Selected tags

Πλιζ, απόφυγε αυτήν την ετικέτα, καθώς πρόκειται σύντομα να απαλειφθεί!

Αν δεν βρεις ετικέτες που να ταιριάζουν στον ορισμό σου, ανέβασέ τον χωρίς ετικέτες και στείλε κατόπιν αναφορά στους συντονιστές υποδεικνύοντας τις ετικέτες που θα ήθελες να του προσαρτηθούν.

Ἔτσι λέγεται ὁ κασμὰς (τὸ σκαπτικὸ ἐργαλεῖο) στὴ ΒΔ Κρήτη.

Ἐπειδὴ στὴν αὐτὴ περιοχὴ ὀνομάζεται μπίκα ἡ μύτη (ἀνατ., ἀλλὰ καὶ κάθε αἰχμηρὴ διαμόρφωσι), συνάγω ὅτι ἡ ἐτυμολογικὴ προέλευσι πρέπει νὰ εἶναι ἰταλ. becco (ἀγγλ. beak)>μπίκα=μύτη>μπίκος=κασμάς (προφ. διότι εἶναι μυτερός).

Θεωρῶ ἐπίσης ὅτι δὲν ὑφίσταται ἐτυμολογικὴ σχέσις μὲ τὸν μπί(ῆ)κο=ταῦρο, μιᾶς καὶ ἡ προσφερθεῖσα ὑπὸ ΜΧΣ ἀνάλυσις ἦτο πλέον ἢ πειστική.

Οἱ χωροφυλάtchοι μᾶς ἀρωτούσανε ντελόγο στὰ σύνορα ἦντα δουλιὰν ἐκάμαμε. Τchὲ μεῖς τὼς ἐλέγαμε πράμα ματσακούπι τchὲ μπικαδάτchι τch´ ἐτσὰ πράματα, σκαφιάδες πὼς ἤμαστονε ἐδά, νὰ θρέψωμε θέλει τὰ μπαντέρμα τὰ κοπέλια μας.
(ἀπὸ σημειώσεις τοῦ παπποῦ μου γιὰ τὸν Μακεδονικὸ ἀγῶνα).

Got a better definition? Add it!

Published

Κρυφτούλι για ναζάκια. Πειραχτικό ζουζουνίστικο παιχνιδάκι - το γνωστό διεθνές «κούκου - τζα!».

Η παιδική - και όχι μόνο - ατάκα «σου την έσκασα», εξ ου και το σκασάκια, αντίστοιχη της «σου την έφερα» σημαίνει σε κορόιδεψα, αλλά με διάθεση να παίξω. Στόχος μου είναι να σε πειράξω γλυκά κι αγαπησιάρικα, ώστε στο τέλος να γελάσουμε και οι δύο μαζί και όχι να σε βλάψω πραγματικά (Παράδειγμα 1).

Από την άλλη μεριά, σκασάκια μπορεί να σου κάνω για να σου μπω στο μάτι, να σου σπάσω τ' αρχίδια να γουστάρω, έτσι για τη φάση - εκνευριστικόν έως εξοργιστικόν (λοιπά παραδείγματα).

Σου κάνω σκασάκια στη γλώσσα των ενηλίκων ενέχει έναν παλιμπαιδισμό που παίζει να είναι χαριτωμένος ή αντιθέτως εντελώς γελοίος, όπως κάθε αστείο με το οποίο δε γελάει κανείς.

-Ελένη; Πού είσαι καλέ; χμμμ Ελένη...;... Ελέεεενηηηη... Ελένη μη με φρικάρεις, τι σκατά, κρύφτηκες; (μαλάκα πάει το καλό, έφυγε)
-(εντός ντουλάπας - κούκουυυ)
-Ρε Ελένη κρύφτηκες μέσα στη ντουλάπα να μου κάνεις σκασάκια; Τι ξενέρα είναι αυτό; Νόμιζα ότι την έκανες!
-Βρε μωρούλι μου... είπα να σου κάνω κούκου να γελάσουμε και μετά να σε γαργαλήσω κιόλας αλλά...
-Μπράβο μπέμπα, πόσω χρονώ είσαι είπαμε; Πα να φάμε γιατί μετά απ' αυτό δεν υπάρχει να μου κάνει κούκου.
-...έεεεελα βρε μωράαααακιιιιι... Τζάμπα το αυτοκινήτου το καινούριο; -Κούκου.

Εδώ: ...άμα της σβούριζε το τέρας της συζυγικής ζήλιας, τα μυαλά- ένεκα τα σιληπορδήματα του πατρός- προκειμένου να τον εκδικηθεί- όταν δεν κάπνιζε μπροστά στα μούτρα του για να του κάνει σκασάκια- του έφτυνε με ροχάλα θυμού, την τελευταία κουβέντα – πρώτη.

Εδώ: αυτά δε ξεχνιώνται τη στιγμή που ο παρών είχε και μούτρα να κάνει σκασάκια μετά από τόσες ξεφτύλες και ν ακάνει και το δύσκολο να παραμείνει.

Εδώ: Κι΄ αν ήτανε από αυτούς, όπου πετούν γκαζάκια, πού ρίχνουνε μολότοφες, και κάνουνε σκασάκια,
πού καίνε τ΄ αυτοκίνητα, και τις επιχειρήσεις,
πού γράφουνε με χρώματα, τά σπίτια, τά γραφεία [θα του έκανε μεγάλο κακό]

Εδώ: η μαρσέιγ τον έδωσε γιατί βρήκε κορόιδο αλλιώς θα τον δάνειζε σε καμμιά ουότφορντ. ή μήπως υπήρχαν άλλες προτάσεις. απλά ήθελε ένα όνομα ο βάζελος για να κάνει σκασάκια στο κόκκαλη όπως με λέτο ή καστίγιο που διαδίδεται.

Εδώ: ...ομολογώ ότι η τεμπελιά μου με την εκκλησία, χρονολογείται ΠΑΙΔΙΟΘΕΝ..[...] Μέχρι τότε, από τον Ιούλιο του 2008 που ξεκίνησε αυτη η σελιδα, μια ανάρτηση είχα κρεμάσει όλη κι όλη, για να κάνω σκασάκια σε έναν παπά, που την είχε βρεί απαράδεκτη ...χαχα...

Σκασάκια! (από Galadriel, 22/11/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μια κι έξω, μπιγκ, τσακ-μπαμ, σε ντετέ.

παλιότερο: μπαμ-μπαμ (=τσάκα-τσάκα)

νεότερο: στο μπαμ

επιτακτικό: στο μπαμ-μπαμ.

~~~~~

Επίσης η λέξη μπαμ δηλώνει και ρυθμό: την θέση, όχι την άρση και είναι αντίστοιχη του «ταμ».

  1. Στο μπαμ τριαδα... Καλησπέρα παικταράδες μου, Μια γρήγορη τριαδούλα για σήμερα γιατί μείναμε πίσω λόγο φόρτου εργασίας και υποχρεώσεων

  2. Έλα ρε Βαγγέλη να το φτιάξουμε εδώ μπαμ-μπαμ, να τελειώνει!

  3. Σχετικα λιγη ωρα κρατησε η τελετη ορκωμοσιας για την αναληψη της προεδριας της Αμερικης απο τον Μπαρακ Ο-μπαμ. Εγινε στο μπαμ-μπαμ.

  4. Τι κοινό έχει μία βόμβα, ένα τυρί και το 'ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας';- Μπαμ τύρι τύρι τύρι...

Got a better definition? Add it!

Published

Ο μισθός που παίρνει κάποιος που δουλεύει νύχτα, εφόσον υπάρχει και το μεροκάματο. Το νυχτοκάματο αναφέρεται σε νυχτερινή βάρδια, και γενικότερα για επαγγέλματα που ασκούνται τη νύχτα, όπως για παράδειγμα οι πουτάνες.

Αρσενικό: Πόσο πάει για ένα στα γρήγορα;
Πόρνη: 20 ευρώ.
Αρσενικό: 20;; Δε βγαίνει το νυχτοκάματο και είπατε να το ακριβύνετε;
Πόρνη: Όχι καλέ, είναι το δώρο (των Χριστουγέννων)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Ξεφορτώνομαι ή απομακρύνω κάποιον/κάποια με συνοπτικές διαδικασίες και χωρίς περιττές και ανούσιες δικαιολογίες και εξηγήσεις.

  2. Ξαφνιάζω, ξεπερνάω ή απλά αφήνω κάποιον μαλάκα με την επιδεξιότητα ή την τεχνική/εκτελεστική μου δεινότητα σε κάτι.

Παραδείγματα ατόμων που πήγαν για τσιγάρα και δεν ξαναγύρισαν υπάρχουν σε διάφορες εκφάνσεις της τέχνης. Ωστόσο, η ενεργητική χρήση της φράσης αναδεικνύει μία άλλη πτυχή, αυτή της απαξίωσης απέναντι στον/στην κατά συνθήκη αγγαρειομάχο, μία ύστατη και τέλεια μορφή ξεφτίλας: Εν τέλει, δεν είναι παρά το παιδί για το τασάκι κι όποτε θέλω του τραβάω ένα σούτο και πάμε γι' άλλα. Τον έχω για πασατέμπος, που θα' λεγε κι ο Χιώτης. Τόσο απλά.

Η δεύτερη περίπτωση χρήσης δεν αναδεικνύει μεν τέτοιον απύθμενο εγωισμό, αλλά η ξεφτίλα είναι η ίδια. Κι αν γίνεται ενώπιον κοινού, μόκο και τα ρέστα δικά του.

  1. Μπορεί να αναφέρει τις προηγούμενες σχέσεις του, και θα σε διαβεβαιώσει ότι εισέπραξε απαράδεκτη συμπεριφορά παρά το πόσο εξαιρετικά συμπεριφέρθηκε σε εκείνο το άτομο. Κοκορεύεται για τις εκρήξεις θυμού του και την απαξιωτική συμπεριφορά του διότι δεν αναγνωρίζει τίποτα κακό στη βιαιότητα και υπερηφανεύεται ότι “δε σηκώνει μύγα στο σπαθί του” (ναι, την έστειλε για τσιγάρα και αυτή ακόμα τον περιμένει - παρά το γεγονός ότι ήταν κουκλάρα μοντελικών διαστάσεων - γιατί ήταν τσούλα και τρελή – βλ. δείκτη 20. Και, φυσικά οι φίλοι του έμειναν με το στόμα ανοιχτό που “έστειλε” τέτοια γκομενάρα). (Από εδώ)

  2. Νόμιζε πως είχε τους μαθητές του απέναντι του…Όλο αερολογίες έλεγε… Πολιτική πες πες κάτι θα μείνει στο τέλος…Πανηγύριζε όταν από την Ν.Δ τον επέλεξαν για υποψήφιο Αντιπεριφερειάρχη Μεσσηνίας… Πανέξυπνος ο Σωτηράκης… Δεν του έκοψε καθόλου πως ο ΄κολλητός΄ του Σαμαράς τον έστειλε για τσιγάρα…Τον ξεφορτώθηκε με τι μια και αυτόν και τον Δράκο…. (Από εκεί)

  3. Σαν σύνολο η αποδοσή του μπορεί να χαρακτηριστεί μέτρια προς καλή. Έδωσε βοήθειες τόσο στην αμυντική λειτουργία της ομάδας, όσο και στην επιθετική. Αν φέρει κάπου ευθύνη είναι στο πρώτο γκολ της ομάδας του, όπου ο Καστίγιο τον έστειλε για… τσιγάρα και εν συνεχεία έβγαλε στον Κωνσταντίνου, που έκανε το 1-0! (Από πιο πέρα)

  4. Τo τελικό 4-0 σημειώθηκε στo 83΄ όταν o Χαλιμακoύδης σε διάστημα λόγων μέτρων έστειλε για τσιγάρα δύo αμυντικoύς της Δόξας, έκoψε στoν Τσαβδαρίδη πoυ με κoντινό σoυτ έστειλε τη μπάλα στα δίχτυα…(Από πιο κεί)

0.40: "Με στέλνεις στο περίπτερο τσιγάρα να σου πάρω και μέσα σε 8 λεπτά βολεύεις τον κουμπάρο" (από Khan, 22/01/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Αναλαμβάνω ολομόναχος να φέρω εις πέρας κάτι μετά κόπου και αυτοθυσίας, υπέρ πίστεως, πατρίδας και οικογένειας γιατί μπορώ, ή γιατί πολύ απλά κανείς άλλος δεν μπορεί να το κάνει, ή δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με δαύτο.

  2. Μονοπωλώ κάτι και διεκδικώ με λύσσα την αποκλειστική νομή, χρήση και εκπροσώπηση αυτού, μη και τολμήσει κάποιος άλλος να μου το πάρει. Η χρήση της εργολαβίας σε αυτή την περίπτωση μπορεί να περικλείει πολλά και ετερόκλητα πράγματα, από ιδεολογίες και κοινωνικές τάσεις μέχρι τη συζήτηση (για οποιοδήποτε θέμα) σε κλειστό ή ανοικτό κύκλο, ιδιωτικά η δημοσίως. Ανάλογα με την περίσταση και την περίπτωση μπορεί κάποιος (ή κάποιοι) να παίρνουν εργολαβία τον πατριωτισμό, τη σωτηρία της πατρίδας, την αριστεροσύνη, τον φεμινισμό, το χιούμορ, την ενημέρωση, την ψυχαγωγία, το πισωγλεντοκόπημα, την αλληλεγγύη στης γης τους κολασμένους, την ελεύθερη σκέψη, την απάντηση απ' τον συνομιλητή του, τις σεξουαλικές επιδόσεις κλπ κλπ κλπ με όλα τα γνωστά από την ιστορία και την πραγματικότητα (πρόσφατη και παλιότερη) αποτελέσματα.

  3. Η έκφραση παίρνω εργολαβία έχει και μία τρίτη σημασία, σχετική με την δεύτερη έννοια, που στην περίπτωση αυτή επεκτείνεται σε υλικά αγαθά. Π.χ., παίρνω εργολαβία το ίντερνετ = Μπαστακώνομαι μπροστά στον υπολογιστή και δεν σηκώνομαι ούτε με γερανό, ή παίρνω εργολαβία το φαί = Χλαπακιάζω και δεν αφήνω τον άλλο ούτε να σηκώσει πηρούνι. Μ' άλλα λόγια, με το να παίρνω κάτι εργολαβία δηλώνω σαφή και ξεκάθαρη αντιπαρτουζική στάση.

  1. Μιας και έχει ψιλο-εξαφανιστεί ο Μπόγδης (θα πήρε την άδεια του να ξεσκάσει ο άνθρωπος - είπαμε, το «υποστηρικτής του ΓΑΠ» είναι πλέον το μόνο χόμπυ που κολλάει ένσημα Βαρεά και Ανθυγιεινά) πήρε εργολαβία την υπεράσπιση η «Μελίνα Λ». Το καημένο το Μελινάκι όμως δεν έχει τον στόμφο του θαλερού Δημοσθένη. Κλαψουρίζει λίγο για «δάνεια» και ότι βρήκαμε το φτωχό, το ορφανό και του τα φορτώσαμε όλα και μετά ξεφουσκώνει ... τι να άλλο να πει κιόλας; (Από εδώ)

  2. Αφού σε πήρε εργολαβία η παρέα σε απαντήσεις να σου πω ότι το πιο σημαντικό είναι να βρεις απο τις εταιρείες που πετάνε προς Μαρόκο ποια έχει την καλύτερη πολιτική για μεταφορά εξοπλισμού windsurfing. Πας στο site της εταιρείας και ψάχνεις να βρεις την σχετική πολιτική της. (Από εδώ)

  3. Εγώ ρε το πήρα εργολαβία το προηγούμενο topic; Εσύ εδώ έχεις παστάρει όλα τα ανέκδοτα της χιλιετίας... Και για να σου την σπάσω, πιάσε ένα νέο gifακι! Και να θυμάμαι ότι ίσως εσύ είσαι το επόμενο θύμα... (Από εδώ)

  4. ..στην αρχή, όταν ξεκίνησαν (πριν απο 20φεύγα χρόνια δηλαδή!), ε, συμπαθητικοί ήταν... στη συνέχεια, πήραν εργολαβία την εμπορική πρωτοπορία και έκτοτε ...ΜΑΣ ΕΧΟΥΝ ΠΡΗΞΕΙ ΤΑ ΣΥΚΩΤΙΑ! (Από εδώ)

  5. Βέβαια οι Λιθουανοί και οι λοιποί βαλτικοί τελειωμένοι λαοί ήσαν οι πρώτοι που την έκαναν από την ΕΣΣΔ, αλλά τέλως πάντων, ας μην ενισχύσουμε άλλο τα φιλελληνικά λιακοπούλεια συναισθήματά μας. Άλλωστε το πατριωτιλίκι τώρα το πήραν εργολαβία οι αγανακτισμένοι, άσχετα που πολλοί από δαύτους από ορθογραφία της ελληνικής γλώσσης παίρνουν μηδέν. Μέχρι και ορθογραφία, συντακτικό, γεωγραφία, πατριδογνωσία και πατριωτισμό θα σας μάθουν οι κομμουνισταί βρε, αλλά ποιος μας ακούει. Παρακάτω. (Από εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published

Επενδύω τον οβολό μου εις αγορά υλικού ή άυλου αγαθού. Ήτοι, αγοράζω κάτι.

Χρησιμοποιείται περισσότερο αναφορικά με υλικά αγαθά, σπανιότερα έως καθόλου αναφορικά με άυλα. Δεν χρησιμοποιείται κατά κανόνα σε περιπτώσεις αγοράς υπηρεσιών (π.χ.), αλλά η λαϊκή κατά βάση χρήση του ρήματος με την εν λόγω έννοια δεν αποκλείει το να χρησιμοποιείται και με αυτόν τον τρόπο.

  1. Να το τσίμπησω;;!με τέτοια τιμή το πιο πιθανό είναι να με τσιμπήσει αυτό! (Από εδώ)

  2. Θα το τσίμπαγα αρχές Μαρτίου στο τέλος της εξεταστικής αλλά μου έκανα δώρο το Metal Gear Collection, οπότε θα ασχοληθώ με αυτό. Θα το αγοράσω κάποια άλλη στιγμή 1000%. (Από εδώ)

  3. Μολις πηρα τηλεφωνο στα Μουλτιραμα. Λοιπον φοραει την 2.2. και ειναι 16αρι . Μια χαρα τιμουλα παιδια. Λεω να περασω να το τσιμπησω. (Από εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published

Πανεύκολα, άκοπα, για να περνάει η ώρα.

Συντάσσεται συχνά με το ρήμα έχω, οπότε και παίρνει τις εξής σημασίες:

1α. Έχω για πλάκα κτ: Το' χω και το κατέχω μέσα - έξω, το φέρνω εις πέρας στο άψε-σβήσε και το ξεπετάω σε χρόνο dt.

1β. Καταναλώνω κάτι σε ποσότητες που ξεπερνούν αυτές που θεωρούνται (από τους άλλους πάντα) στάνταρ και νορμάλ, με αποτέλεσμα ο οργανισμός μου να θέλει συνεχώς κι άλλο. Π.χ.: Ένα πακέτο γουίνστον (ή έναν καπνό) το σαββατόβραδο το' χω για πλάκα, ή, πέντε δίπιτα τα' χω για πλάκα.

1γ. Θεωρώ πως αυτό το κάτι είναι ή ασόβαρο (γενικά) ή πολύ ταπεινό βάσει των ικανοτήτων ή της αντίληψης μου.

  1. Έχω για πλάκα κν: Ο κάποιος αυτός θα πάρει φόρα και θα μου κλάσει μία μάντρα, γιατί παλικαράκια σαν την πάρτη του τα έχω στην καλύτερη για πρωινό, ή για ζέσταμα. Και να μη κουνιέται πολύ γιατί δαγκώνω. Η χρήση αυτή αφορά τόσο τις συρράξεις που έχουν να κάνουν με το σώμα όσο και το πνεύμα.

Και στις δύο περιπτώσεις, η πλάκα υποδηλώνει την κυριολεκτική της σημασία, αυτή του ευκαιριακού χαβαλέ ο οποίος δεν έχει ούτε αξία, αλλά ούτε και υπόσταση ή βαθύτερο νόημα που να μπορεί να αντέξει στο διηνεκές.

  1. Περνούσε στον υπολογιστή από 18 έως 20 ώρες το 24ωρο! Τον τελευταίο μήνα δεν είχε βγει ούτε μια φορά από το σπίτι του! Φέρεται να είπε στους αστυνομικούς: «Τι να το κάνω το σχολείο. Εγώ όλους αυτούς του Πολυτεχνείου τούς έχω για πλάκα». Ζήτησε μάλιστα έναν υπολογιστή γιατί άρχισε να του λείπει... (Από εδώ)

  2. Καθότι είμαι κάπως αγύμναστος και 105 κιλά (το φυσιολογικό μου βάρος μια ζωή ήταν στα 75 κιλά, με ύψος 1.82) φοβάμαι ότι θα ζορίζομαι στην αρχή, ειδικά στην τελική ανηφόρα των 35μ αμέσως πριν την δουλειά μου. Όμως αποφάσισα ότι στη ζωή without no pain there is no gain, και ότι δεν αξίζει να δώσω 2500-3000 ευρώ για ηλεκτρικό ποδήλατο της προκοπής ίσια ίσα για μια ανηφόρα την οποία μετά απο λίγο καιρό θα την έχω για πλάκα, άρα πάμε σε κανονικό. (Από εδώ)

  3. Πάντως αν κάτσει κάποιος να το σκεφτεί λογικά, τι την νοιάζει την google για τα στοιχεία μας; Λες και θα τα δει ποτέ κανένας άνθρωπος... Προσωπικά επειδή η χρήση του gmail μου είναι αρκετά περιορισμένη, δεν με αφορά και πολύ το ζήτημα. Δηλαδή το gmail το έχω για «πλάκα» και για υπηρεσίες και χρήση που δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Επίσης το χρησιμοποιώ μόνο στο youtube για να μπορώ να σχολιάζω, και φυσικά πουθενά δεν έχω προσωπικά στοιχεία (αληθινά) εκτός από μία prepaid κάρτα για το android market που δεν νομίζω πως τους αφορά και πολύ αυτό. Ακόμα και τα στοιχεία που έχω δώσει εκεί είναι ψεύτικα. (Από εδώ)

  4. Έγινε πιο μεγάλο; ναί και γουστάρω με χίλια!!
    Το setup; το έχω για πλάκα.Όσο πιο καλά προσέξεις και δέν βιαστείς θα απολαύσεις μετά ένα καταπληκτικό άτμισμα!! (Από εδώ)

  5. Στην πολιτική όλα πάνε συγκριτικά. Συγκρίνοντας Γ. Παπανδρέου με Ε. Βενιζέλο και Α. Λοβέρδο ο Γιώργος τους έχει για πλάκα. Τώρα αν βάση σύγκρισης είναι ο Τσακ Νόρρις τότε εκεί αλλάζει το πράγμα. (Από εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το φιλικό / συμπονετικό / αγαπησιάρικο / κατανόησης και συμπάθειας / οίκτου / παρηγορίας / συνδυασμός των ανωτέρω, χτύπημα της παλάμης στο άνω μέρος του τριχωτού της κεφαλής κάποιου.

Δεν είναι ακριβώς ηχοποίητο (όπως στον άλλο ορισμό), είναι προφ περισσότερο η υπόθεση του «πως θα ακουγόταν αυτό το χτύπημα της κεφαλής εάν είχε ήχο». Το χτύπημα είναι απαλό, ενίοτε συνοδεύεται στο τελείωμά του από μικρής διάρκειας χάιδεμα της κεφαλής και ταυτόχρονα παρηγορητικά γλυκόλογα. Χρησιμοποιείται μόνο με αγάπη και προδέρμ.

-Έσπασε το νύχι μου σήμερα το πρωί! Μπου-χου-χουυυ! Και χθες είχα δώσει τόσα λεφτά στη μανικιουρίστα!
- Έλα μην κλαις! Έλα να σου κάνω πατ-πατ!
-Σνιφ, λυγμ! :'(
(πατ-πατ-πατ)

(από Galadriel, 29/03/12)(από Mr. Cadmus, 29/03/12)The original patpat (από Vrastaman, 31/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όπως υποδηλώνει και ο ορισμός, απευθύνεται σε έναν κοινό μαλάκα της εποχής, ο οποίος προκαλεί εντύπωση πέραν της μαλακίας του σε ένα κέντρο διασκέδασης, καφετέρια κτλ. με τους έξτρα πόντους κύρους που του προσδίδει μια μάρκα τσιγάρων με ασυνήθιστα μακρόστενο σχήμα που προκαλεί δέος πχ. marlboro 100s (τα κατοστάρια μάρλμπορο), karelia slims κτλ.

- Καλά τι τσιγάρα κάνει ο μαλάκας στο απέναντι τραπέζι για δες!
- Χαχαχα, του μαλάκα το τσιγάρο, πιο μακρύ και πιο μεγάλο!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified