Selected tags

Further tags

Επίσης, ο κοντός άνδρας με ψηλή γυναίκα.

Ο Σαρκοζί πρέπει να γίνει μουνομάχος για να παλέψει την Κάρλα Μπρούνι.

(από pavleas, 05/02/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο αυνανιστής, ο αυνάνας. Έχει μεγάλο ιδεαλισμό ως lonely rider, και γι' αυτό γίνεται καβαλάρης μόνο στην φαντασία του.

- Είναι καβαλάρης ο Λούλης;
- Μπα, μόνο μοναχικός καβαλάρης.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μεταφορά των Λετονών για το τρίο, τριολέ, ménage à trois. Ειδικά για την εκδοχή ένας άντρας δυο γυναίκες.

Γίνεται και τρικάβαλο, από εκεί και πέρα μπορεί να μπατάρει το εργαλείο και να μην αντέξει.

-Είδα χτες τον Μένιο πάνω στο μοτοσυκλετόνι, να έχει δικάβαλο Λίλιαν και Λάουρα!

(από pavleas, 05/02/09)(από Galadriel, 31/03/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το αιδοίο.

1) Επειδή ρίχνεις ψήφο. 2) Επειδή κανείς δεν ξέρει τι θα βγει από την κάλπη. Το δεύτερο παίζεται στην εποχή των έξιτ poll, αλλά και των υπερηχογραφημάτων.

Με λίγη φαντασία παραπάνω και για τον κώλο για δύο παρόμοιους λόγους.

Ρίξ' την ψήφο αγόρι μου στην κάλπη! Ριξ' τη δαγκωτή, να βγάλεις αυτοδυναμία, να ολοκληρώσεις την τετραετία.

Όταν ο Σταύρος Θεοδωράκης εμπνέεται από το σλανγκρ. (από Khan, 20/05/14)Στο 0.55. (από Khan, 26/02/15)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το πρωκτικό σεξ κατά τον Τζίμη Πανούση. Κατά το «λιποαναρρόφηση».

Η λογική είναι ότι ο σκατοσπρώχτης ζμπρώγνει την κουράδα προς τα μέσα, κι έτσι αυτή αναρροφάται στα εξ ων προήλθε.

(Προσπάθεια απομυθοποίησης σε κουβέντα με πρωκτοφοβική γκόμενα):
-Σκέψου το λίγο καλύτερα! Τι είναι πια κι αυτό το πρωκτικό; Μια κουραδοαναρρόφηση είναι! Αντί να βγει προς τα έξω, μπαίνει προς τα μέσα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

«Τρώω» μια γκόμενα/ο στο πρωκτικό σεξ.

Από το αγγλικό anal, λατινιστί anus.

Παρομοίως: analύω, analώνω, κατanalίσκω, analυτική φιλοσοφία, κατanalωτική κοινωνία.

Μένιος: Κι είχα το δίλημμα: Να καταναλώσω την Λάουρα επιτόπου, ή να την πάρω για το σπίτι;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γαμώ γεμίζοντας κοιλότητα. Κυρίως για το στοματικό σεξ. Παρετυμολογείται από το «τσι-μπουκώνω».

Οι Γιαπωνέζοι που παίζανε το μπουκάκι τη μπούκωναν εναλλάξ.

Got a better definition? Add it!

Published

Η πίπα κλίνεται και ως τριτόκλιτο, η πιψ, της πιπός. Κατά το η μόδα, της μοδός. Μήπως έχει σχέση και με τις καραμέλες Βιξ για το λαιμό;

Μιλάμε, αυτό που μού 'κανε ήταν η πιψ της πιπός!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κάνω πρωκτικό σεξ ως παθητικός.

Clopyright: Τζίμης Πανούσης και Χαλικούτης βλ. κουραδοαναρρόφηση.

Μεγάλος χέστης ο Λούλης! Αλλά προς τα μέσα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο επιχειρών ερωτική επαφή χωρίς χρήση προφυλακτικού.

- Άσε, φίλε, ξεμείναμε χτες με την Σούλα και δεν υπήρχε περίπτερο ανοιχτό βραδιάτικα, οπότε... την είδα κομμάντο.

Got a better definition? Add it!

Published