Αστραπιαία ταχύτητα, που αποκτά κάποιο σώμα σπάζοντας το φράγμα του ήχου.
-Είσαι με την Αννούλα; Ο άντρας της είναι στην είσοδο και ανεβαίνει· κάν' την φτερομπάμ!
Αστραπιαία ταχύτητα, που αποκτά κάποιο σώμα σπάζοντας το φράγμα του ήχου.
-Είσαι με την Αννούλα; Ο άντρας της είναι στην είσοδο και ανεβαίνει· κάν' την φτερομπάμ!
Got a better definition? Add it!
Τυπολογικό όνομα που δηλώνει τον βιαστικό άνθρωπο, που βιάζεται να κρίνει, είναι ανυπόμονος, τσαπατσούλης και δεν αφοσιώνεται σε αυτό που κάνει. Σλανγκική Θεοδώρα είναι και η παστρικοθοδώρα.
Got a better definition? Add it!
Πάω πολύ γρήγορα. Πάω γαμιώντας.
Από εδώ:
- Μάλλον σε εσένα παίζει ρόλο η ρομ που δεν έχεις θέμα με τις αντιγραφές.
Δεν είπες όμως interactive πάει κροτίδα ή είναι η ιδέα μου.
- Να σου πω την αλήθεια και εμένα μου φαίνεται ότι είναι ένα τικ πάνω.
Από εδώ:
- η εγινε ρε παιδια παλι σερνεται ή μονο σε μενα φαινεται αυτο τωρα το απογευμα που μπηκα δεν υπηρχε με τιποτα η ταχυτητα που ειχαμε συνηθησει τελευταια ετσι δεν ειναι??????????????????
- εδώ στα βόρεια πάει κροτίδα! Όπως άλλωστε και οτιδήποτε άλλο (μηχάνημα, όχημα, γυναίκα κτλ), πέσει στα χέρια μου :D
Got a better definition? Add it!
Τα φλόκια της Ψωλής, συνονθύλευμα σπερματοζωαρίων, σπέρμα, χύσια.
Η Ζέτα χθές στο αμάξι ενώ μου έπαιζε κλαρίνο της κρατούσα το κεφάλι και όταν τελείωσα πνίγηκε μαλάκα μου.. Τα χρειάστηκα. Εβηχε η καργιόλα και μου το σοβάτισε το αμάξι με ψωλοφλόκια.
Got a better definition? Add it!
Χρησιμοποιείται κατά κόρον σε χωριά της Εύβοιας (στην περιοχή γύρω από την Κύμη μέχρι το Αλιβέρι) και σημαίνει, ανάλογα με την περίπτωση:
Απαντάται και το ρήμα φταρώνομαι, κυρίως στον αόριστο στα 3 πρόσωπα του ενικού:
Ρε μαλάκα πως μπαίνεις έτσι απότομα, φταρώθηκα!
Got a better definition? Add it!
Published
Στην ποικιλία της Λευκάδας και της Κεφαλονιάς σημαίνει αμέσως, γρήγορα.
Έρχομαι δελέγκου.
Got a better definition? Add it!
Ποδοσφαιροσλάνγκ για τον αργό ποδοσφαιριστή.
Γεμίσαμε αργοκαρούτες αδελφάκι μου. (Εδώ).
Got a better definition? Add it!
Ο πολύ γρήγορος οδηγός, ο γκαζοφονιάς.
- Πάτα φρένο ρε, δεν το βλέπεις το φανάρι που είναι κόκκινο; Εντάξει είσαι γκαζάκιας αλλά μη μας σκοτώσεις κιόλας!
Βλέπε και καυλόγκαζο.
Got a better definition? Add it!
Στην γλωσσα των αλογομούρηδων, όπως και το γαϊδούρι, σημαίνει το αουτσάϊντερ άλογο, το αργό, με τις λιγότερες πιθανότητες να κερδίσει.
- Κοίτα τον κωλόφαρδο! Πόνταρε σε μουλάρι και κέρδισε!
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Από το αγγλικό speed και κατ' επέκταση από το «σπιντάκι» (άλλως: μεθαμφεταμίνη): η κεκτημένη ταχύτητα, η υπερβολική ενέργεια που μας ξεπερνά για κάποιον λόγο -ο οποίος λόγος κάλλιστα μπορεί να είναι εσωτερική ένταση. Το ρήμα είναι σπιντάρω. Το λέμε και για αυτοκίνητα και γενικότερα με οτιδήποτε σχετίζεται με ταχύτητα.
Προφέρεται σπίdα και όχι σπίntα.
Γράφεται και με -η-.
Σήμερα το πρωί δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου... και ξαφνικά μ' έπιασε μια σπίντα άλλο πράμα, πέταγα, ούτε ξέρω πώς τα έκανα όλα μέσα σε χρόνο dt... και τώρα είμαι κομμάτια...
βλ. και σπινταριστός
Got a better definition? Add it!