνω ούτε να κλάσω.

Ξύλο τρώω όταν βρέχει καρέκλες και γω είμαι με το μηχανάκι στο δρόμο.

Ξύλο τρώω όταν είμαι (πάλι) με το μηχανάκι κι από τις πολλές λακκούβες του γαμόδρομου, έχω πάρει τη μέση μου στο χέρι.

Ξύλο τρώμε όταν είμαστε συνεπιβάτες σε αμάξι και από τα πολλά στροφιλίκια του δρόμου, κοντεύουμε να ξεράσουμε τ' αντέρια μας.

Ξύλο τρώμε σε πολύωρο ταξίδι με αερόπλανο, όπου από το στριμοκώλιασμα στην αεροπορική έχουμε γίνει σαν ανάποδο γαμώτο.

Υπάρχει όμως και η ψεχολογική (sic) διάσταση του θέματος:

Όταν π.χ. πάμε να γράψουμε εξετάσεις (σχολείο, πανεπιστήμιο κλπ) και τα θέματα είναι γενικώς απάλευτα, λέμε πως έπεσε ξύλο.

Η οποία ψεχολογική διάστασις είναι στο φινάλε σωματικός ντουβρουτζάς, διότι πας σπίτι σου μετά το εξεταστικό βατερλώ και απ' τα νεύρα σου πονάει το κεφάλι σου, οι αρθρώσεις σου, οι μύες σου και θες απαξάπαντος ένα τσιγάρο ρε πούστη μου να ισιώσεις. Γενικώς τις όποιες διακρίσεις μεταξύ σωματικού και ψυχολογικού τις έχουμε αποδομήσει προ πολλού (όπως και πολλές άλλες)...

Ξύλο δεν τρώνε μόνο οι άνθρωποι, τρώνε ενίοτε και τα αντικείμενα, ιδίως εκείνα που κατά όλες τις ενδείξεις έχουν ψυχή: τα μηχανοκίνητα.

Όταν π.χ. βγάζεις βόλτα το καινούργιο σου κωλοφτιαγμένο σαυρίδι κι αρχίζουν να τερματίζουν οι αναρτήσεις απ' τις ανωμαλίες του οδοστρώματος, τότε το έρμο το αμαξάκι τρώει ξύλο κι η καρδιά του κάβουρα κατόχου ραγίζει...

- Είδες ο Γιαννάκης αμαξάκι που χτύπησε; Μερσεντικό SLK καμπριούμπα περικαλώ... Τριάντα χηνάρια ζεστά ζεστά ακούμπησε.
- Ναι ρε, μαζί ήμασταν την Κυριακή και τραβηχτήκαμε προς Τρίπολη για να το ανοίξουμε λίγο και να ξεκαυλώσουμε.
- Και λοιπόν;
- Νταξ, στην Εθνική πάει χαρτί το εργαλείο, είναι στο φυσικό του περιβάλλον. Δεν ξέρεις όμως τι τραβήξαμε όταν χωθήκαμε κατά λάθος σ' ένα χωματόδρομο κοντά στην Κόρινθο. Κάναμε 6 χιλιόμετρα σε 30 λεπτά. Τέτοια ταλαιπωρία ούτε στον εχθρό σου. Έφαγε ξύλο το αμαξάκι, και μαζί φάγαμε κι εμείς.

κι αυτός τρώει ξύλο! (από BuBis, 08/06/09)κι αυτός τρώει ξύλο! (από BuBis, 08/06/09) (από xalikoutis, 10/06/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κατά λέξη μετάφραση του Αγγλικού «Eat my dust». Χρησιμοποιείται με διάθεση κυρίως πειρακτική ή περιπαικτική ή ως καυχησιολογία από κάποιον που προηγείται κατά πολύ των αντιπάλων του σε οποιοδήποτε ανταγωνιστικό παιχνίδι ή αγώνα.
Προέρχεται από κόντρες με μηχανές ή ανοιχτά αυτοκίνητα. Σε αυτή την περίπτωση, όποιος ή όποιοι έπονται αναγκαστικά θα πρέπει να περάσουν μέσα από το σύννεφο σκόνης που σηκώνει όποιος προηγείται, οπότε και θα εισπνεύσουν και θα καταπιούν αρκετή από τη σκόνη «του».

-Φάε τη σκόνη μου Αντρέα! Είμαι στον έβδομο γύρο της πίστας κι εσύ μόλις στον πέμπτο!

- Ο καλοπληρωμένος παίχτης Χ έφαγε τη σκόνη του πρωτοεμφανιζόμενου παίχτη Υ που σκόραρε πολύ περισσότερα καλάθια.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όταν, στο παρκάρισμα ή στο ξεπαρκάρισμα, στουκάρουμε τον μπροστινό ή τον από πίσω μας τόσο δυνατά ώστε το ακούνε όλοι. Το λέμε για όσους, την ώρα που (ξε)παρκάρουν, κοιτάν αλλά δεν βλέπουν (είναι κοντοί ή γέροι ή άσχετοι ή ξανθιές) και περιμένουν να ακούσουν το μπαμ για να σιγουρευτούν ότι δεν πάει άλλο η μανούβρα.

ΚΡΑΑΑΑΤΣ!!!
- Ω τον παππού! τον τσάκισε τον πίσω του!
- Α, καλά, αυτός παρκάρει δια της ακουστικής μεθόδου.
- Άμα ακούει κιόλας το χούφταλο, πάλι καλά...

(από nick, 05/04/09)Γούντι Άλεν, «Μπανάνες» (1971) (από vikar, 27/07/11)

βλ. και παρκάρω με το αυτί

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση που χρησιμοποιείται για να δείξει το κακό αποτέλεσμα που έχουν βιαστικές ενέργειες. Επίσης χρησιμοποιείται (και μάλλον από εκεί προέρχεται κιόλας) σε περίπτωση αυτοκινήτου που παίρνει μία στροφή με μεγάλη ταχύτητα και το αποτέλεσμα είναι να σκάσουν τα λάστιχα (λόγω «άτσαλης» εξόδου) και να μείνει με τις ζάντες.

- Τι έγινε τελικά, ξέμπλεξες με την χθεσινή υπόθεση που έλεγες ότι θα είχες ολοκληρώσει μέχρι σήμερα;
- Άσ' τα μαλάκα. Μπήκα με τις πάντες και βγήκα με τις ζάντες!!! Σιγά μην τελείωσα. Θα μου πάρει καμιά βδομάδα ακόμα όπως το κόβω... Δεν είχα λάβει υπ' όψη μου όλα τα δεδομένα και την κάτσαμε τη βάρκα...

Δες επίσης και μπαίνει με τις μπάντες, φεύγω με τις μπάντες

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέγεται κυρίως στους κάγκουρες οδηγούς που σε προσπερνούν από τα δεξιά χωρίς φλας με 187 km/h στο κέντρο της πόλης. Και ας μην είναι κάγκουρες όμως είναι σίγουρα βλαμμένοι που θέλουν να δείξουν την καινούρια μπέμπα, βρίζουν κάθε γυναίκα οδηγό και κάνουν επικίνδυνα πράγματα. Δε φοβούνται μη φάνε τα μούτρα τους όμως γιατί έχουν μάθει να οδηγούν από τα πέντε τους, όταν ο θείος τους ανέβαζε στο τρακτέρ. Και μην αρνηθεί κανένας ότι δεν έχει δει ποτέ έστω ένα τέτοιο τύπο. Τέλος πάντων, η ατάκα αυτή λέγεται σε αυτούς τους γαμήκουλες της ασφάλτου σε στιγμές τεράστιου επιδειξιακού-καγκουρικού οργασμού για να καταλάβουν ότι δεν οδηγούν μονοί τους σε αυτή τη γη.

Ελπίζω να κάνατε το συνειρμό με τα άλογα του αυτοκίνητου, που είναι παρά πολλά και τέτοια. Όποιος δεν κατάλαβε είναι στόκος.

- Που πας ρε μαλάκα έτσι; Πρόσεχε μη σου φύγει κανένα άλογο!
- Άντε μωρή πατσαβούρα να πλύνεις κάνα πιάτο που θες να μου οδηγάς κιόλας!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση που αγαπούν οι κάγκουρες, αυτοκινητάκηδες και μηχανόβιοι. Οι αιωνίως καυλοτίμονοι και καυλόγκαζοι, οι αμετανόητοι εραστές της γρήγορης και επικίνδυνης οδήγησης, της οδήγησης που φτάνει τόσο το εργαλείο όσο και τον πιλότο στα όριά τους...

Πάω κωλοπαντιέρα λοιπόν, σημαίνει πως αναπτύσσω υπερβολική ταχύτητα, πάω του σκοτωμού, πάω μαλλιά / μαλλιοκούβαρα / κουβάρια / πουτάνα / σπασμένος / με σπασμένο γκάζι / σανίδα / σανιδωμένος / φουλαριστός / κομμάτια / τέζα / του θανάτου. Κωλοπαντιέρα είναι η κωλοπηλάλα σε μηχανοκίνητα συμφραζόμενα.

Όπως έγινε αντιληπτό, η κωλοπαντιέρα δεν ταυτίζεται μόνο με τις υψηλές ταχύτητες και τα τελικιάσματα, που μπορούν υπό προϋποθέσεις να επιτευχθούν και υπό ασφαλείς συνθήκες. Η κωλοπαντιέρα είναι γενικότερα η επικίνδυνη, ινδιάνικη, πολεμική και στα όρια οδήγηση, όπου συμπεριφέρεσαι σαν να μην υπάρχει αύριο. Επιβάλλεται να είσαι μάχιμο τιμόνι για να πηγαίνεις κωλοπαντιέρα, αλλιώς παίζει να κλαίει μετά η μάνα σου πάνω από κάνα μνήμα...

Προέλευση όρου. Η λέξη είναι σύνθετη, εκ:

α) του προθέματος κωλο-, που εν προκειμένω λειτουργεί καθαρά επιτατικά, βλ. π.χ. κωλοφτιαγμένο = το υπερ-φτιαγμένο ή κωλολέει = τα σπάει, είναι καύλα. Το κωλο- προσθέτει μια νότα ελαφρότητας, ευτραπελίας και παραλογισμού. Δεν δηλώνεται καταγωγή, όπως π.χ. στο κωλόπαιδο = το παιδί που συνελήφθη απ' τον κώλο ή που γεννήθηκε απ' τον κώλο.

β) του ουσιαστικού παντιέρα, που προέρχεται από το ιταλικό bandiera και αρχικά σήμαινε το στράτευμα. Αργότερα η σημασία μετακύλισε από το στράτευμα στην σημαία του στρατεύματος, για να καταλήξει στην σημαία γενικώς (μπαϊράκι, φλάμπουρο). Το ύψωμα της σημαίας ήταν και είναι πράξη συμβολική. Σηκώνω παντιέρα σημαίνει εξεγείρομαι, επαναστατώ. Ο όρος διαθέτει, σε κάθε σχεδόν χρήση του, συνδηλώσεις αγωνιστικές / πολεμικές / μαχιμότητας. Συνεκδοχικά, παντιέρα είναι η κάθε είδους εκστρατεία / κινητοποίηση / στράτευση, ακόμη και η απεργία. Ήταν απλά θέμα χρόνου να μεταφυτευθεί σε καγκουριάρικα, καυλόγκαζα περιβάλλοντα...

Δέον, τέλος, όπως μη συγχέεται η κωλοπαντιέρα με τα κωλοπάντιλα και λοιπά παντιλίκια / παντιλικώματα. Μια καλή κωλοπαντιέρα ασφαλώς και συμπεριλαμβάνει τέτοια κόλπα, είναι όμως, όπως είπαμε, ευρύτερη έννοια. Η σύγχυση προκαλείται από το ομόηχον παντιέρας και (μ)πάντας.

  1. (στο τηλέφωνο)
    — Έλα βρε μαλάκα, τόση ώρα σε παίρνω, που στο διάλο είσαι;
    — Χέσε με τώρα! Είμαι Αττική Οδό και πηγαίνω κωλοπαντιέρα, τα λεμέ αργότερα!

  2. (διάλογος μηχανόβιων, ένας με στρογγυλοφάναρο, ο άλλος με KTM Δούκα)
    — Ρε φίλε, ψήνεσαι να τραβηχτούμε με τα μηχανάκια καμιά παραλία την Κυριακή; Αφού εσύ πας ούτως ή άλλως...
    — Κοίτα, για να μη σου λέω τώρα αρκούδες και δικαιολογίες του κώλου... Θα τραβηχτώ, αλλά θα 'χω και το Βικάκι μαζί, που γουστάρει να πηγαίνω κωλοπαντιέρα. Καυλώνει άσχημα το μωρό μου έτσι...

  3. — Θυμάσαι το Φάνη με το ερπετό το Punto; Που ανεβοκατέβαινε κωλοπαντιέρα τη Βουλιαγμένης τα παρασκευοσάββατα; — Ναι, τι;
    — Να, απλά αν περνάς από κει, στο ύψος της Ηλιούπολης θα δεις ένα απ' αυτά τα μικρά εκκλησάκια με το καντηλάκι, φρέσκο-φρέσκο. Δικό του είναι...

Βάλαμε φωτιά στα φρένα (από Khan, 20/08/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εδώ δεν αναφερόμαστε σε πρώιμα βυζάκια εφήβων, αλλά σε δυσοίωνα καρουμπαλίδια στις πάντες σε λάστιχα αυτοκινήτων, μηχανών ή άλλων πουτσύλατων, που αναπτύσσονται λόγω φθοράς ή μετά από γερό γδάρσιμο σε πεζοδρόμιο.

Ο βουλκανιζάτωρ δεν την παλεύει την κατάσταση και ενδείκνυται άμεση αντικατάσταση λάστιχου προς αποφυγήν πολύνεκρου.

Ένα προβλημα που είχα ήταν ότι ένα μπροστινο λαστιχο στα 45000 πεταξε βυζι. Φταιει το οτι τα Michelin θεωρουνται μαλακα κ αν ανεβαινεις πεζοδρομια ισως πεταξουν βυζι; (από εδώ)

Κάποια στιγμή έκανα μια ταρζανιά και έπεσα με φόρα πάνω σε κράσπεδο-πεζοδρόμιο, το οποιο προεξείχε και το ανέβηκα λόγω που ο δρόμος ήταν πολύ ανηφορικός και δεν φαινόταν
Αποτέλεσμα να πετάξει το λάστιχο βυζί και να το αλλάξω.
(από εδώ)

Βυζάκια έξω λοιπον (από Vrastaman, 25/05/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δεν αναφερόμεθα στο σύστημα ασφαλούς παρκαρίσματος parktronic.

Το συγκεκριμένο ηχητικό σύστημα υποβοήθησης στάθμευσης είναι απόλυτα αναλογικό, εντελώς δωρεάν, και μας υποστηρίζει άκρως αποτελεσματικά στη στάθμευση και τους ελιγμούς σε στριμόκωλους χώρους.

Ενδείκνυται σε παλαιότερα τουτούνια που έχουν ήδη χάσει ότι πολυτιμότερο είχαν, ή σε νοικιάρικα. Να σημειωθεί ότι το παρκάρισμα με το αυτί είναι και ιδιαίτερα αγχολυτικό, σκέτη καύλα στο μέτρο που δεν σε πιάσουν.

Βλ. και διά της ακουστικής μεθόδου.

- Έλα μωρέ... λίγο στον μπρος.. λίγο στον πίσω.. και μπήκες !!!! Ετσι, έτσι,
στο κάτω-κάτω παρκάρεις και με τα αυτιά...;):rofl: σντουπ γκτουπ ΠΟΙΝΓΚ...
(εδώ)

- Oι δάσκαλοι λένε να σταματάς στο σημείο που η μεσαία κολόνα σου να ευθυγραμμίζεται με το τελείωμα του πίσω προφυλακτήρα του μπροστά αυτοκινήτου και μετά με δύο κινήσεις-στρίψιμο με ανάποδο τιμόνι 45 μοίρες, ανάποδο τιμόνι για να μπει και το εμπρός μέρος και μετά ευθυγράμμιση αν χρειάζεται. εγώ τόσα χρόνια αυτή τη μέθοδο χρησιμοποιώ, άντε να σταματήσω λίγο πιο μπροστά. Α, και κατά την εξάσκηση βάλε ωτασπίδες στον φίλο σου, ώστε να μη προστεθεί στη λίστα άλλος ένας απ' αυτούς που παρκάρουν με τ' αυτί...
(εκεί)

(από Vrastaman, 07/02/10)Γούντι Άλεν, «Μπανάνες» (1971) (από vikar, 27/07/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified