Δεν είσαι αστείος.

Ρητορική ερώτηση, χρησιμοποιείται ως απάντηση σε και καλά αστείο πείραγμα, με το οποίο δε γέλασε κανείς και κυρίως όχι ο θιγόμενος. Συχνά διατυπώνεται σε εμφατική επανάληψη. Μειωτικό, προφέρεται με απέχθεια κι έχει στόχο να κόψει το βήχα.

-Τι σπυρί είναι αυτό που φύτρωσε στη μύτη σου ρε; Ξεκίνησε η μεταμόρφωση σε μάγισσα; Μουάχαχα.
-Είσαι αστεία τώρα; Είσαι αστεία; Άντε γαμήσου κοίτα τον κώλο σου που πήρες πέντε κιλά σε πέντε μέρες.
-Έλα μωρή sense of humor.

Αηδίες.

Το δόκιμο καταφατικό "είσαι αστείος" μπορεί επίσης να είναι μειωτικό, με την έννοια του "είσαι γελοίος" και αντίστοιχο του "είσαι γραφικός". Επίσης μειωτικό είναι το "δεν είσαι αστείος", άντε βρες άκρη.

Είσαι αστείος που επιμένεις ότι ουισκι και κλαμπ είναι Ελληνικές λέξεις….Οι φίλοι σου πως σε φωνάζουν UFO η ATIA????? Xaxa (jizz εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Προτροπή - εμφατικό της προσπάθειας εξασφάλισης αντικειμενικότητας, που εκδηλώνεται με αναφορά σε γεγονότα που έχουν παραληφθεί σκοπίμως ή τυχαία από μία συζήτηση, ανάλυση, περιγραφή.

Εκτός από αυτοσυγχαρητήριο για τη δημιουργική συνεισφορά, μπορεί να ενέχει μομφή για τον απέναντι, τ. "γιατί δεν τα λες όλα ρε εγκάθετε, πας να μας αποπροσανατολίσεις μη θέτοντας υπόψη μας όλα τα δεδομένα, αίσχος" κιέτς.

Γενικώς πρόκειται για φράση πασπαρτού, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως συνοδευτικό σε κάθε σοβαρή κουβέντα ή μαλακία που θα πει ο καθένας μας στο πάρτυ, στην εκδρομή, στο γραφείο. Είναι πιασάρικη και κολλητική, το μπουρδέλο, άμα αρχίσεις να την λες δεν ξεκολλάει και μπορεί να γίνεις γελοίος. Έχει εφαρμογή σε σελίδες του φβ, #natalemekiafta στο τουίτερ κάργα με αναφορές 5ετίας προς τα πίσω, σε ραδιοφωνικές εκπομπές, σε άρθρα εφημερίδων, στα πάντα σ' όλα.

Αυτοκριτική: "Χαραμίζομαι εδώ μέσα. Εγώ ήμουν φτιαγμένη για άλλα, πιο μεγάλα και βρέθηκα στο τουίτερ να ξοδεύω την ποιητική μου φλέβα. #NaTaLemeKiAfta"

Αντικειμενικό ποδόσφαιρο: "Μπράβο στους Ομονοιάτες, να τα λέμε κι΄αυτά!"

Επικαιρόπιτα: "Καβάλα στο ηθικό πλεονέκτημα εκείνου που στάθηκε μακριά από το σταρ σίστεμ, να στέλνεις χαιρετίσματα στην εξουσία. Με κάμποσα ωραία τραγούδια – να τα λέμε κι αυτά. Και με μια μαγιά κοινού που μένει σταθερή τέσσερις δεκαετίες"

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δεν αντιδρά. Δεν έχει την προσδοκώμενη μεταβολή συμπεριφοράς παρά τις σχετικές ενέργειες.

Αναποτελεσματική παρέμβαση μεταβολής ιδιοτήτων της ύλης μέσω σταδιακής προσθήκης βελτιωτικών: όσο και να βάλεις η κατάσταση παραμένει ίδια κι απαράλλαχτη.

Το φαγητό, μολονότι κουταλάκι - κουταλάκι, έχεις προσθέσει μισό πακέτο αλάτι, μοιάζει ακόμα ανάλατο, ανάθεμα την ώρα που 'βαλες τη λίγη σόδα που σου 'πε η θεία. Η λεμονάδα είναι ακόμα ξινή, καίτοι έχεις ρίξει σταδιακά τρεις κουταλιές της σούπας ζάχαρη και της έχεις πετάξει τα μάτια στο ανακάτεμα. [Επίσης: Το ντιζελάκι ακόμα φράζει τα φίλτρα στους -12oC, παρόλο που εκατό - εκατό ppm έχεις χαλάσει μισό λίτρο ταπεινωτή. Το τουρμπινέλαιο έχει ακόμα χαμηλό δείκτη ιξώδους παρά του ότι θα πέσει έξω το μαγαζί από τόσο βελτιωτικό που του χεις ρίξει]. Δεν α-κού-ει.

1.-Είπα στα παιδιά να τους φτιάξω λεμονάδα με τα λεμόνια της Ελένης. Τέτοια ξινίλα δεν έχω ξαναδεί, βάζω βάζω ζάχαρη, ανακατεύω, σαν να μην έβαλα τίποτα, δεν ακούει!
-Δώστους amita.
-Παιδιά να φέρω amitae αντί για ξινή λεμονάδα;
-Ναιιιιι

2.-Το δοκιμάσατε ρε παιδιά; Δε με πήρατε τηλέφωνο... Έπιασε με τα 100ppm;
-Ούτε με 100, ούτε με 200, είμαστε τώρα στα 300, μετράμε, ξαναμετράμε και δε φαίνεται να ακούει ρε Κώστα...
-Πτι γαμώτη, δε θα φορτώσουμε ποτέ!

Απαντά μόνο σε αυτή τη μορφή. Το "ακούει", καταφατικά, δε χρησιμοποιείται, εφόσον είναι αναμενόμενο να ακούσει, θα ήταν γελοίο ως δήλωση. Επίσης το "δεν ακούω", α' ενικό πχ, δε χρησιμοποιείται, άμα το ξέρεις ότι δεν ακούς να κοιτάξεις να ακούσεις και να αφήσεις τις μαλακίες, περιμένει κόσμος από σένα, υπάρχουν προσδοκίες από το σύμπαν, άιντε.

Ακουστικά δρώμενα με άλλες παραπλήσιες ή άσχετες έννοιες: μ' ακούει / δε μ' ακούει, ακούω, ακούγομαι, ακούγεται, ακούς εκεί!, δεν ακούει ούτε τη σκέψη του, τα ακούω, την ακούω, την ακούω...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Και με τη μορφή "Έλα ρε!". Εκφράζει έκπληξη, κυριολεκτική δυσπιστία μπροστά στην απρόσμενη αποκάλυψη αξιοσημείωτου έως εντυπωσιακού γεγονότος. Ενέχει εμφατική αποδοχή της μεγαλειότητας του συνομιλητή.

Συνώνυμο: τι λες τώρα!
Σχετικό με πρόσκληση: έλα μουνί στον τόπο σου.
Αντίθετο με πρόσκληση: έλα τώρα με.

Λ. Κανέλλη: “Με τους φίλους του γιου μου είμαι όλο “έλα ρε φίλε!”
Έλα ρε φίλε! O Manu Chao τα έχει με την Κλέλια Ρένεση (ποια είναι η Κλέλια Ρενέση)

Μπαγιάτεψε το αστείο αλλά για να κατανοήσετε τη χρήση του λήμματος.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Και "τρομπέτο". Παλιατζίδικη σλανγκ: Μισό αυτοκίνητο, από τις μπροστινές πόρτες και μπροστά ή από τις πίσω πόρτες και πίσω, σκέτη λαμαρίνα (τα κομμάτια φανοποιίας καπό, μετώπες κ.λπ.) ή περιλαμβανομένων των μηχανικών μερών (κινητήρας, κιβώτιο ταχυτήτων κ.λπ.).

Πρόκειται για κομμένο αυτοκίνητο μετά από τρακάρισμα - οπότε απορρίπτεται το άχρηστο και διατηρείται το άρτιο, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί για μετατροπές: ένα αυτοκίνητο ενός α' μοντέλου να μετατραπεί σε ένα β' μοντέλο χρησιμοποιώντας το τροπέτο. Εξ ου και σε αρκετές περιπτώσεις φαίνεται να χρησιμοποιείται ως συνώνυμος ο όρος "set μετατροπής".

Ετυμολογικά, μία προσπάθεια που εντοπίστηκε και παρατίθεται ως αναφορά, αποδίδει στο αγγλικό torpedo = τορπίλη, λόγω της αεροδυναμικότητας που επιδιώκεται μεταξύ άλλων.


- Καλημέρα παίδες... Θέλω να ρωτήσω κάτι. Έχω το ibiza 1400cc 2001 μοντέλο 101 άλογα και θέλω να το τουρμπίσω... Μέχρι στιγμής έχω βάλει φιλτροχοάνη. Τι μου προτείνετε, α) να βάλω κιτ ή β) μοτέρ cupra? Ευχαριστώ εκ των προτέρων...!
- θα σου βγει πιο φτηνα να βαλεις ενα τροπετο αλλα η καλυτερη λυση για να εχεις το κεφαλι σου ησυχο εγω θα προτεινα οτι λεει ο Γιαννης απο πανω. Εδώ.

Ενδιαφερομαι για τροπετο κομπλε με ολη την φανοποιια του 200sx s13.Κατα προτημιση χωρις μοτερ. Σε περιπτωση που υπαρχει κατι αναλογο με μοτερ ή καποια μετατροπη το συζηταμε. Εδώ.

Τροπέτο mercedes από αγγελία

Διαδικτυακές αναφορές: 1, 2, 3, 4

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Επιβάλλεται αναφορά στον ορισμό του λήμματος γαμιέμαι, στον οποίο το λήμμα περιλαμβάνεται ως υποπερίπτωση 8: "Εξαντλούμαι, εξουθενώνομαι, καταταλαιπωρούμαι από κάτι. Παθαίνω ζημιά. Συντρίβομαι ψυχολογικά." Το παρόν είναι αφιέρωμα στη συγκεκριμένη γραμματική μορφή: αόριστος και παρακείμενος.


Γαμήθηκα / έχω γαμηθεί στο: Υφίσταμαι, τώρα, στο παρόν, τις συνέπειες επαναλαμβανόμενης ή / και μεγάλης έντασης ενοχλητικής δραστηριότητας.

  • "Γαμιέμαι": ρήμα ηδονικό, αλλά ταυτόχρονα πρόστυχο και συχνά λεκτικά οδυνηρό, εκφράζει την απόλυτη υπερβολή ταλαιπωρίας, με μόνη υπερθετικότερη (sic) ίσως την αναφορά στο θάνατο.
  • "Στο": η αιτία της αγανάκτησης. Αντίθετα με το απλό "γαμήθηκε" που έχει συνήθως την έννοια της ολικής καταστροφής χωρίς άμεση αναφορά στην αιτία, εδώ τα πράγματα είναι συγκεκριμένα και ξεκάθαρα.

Παρά τον παρελθοντικό γραμματικό χρόνο, υπονοείται παροντική δραστηριότητα: το τρέχον δράμα της έντονης ανάμνησης που έχει χαραχτεί στη μνήμη, ενώ το τσούξιμο - ή η ηδονή - στο οποίο δεν γίνεται άμεση αναφορά, διαρκεί ακόμα.

Στην αρνητική εκδοχή εκφράζει μεταξύ άλλων την κούραση, την εγκαρτέρηση, την ανυπομονησία να τελειώσει το μαρτύριο, αλλά και την ελπίδα: η κατάσταση είναι παροδική, στο Παπουνάνε θα σημάνουν οι καμπάνες. Στη θετική ο άλλος κάθεται απλά και συνεχίζει να απολαμβάνει τον απόηχο του μεταφορικού οργασμού.

Συνώνυμα σλανγκ: η πιπεριά γαμήθηκε, γαμήθηκε το σύμπαν, γαμήθηκε ο Δίας.

Έχω γαμηθεί στη δουλειά για να φτάσω εδώ που βρίσκομαι τώρα, και δεν έχω φτάσει πολύ μακριά εδώ που τα λέμε. (αρνητικό - "Ο Τροπικός του Αιγόκερω", Henry Miller).

Αυτό το τελευταίο αποτέλεσε βέβαια το highlight ενός reward challenge από την Κόλαση, με τον κακομοίρη άχρηστο Chet να έχει γαμηθεί στο ξύλο, με το πρόσωπό του να κουτουλάει σε παγίδες, τον Joel να τον σέρνει μες στις λάσπες, ή να τον αναποδογυρίζει λόγω της δύναμης με την οποία υπερπηδούσε εμπόδια. (αρνητικό - survivor)

Άσε ρε μαλάκα,γαμήθηκα στο τρέξιμο σήμερα. Πριν καμιά ώρα έκατσα αλλά δεν βλέπω να με αφήνουν για πολύ. (αρνητικό)

σαν γα γαμήθηκα στη μάσα...γιγάντια η μερίδα μιλάμε (θετικό)

Ξανά sorry που χάθηκα. Εδώ είμαι, δεν πάω πουθενά. Ξεκίνησα κάτι νέο αυτή την περίοδο αλλά φυσικά δεν είναι αυτός ο λόγος που αραίωσα. Απλά έχω γαμηθεί στη δουλειά (κυριολεκτικά και μεταφορά στην προκειμένη περίπτωση κι όσοι πιάσατε το υπονοούμενο το πιάσατε). (αρνητικό και θετικό - εδώ.)

Γαμήθηκα στο γέλιο μόλις το είδα, δεν κρατήθηκα και το τράβηξα βίντεο, λείπουν κανα δυο λεπτά απ την αρχή. Απολαύστε υπεύθυνα. (θετικό)

- Που σκατα μενεις ρε μλκ, θεσσαλονίκη; εδω ουτε βροχή δεν έχει.
- μαρούσι γαμήθηκε στο χιόνι. (χμμμ θετικά αρνητικά όπως το πάρει κανείς)

Έχει γαμηθεί στη βροχή.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Με γάμα και τρία ή περισσότερα όμικρον στο όχι. Για έμφαση στη γάργαρη κακεντρέχεια, την εκδικητικότητα και την ανεπαίσθητη απειλή που αναβλύζει η φράση ντε.

Σημασία: Γνωρίζω τι θέλεις από τη ζωή σου και σε ενημερώνω με μεγάλη και σιχαμερή χαρά μου ότι δεν πρόκειται να γίνει αυτό. Όσο περισσότερα όμικρον στο όχι, τόσο μεγαλύτερη η ήττα για το θύμα και η χαρά για το καθίκι που μιλάει. Μπορεί η μοίρα του θύματος ή της έκβασης των γεγονότων να είναι στα χέρια μου την στιγμή αυτή και δηλώνω ότι δεν θα του κάνω τη χάρη επειδή μπορώ, ή μπορεί απλά να έχω στη διάθεσή μου επιπλέον στοιχεία, οπότε γνωρίζω και ανακοινώνω με αυτό το γλαφυρό και καθαρματικό τρόπο τα νέα.

Για επίταση, λες και δεν έφτανε που σου γαμάω την ψυχολογία, σε βρίζω κιόλας λέγοντάς σε καργιολάκι, γεγονός που σηματοδοτεί α) την προκλητικότητα της ανακοίνωσης (αυτό που θες δεν θα γίνει και πόσο το φχαριστιέμαι και για να ξέρεις, σου ρίχνω και χαριστική βολή και σε λέω και καργιολάκι χα χα) β) την ευθύνη που επισύρεται στο θύμα (αυτό που θες δε θα γίνει, τι περίμενες τέτοιο καργιολάκι που είσαι και καλά να πάθεις).

Οδηγώ, τουμπανογκομενάκι έχει stop , σταματάω και το αφήνω να περάσει, πάει να χωθεί και η άλλη η σαύρα από πίσω... Όοοοοοοχι καρΓιολακι, εσύ θα περιμένεις! - (είπε)

Διαβασμα; Τι ειναι διαβασμα; Τι εννοεις εχω εξεταστικη;; Οχι καργιολακι, εγω θα φτιαξω λεμονοπιτα. (είπε)

Ερχεται η αλλη εγκυος στο λεωφορειο κ μου λεει να κατσειιι... Οοοοοοοοοοοοοοοοοοοοχχιιι καριολακι οταν γαμιοσουν ηταν καλα ε? #kargiolaki (είπε)

-Μα αφου ειμαι η Κοντσιτα!
-Οοοοοοχι καργιολακι θα ξυριστεις, εδω ειναι στρατος! #kargiolaki(είπε)

Ως ατάκα ξεκίνησε να καθιερώνεται κάπου στα μέσα του 2014 κι έγινε συνήθεια στα στέκια κοινωνικής δικτύωσης, σε σημείο εθισμού για μερικούς, έγινε σελίδα στο φβ, κι άλλη, κι άλλη, έγινε τραγούδι, έγινε meme, το καθετί.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εν αρχή ην το ανέκδοτο:
Ένας Χριστιανός, ένας Μουσουλμάνος κι ένας Εβραίος προσπαθούν να πείσουν ότι ο Θεός που πιστεύει ο καθένας είναι ο καλύτερος.
Λέει ο πρώτος: "Ξεκίνησα να πάω κάπου με την βαρκούλα μου και με έπιασε μια καταιγίδα, έπεσα με την μία, έκανα προσευχή και έγινε θαύμα, γύρω-γύρω φουρτούνα, στη μέση που ήμουν εγώ η θάλασσα ήρεμη και ωραία.
"Ε, εντάξει" λένε οι άλλοι.
Πάει ο δεύτερος και λέει: "Εγώ ήμουν στην έρημο, το μεσημέρι με πιάνει μια αμμοθύελλα, πέφτω λέω Αλλάχ, Αλλάχ, Αλλάχ. Στο τρίτο Αλλάχ έγινε θαύμα, γύρω-γύρω αμμοθύελλα, στη μέση που ήμουν εγώ μόνο άσφαλτο που δεν μας έστρωσε".
"Ε, εντάξει" λένε οι άλλοι.
Πάει ο τρίτος και λέει: "Σάββατο πήγαινα στην συναγωγή, όπως πάω να κάτσω να πάρω μια ανάσα σε ένα παγκάκι, έρχεται μια γκομενάρα δίπλα μου και θέλει να την πηδήξω, σκέφτομαι είναι Σάββατο, αχ Σάββατο δεν επιτρέπεται να κάνω ούτε σεξ, ε πέφτω κάνω μια προσευχή και γίνεται θαύμα, γύρω-γύρω Σάββατο και στη μέση, που πήδαγα εγώ, Κυριακή". (α χα καλό, ε;)

Το εν λόγω ανέκδοτο, δραματοποιημένο εντέχνως.


Γύρω γύρω Σάββατο (και στη μέση Κυριακή). Χρησιμοποιείται για να εκφράσει:

  • Την ελπίδα: Όταν όλα γύρω φαίνονται μαύρα, δυσάρεστα, αδιέξοδα, τα σκιάζει η φοβέρα και τα πλακώνει η σκλαβιά, υπάρχει τόπος φωτεινός, αισιόδοξος κι ελπιδοφόρος, δε χάθηκαν όλα, γίνονται και θαύματα, το καλό θα νικήσει.
    Γύρω γύρω Σάββατο, στη μέση Κυριακή - ο τίτλος στην ανάρτηση του φωτογράφου
  • Την πουστιά: Κατάσταση κατά την οποία σε αντίξοο περιβάλλον δημιουργείται βολικός και προστατευμένος θύλακας εξυπηρέτησης συμφερόντων, με στρέβλωση των κανόνων που θα έπρεπε να ισχύουν για όλους, χρησιμοποιώντας μια αληθοφανή έως εξωφρενική δικαιολογία.

  • Την κοσμάρα: Ενίοτε, δημιουργία μιας νέας πλαστής πραγματικότητας ινσέψιο, ώστε να μπορούμε να χτενιζόμαστε με την ησυχία μας, ενώ γύρω γύρω ο κόσμος καίγεται.

Μετά την καθιέρωση του λήμματος, χρησιμοποιείται και στο πιο χαλαρό, "γύρω γύρω" (ο χαμός) "και στη μέση" (ό,τι να 'ναι).

Σχετικά: θαύμα-θαύμα!

Γύρω γύρω Σάββατο αλλά για μας είναι Κυριακή. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν κατακλυστεί από την πρόσκληση για μεγάλα συλλαλητήρια σε όλες τις πλατείες της χώρας [...] Εν τούτοις, η ΠΟΣΠΕΡΤ [...] ανακοίνωσε στην Αθήνα, άλλη συγκέντρωση, την ίδια σχεδόν ώρα (στις 5.30) στο Ραδιομέγαρο της Αγίας Παρασκευής [...] (σχόλιο εδώ)

ΔΝΤ: Γύρω-γύρω Σάββατο και στη μέση Κυριακή. (τίτλος εφημερίδος, εδώ) [...] η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας προβλέπεται διπλάσια από αυτήν της Γερμανίας, ενώ για την Γαλλία αναμένεται ανάπτυξη 1% και για την Ιταλία παραμονή σε ύφεση.

Θαύμα!!!! Γύρω – γύρω Σάββατο και στη μέση Κυριακή!!! Πλειστηριασμοί παντού… εκτός από το Mega (κι άλλο πολιτικό σχόλιο εδώ)

Γύρω γύρω το αλαλούμ με τις μετεγγραφές και τα κενά στα σχολεία …και στη μέση οι παιδόφιλοι! (σε πιο ελεύθερη χρήση - εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συναντάται και στην εκτεταμένη μορφή του ως «α-χα, καλό, ε;». Χρησιμοποιείται συχνά από τους πάσχοντες από σεφερλίτιδα, για να δηλώσουν το τέλος του αστείου. Αυτό είναι απαραίτητο γιατί το "πού γελάνε" δεν είναι προφανές στον συνομιλητή, ο οποίος ως τότε περιμένει να ακούσει παρακάτω, εφόσον α-πο-κλεί-εται να ήταν αυτό το σημείο στο οποίο θα έπρεπε να γελάσει.

Το λήμμα καθιέρωσε ο Μάρκος Σεφερλής όταν μετά από χαζά λογοπαίγνια - ατάκες που υποτίθεται ότι θα προκαλέσουν γέλιο, πετούσε το αυτοσυγχαρητήριο «α-χα, καλό, ε;».

Σε χρήση στον προφορικό λόγο δίνει το στίγμα πως ο αστειάτορας έχει πλήρη επίγνωση για τη μη αποδοχή της αστειότητας του αστείου από τις μάζες - οπότε ξεκαρφώνεται κιόλας από υπόνοιες βλαβών. Παρά του ότι έχει συναίσθηση όμως, ακάθεκτος και με σαδισμό - αν είναι να καώ, θα καείτε όλοι μαζί μου - συνεχίζει, οπότε η χαριτωμενιά ξεχύνεται σαν εμετός. Στο τέλος θα πει "καλό, ε;" και θα σκάσει στα γέλια μόνος του. Οι λοιποί, ανάλογα με την οικειότητα μπορεί να κοιτούν με αμηχανία, να χαμογελούν ευγενικά και ξινισμένα, έως και να εκφράζουν την βδελυγμία τους με διάφορες γκριμάτσες και ήχους, γεγονός που διασκεδάζει ακόμα περισσότερο τον ομιλητή.

Συνώνυμο: σε καλό μας, ευθυμήσαμε πάλι.

όσο πχιο πολύ επικαλείται κάποιος το μπαμπούλα του πολίτικαλ κορέκτ, τόσο περισσότερα (έμφυλα, φυλετικά, ταξικά) προνόμια έχει. αχα καλό ε; (μάστα)

Ε, θα γίνει χαμός από τα γέλια!! Καιρός για κοιλιακούς φέτες!! Τύφλα να χει η φέτα δωδώνης!! Α χα καλό ε???? (είπε η μαριλένα)

Τώρα και σε φαγητό.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γραφικός χαρακτήρας δυσνόητος, ασαφής και ακατάληπτος, αλλά κυρίως άθλιας εμφάνισης. Γράμματα που η όψη τους χαλά την εικόνα του χειρόγραφου και το καθιστά δυσανάγνωστο, απεχθές προς ανάγνωση, έως και μη αναγνώσιμο. Σύμβολα του αλφαβήτου καταγεγραμμένα με τέτοιο τρόπο που προσομοιάζουν με την απαίσια ασύμμετρη και ασουλούπωτη εμφάνιση των καλικάντζαρων της λαϊκής φαντασίας - που επίσης αποκαλούνται καλικαντζούρια στο καλλιτεχνικό τους (παρ. 1).

Χρήση λήμματος κυρίως από μαμάδες, δασκάλες πρώτων τάξεων δημοτικού και εκθεσούδες των τελευταίων τάξεων του λυκείου, μαθητές, ή όσους υπήρξαν μαθητές και γιαγιάδες που αναμασούν τις αναμνήσεις των χρόνων της νεότητας μετά από νοσταλγία ή εγκεφαλικό επεισόδιο.

Κάναμε εξορκισμό, αγιασμό και ένα ευχέλαιο και διώξαμε τελώνια, δαιμόνια, καλικαντζούρια, νεράιδες, ξωτικά και λοιπά κακά πνεύματα... (lucretia εδώ)

Εμένα αλλάζει τελείως. Με τα στυλό από Χόντος κάνω μεγάλα καλικαντζούρια, άλλωτε πλαγιαστά από τη μία, άλλωτε από την άλλη, άλλωτε μεγάλα, άλλωτε μικρά... με κάτι άλλα του εμπορίου με μύτη 0,7 κάνω υπέροχα γράμματα.. (loukoumi εδώ)

Εκλινε λοιπόν η αδιάβαστη τη '' χώρα '' και γιόμισε μονομιάς όλος ο πίνακας ανορθογραφίες και καλικαντζούρια! (Μια φορά κι έναν καιρό.)

Καλικαντζούρια με πραγματικές συνέπειες Σόρρυ μαν, δύο φώτος για το σινάφι, είστε νοτόριους.

Δες και καλικατσούνες.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified