Further tags

Σχετικά βαθύ μαγειρικό σκεύος, κατσαρόλα. Κυρίως στα Επτάνησα.

Κατέβασε την παδέλα από την φωτιά.
Μην τρως μέσα από την παδέλα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Απαξιωτικός χαρακτηρισμός ανθρώπου, ιδιαίτερα ψαρά, φτωχού και κάποιου που η βλακεία του προκαλεί προβλήματα.

Προέρχεται από την ενετοκρατία στην Λευκάδα όταν μετανάστες από το Μπουράνο ήρθαν ως ψαράδες: Μπουράνο > μπουρανέλος > μπρανέλος.

- Ούτε μια γέφυρα δεν μπορούμε να φτιάξουμε χωρίς οι ψαράδες να κλαίνε. - Τι περίμενες με τους μπρανέλους.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στη Λευκάδα, μπροστομούνι είναι η ονομασία της ποδιάς που φορά η γυναίκα επειδή το ύφασμα πέφτει μπροστά από το συγκεκριμένο σημείο του σώματός της.

Μαριώ τράβα μπρουστά το μπρουστουμούνι σου άιντε!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

συμπλοιοκτήτης, συνιδιοκτήτης, μεριδιοῦχος.

Τὸ εἶχα ἀκούσει μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια ἀπὸ κάποιον παλιὸ ναυτικὸ πρὶν ἀπὸ ἀρκετὰ χρὸνια. Ὅπως λέει καὶ τὸ wiktionary ἦταν "όρος ιδιαίτερα διαδεδομένος στη νησιωτική Ελλάδα, στην ελληνική επανάσταση του 1821 οι περισσότεροι καραβοκύρηδες ήταν παρτσινέβελοι, αργότερα ο όρος εξελίχθηκε σε επίθετο." ἐδῶ

Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας, τὴν ἐποχὴ τῆς μεγάλης ἀνάπτυξης τῆς ναυτιλίας στὴ νησιωτικὴ Ἑλλάδα (ἐξ αἰτίας τῆς συνθήκης τοῦ Κιουτσοὺκ Καϊναρτζῆ καὶ τῶν Ναπολεοντίων Πολέμων) ἦταν πολὺ διαδεδομένος καὶ ὁ θεσμὸς τοῦ συντροφοναύτη, δηλ. τοῦ ναύτη ποὺ πληρωνόταν, ὄχι μὲ μισθὸ, ἀλλὰ μὲ ποσοστὰ ἀπὸ τὰ κέρδη τοῦ πλοίου. ἐδῶ

Στα 15 τον έβαλε ο πατέρας του παρτσινέβελο, δηλαδή μεριδιούχο στο πλοίο του, και στα 18 του ναυπήγησε την πρώτη γαλιότα. (Ιωάννης Βαρβάκης) ἐδῶ

Ἡ λέξη μὲ σχεδὸν τὴν ἴδια ἔννοια (συνιδιοκτήτης) χρησιμοποιεῖται καὶ σχετικὰ πρόσφατα:

Τα βιβλία του τυπώνονταν στα καλύτερα τυπογραφεία της Αθήνας και, όπως γράφει στην Προσωπική Ικαρολογία το 1993 ο Γ.Π. Σαββίδης, «σιγά-σιγά, όλες οι εκδόσεις του Ίκαρου απόκτησαν ένα διακεκριμένο ύφος, εν μέρει οφειλόμενο στην εικαστική ευαισθησία των δύο παρτσινέβελων (συνιδιοκτητών), και στην προσωπική τους φιλία με τον Μόραλη και τον Τσαρούχη». (Εφημερίδα Το Βήμα, 10/8/1997) ἐδῶ

Τὀ wiktionary δίνει ὡς πιθανὲς ἐτυμολογίες: < ἰταλικά barcaiuolo / barcaiolo (βαρκάρης) ἤ τουρκικά parça (κομμάτι). Ἡ ἔννοια τῆς συνιδιοκτησίας μᾶς ὁδηγεῖ μᾶλλον στὴ δεύτερη.

Στὸ wiktionary καὶ στὸ Κερκυραϊκὸ Λεξικὸ τὴ βρίσκουμε μὲ 2η ἔννοια νοικοκύρης, ἀφεντικὸ.

Ὅλα κι ὅλα! Δὲ θὰ σὲ βάλω καὶ παρτσινέβελο στὸ κεφάλι μου!

  1. Τέλος στὸ γλωσσάρι τοῦ Τσιφόρου τὴν βρίσκουμε μὲ 3η ἔννοια

παρτσινέβελος = σύρτης

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η φλιτζάνα, η κούπα. Από το σλάβικο/ρωσσικό чашка (προφέρεται το ίδιο). Σε χρήση σε πολλά μέρη της Ελλάδας: χωριά του νομού Δράμας, χωριά της Αιτωλοακαρνανίας, στα Ψαρά, στην Ιθάκη, Πιθανών και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας και των Βαλκανίων. Μάλλον δάνειο από τα σλαβομακεδόνικα ή τα βουλγάρικα που πέρασε στα ελληνικά στη βόρεια Ελλάδα. Στα Ψαρά πιθανών ήρθε από τους έποικους από την ηπειρωτική Ελλάδα που τα εποίκισαν κατά το μεσαίωνα. Μοιάζει επίσης με το ουγγρικό csésze (προφέρετε τσίσε με μακρόσυρτο το δεύτερο "σ") που σημαίνει κύπελο (όχι το αθλητικό).

-Να στον κάνω διπλό στη τσάσκα τον καφέ;

-Όχι, μονό. Στο φλιτζάνι.

Επίσης εδώ και εδώ

Got a better definition? Add it!

Published

Σχεδόν, στο όριο.

Απ' όσο ξέρω Λευκαδίτικη έκφραση που οπτικοποιεί το οριακό μιας κατάστασης: τόσο εύκολα απ' τη μία, όσο εύκολα κι απ' την άλλη μεριά του πράγματος, με την έκβαση να καθορίζεται από εξωτερικούς μάλλον παράγοντες. Φράση της καθομιλουμένης μάλλον, παρά της αργκό.

Παράρτημα

Το πρόθεμα εδ στο εκεί προέρχεται από το "εδώ" (υποθέτω) και αποτελεί μέρος της παράδοσης στη λευκάδα να μπαίνουν προθέματα και επιθέματα σε τέτοιου τύπου τοπικά επιρρήματα. Η κλιμάκωση έχει ως εξής, με σειρά αυξανόμενης απόστασης: εδώ, εδεκεί, εκεί. Το κλασσικό επίθεμα θε που σημαίνει από τόπου κίνηση, σε κατάσταση υπερδιόρθωσης πολύ συχνά συντάσεται με το από, δηλαδή η φράση "από δώθε" είναι πολύ κλασσική, και ενδέχεται να πάρει και το εμφατικό επίθεμα νε, και να γίνει "δώθενε".

Στα του λήμματος, το εδ είναι απολύτως βασικό στην συγκεκριμένη έκφραση και χρησιμοποιείται όταν δείχνουμε έναν τόπο που βρίσκεται ούτε κοντά ούτε μακρυά.

- Καλά, κιο δεν του τράβηξες κάνα τριομφίδι μ' αυτά που σου 'λεγε;
- Εδεκεί κι εδεκεί ήμουνα, αλλά είπα να μήν τονε στείλω σε κάνα νοσοκομείο χρονιάρες μέρες.

- Το περνάς το μάθημα;
- Εδεκεί κι εδεκεί είμαι, θα δούμε όταν ανάψει τον ανεμιστήρα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Διαδικασία πριν από παιχνίδι μπάλας ή μπάσκετ για να αποφασιστεί ποιος θα διαλέξει πρώτος παίχτες. Οι δύο που θα διάλεγαν ξεκίναγαν αντικριστοί από τυχαία αλλά λογική απόσταση και έκαναν τρία βήματα ο καθένας στη σειρά του λέγοντας σημαία ο ένας και κοντάρι ο άλλος και βαδίζοντας ευθεία. Ο πρώτος που πάταγε τον άλλον διάλεγε παίχτη πρώτος.

Επιτρεπόμενα βήματα: το ένα πόδι κολλητά μπροστά απ' το άλλο στη συνήθη διεύθυνση του βήματος (ολόκληρα), τα πόδια εγκάρσια στη διεύθυνση του βαδίσματος και πάντα κολλητά (μισά), και τέλος (σε προσυμφωνία αν επιτρέπονται ή όχι, και παράδεισος για κλέψιμο) βηματάκια βάζοντας τη μύτη του ενός ποδιού μπροστά απ' την άλλη (μυτούλες, ίσως και μυτίτσες, δε θυμάμαι).

Κατά κύριο λόγο παιδική κατάσταση, μέχρι αρχές εφηβείας, οπότε και οι λέξεις σημαία-κοντάρι αντικαθιστούντο από οποιαδήποτε τρισύλλαβη λέξη, με προτίμηση σε παπάρι, αρχίδι και ό,τι.

Στάνταρ λευκάδα, πείτε και στα σχόλια να δούμε τι διάδοση είχε και τι παραλλαγές.

Βλέπε και σχόλια εδώ. Αφιερούται τω χτήνως.

- Πάμε ρεβάνς ή καινούργιες ομάδες;
- Καινούργιες. (στήνονται σε γραμμή δύο παιδιά) Σή-Μαί-Ά.
- Κό-Ντά-Ρί.
κτλ. με πιθανό ψιλοκαβγά πριν αρχίσει το παιχνίδι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μεταβατικό, βουτάω κάποιον. Τον πιάνω, τον τσιμπάω, και του ρίχνω ξύλο, αλλά μάλλον ελαφρύ.

Για την απλή έννοια του πιάνω κάποιον βίαια, βλέπε το παράδειγμα εδώ:

Προπονητής «βούτηξε» από το λαιμό αντίπαλο παίκτη στην Αγγλία

όπου ο συντάκτης για κάποιο λόγο το θεωρεί αρκετά αδόκιμο ώστε να δικαιολογεί εισαγωγικά.

Χρησιμοποιούμενο μ' αυτήν την έννοια, συνήθως συμπληρώνεται με κάποιο απ' τα απ' τον γιακά, απ' το λαιμό, απ' τα μαλλιά, τα οποία νομίζω εξαντλούν την χρήση του βουτάω κατ' αυτόν τον τρόπο.

Στη Λευκάδα το θυμάμαι να παίζει απόλυτο, βουτάω κάποιον, χωρίς παρεταίρω προσδιορισμό, δηλώνων την πρόθεση να πέσει και καμιά ψιλή. Μάλλον παιδική-εφηβική χρήση, συχνά ως απειλή.

  1. Θα σε β'τήξω, ε;
  2. Ναι, λέγε τ' τέτοια και σε β'τήξ' και μετά 'α κλαις.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο μαλάκας.

Από το ιταλικό stronzo, που στη γείτονα σημαίνει στην κυριολεξία «κουράδα», αλλά χρησιμοποιείται κατακόρον ως κακόσημος χαρακτηρισμός. Με την κυριολεξία της, η λέξη απαντάται, βλέπω, και στα Επτάνησα:

Στρόντζος (ο): Ξεραμένο κόπρανο Κερκυραϊκό λεξικό

ρε παιδια τι σχεση εχει ο δημαρχος? Ελεος ...Δεξιος στροντζος ειναι - δεν ειναι εκει το θεμα , αλλα οχι οτι παιρνει και αυτος τις αποφασεις ...Ουτε η κυβερνηση τις παιρνει

εδώ

Αλλά για τον Αξιότερο Έλληνα Ποδοσφαιριστή δε θα πει ποτέ κουβέντα ο στρόντζος ο Κάρπετ.

από φόρουμ

..δολοφόνησαν οι φεράρηδες τον Μάσσα ωρέ ; ! Α τους στρόντζους !

από το ινσόμνια τζι άρ

Αυτά που λέω πριν τα κάλαντα των Χριστουγέννων, τα λες με τις λαμπάδες του Πάσχα, ρε στρόντζε!

από φόρουμ

Προσωπικά δε θα άντεχα με τίποτα να με κάναν συχνά πυκνά ρεζίλι όπως σε έχω κάνει εγώ σε όσα θέματα και αν έχουμε κοντραριστεί!! Για να φανταστείς πόσο στρόντζος είσαι, έχουμε επιγραφές με το όνομα Όσιρις στην Αίγυπτο, από τότε που άρχισαν να τον λατρεύουν ως θεό! Άρα κατά την τετράγωνη λογική σου....ο Όσιρις είναι είτε[σ.ς. ;...] υπαρκτό θεϊκό πρόσωπο!

από το φόρουμ τζι αρ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εδώ βλέπω ότι η λέξη είναι ηπειρώτικη και σημαίνει μαλαπέρδα. Το θυμάμαι στην Λευκάδα να παίζει ως τζενέρικ προσβολή, χωρίς να θυμάμαι τη λέξη να χρησιμοποιείται με την έννοια του πέους.
Είναι άλλωστε παγιωμένη η σχέση της Λευκάδας, κυρίως της πόλης, με τη Ρούμελη και την Ήπειρο, περισσότερο απ' τ' άλλα νησιά του Ιονίου.

Άντε γαμήσου παραπέρα ρε πουτσοφλίγκαρε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified